Ο παραλογισμός των οικονομικών του J. M. Keynes

0
440
Κεϋνσιανισμός

Ο φονταμενταλιστικός Κεϋνσιανισμός στα οικονομικά, κορυφώθηκε στη δεκαετία του 1960. Τις τελευταίες δεκαετίες, ο ενθουσιασμός για τον Κέινς έχει αποδυναμωθεί και οι υποστηρικτές του έχουν προσπαθήσει να αντλήσουν νέες ιδέες από το βιβλίο του ή να προσθέσουν δικές τους

The Absurdity of Keynesian Economics (δημοσιευμένο αρχικά στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises) του Roger Garrison

Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής και Μιχάλης Γκουντής

Εισαγωγή

Τα οικονομικά του John Maynard Keynes  είναι πλέον σχεδόν αχρηστευμένα θεωρητικά, αλλά όχι στην πράξη. Το βιβλίο του Κέινς του 1936, The General Theory of Employment, Interest, and Money, απεικόνιζε την αγορά ως θεμελιωδώς ασταθή και πλάσαρε το κράτος ως σταθεροποιητή της. Η σταθερότητα που φερόταν ότι υπερέβαινε τις δυνάμεις της αγοράς, επρόκειτο να επέλθει από τους διαμορφωτές της μακροοικονομικής πολιτικής της ομοσπονδιακής κυβέρνησης – τον πρόεδρο (με την καθοδήγηση του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων του), το Κογκρέσο και την Federal Reserve (κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ).

Το απόγειο του Κεϋνσιανισμού

Ο φονταμενταλιστικός Κεϋνσιανισμός στα οικονομικά, κορυφώθηκε στη δεκαετία του 1960. Τις τελευταίες δεκαετίες, ο ενθουσιασμός για τον Κέινς έχει αποδυναμωθεί και οι υποστηρικτές του έχουν προσπαθήσει να αντλήσουν νέες ιδέες από το βιβλίο του ή να προσθέσουν δικές τους. Και παρόλο που η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει καταστεί εδώ και πολύ καιρό καθαρός φορέας μακροοικονομικής αστάθειας, τα θεσμικά όργανα και τα εργαλεία πολιτικής που διαμορφώθηκαν σύμφωνα με το κεϋνσιανό όραμα, έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι του οικονομικού και πολιτικού μας περιβάλλοντος.

Ένα εθνικό λογιστικό σύστημα εισοδήματος, επινοημένο από την κεϋνσιανή θεωρία, επέτρεψε σε στατιστικούς αναλυτές να καταγράψουν τις αλλαγές στη μακροοικονομία. Αντιμετωπίζοντας την οικονομία ως αθροιστικό σύνολο, οι σύμβουλοι πολιτικής παρακολούθησαν την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών που αγόραζαν οι καταναλωτές, οι επενδυτές και η κυβέρνηση. Οι δημοσιονομικές και νομισματικές αρχές έπρεπε να αναλάβουν δράση όταν η πραγματική ή η μετρηθείσα συνολική παραγωγή της οικονομίας, η οποία θεωρούταν πως αντανακλά την πλευρά της ζήτησης των αγορών, δεν επαρκούσε σε σχέση με τη δυνητική απόδοση της, η οποία υπολογιζόταν κατά προσέγγιση με βάση την πλευρά της προσφοράς. Η μείωση των φόρων θα επέτρεπε στους καταναλωτές και τους επενδυτές να δαπανούν περισσότερο. Οι κυβερνητικές δαπάνες θα πρόσθεταν άμεσα στο σύνολο της οικονομίας, η εκτύπωση χρήματος ή ο δανεισμός θα διευκόλυναν την εξισορρόπηση των αντιθετικών αυτών κινήσεων, όσον αφορούσε τα έσοδα της κυβέρνησης και τις δαπάνες της.

Τα Κεϋνσιανά οικονομικά ως απολογητής των κρατικών παρεμβάσεων

Μια χρόνια ανεπάρκεια της συνολικής ζήτησης, η οποία συνεπάγεται ότι οι τιμές και οι μισθοί παραμένουν κατά κάποιο τρόπο κολλημένοι πάνω από τα επίπεδα εκκαθάρισης της αγοράς τους, θεωρήθηκε ότι είναι η φυσιολογική κατάσταση των οικονομικών σχέσεων. Γιατί μπορεί να υπάρχουν τέτοιου είδους προβλήματα τιμολόγησης σε μια οικονομία ευρείας κλίμακας; Ποια νομοθεσία και κυβερνητικά θεσμικά όργανα μπορεί να εμποδίζουν τις απαραίτητες προσαρμογές της αγοράς; Αυτά τα ερωτήματα είχαν εκλείψει και αντικαταστάθηκαν από το πιο πολιτικά πιεστικό ζήτημα του τρόπου με τον οποίο θα αυξανόταν η ζήτηση, έτσι ώστε να εκκαθαριστεί η αγορά (να ισοδυναμεί η ζήτηση με την προσφορά) στις υπάρχουσες τιμές. Τα νέα οικονομικά του Κέινς, μετατόπισαν το επίκεντρο της προσοχής από την αγορά στο κράτος και από τις οικονομικά αιτιολογημένες αλλαγές στην τιμολόγηση της αγοράς, σε πολιτικά αιτιολογημένες αλλαγές στις κρατικές δαπάνες.

Οι πολιτικοί εξακολουθούν να έλκονται από τις βασικές Κεϋνσιανές αρχές για να δικαιολογήσουν τα παρεμβατικά τους σχέδια. Η συνέχιση της εφαρμογής πολιτικών διαχείρισης της ζήτησης με στόχο την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας – οι δαπάνες φρεσκοτυπωμένου ή δανεισμένου χρήματος κατά τη διάρκεια υφέσεων και πριν από τις εκλογές – πρέπει να μας κάνουν να καταλάβουμε τι αντιπροσωπεύουν τα Κεϋνσιανά οικονομικά και πόσο εσφαλμένα είναι. Επίσης, επιδεικνύοντας αυτά τα σφάλματα στους δευτεροετείς φοιτητές των οικονομικών, τους βοηθά να τα αξιολογήσουν στα μαθήματα ανώτερου επιπέδου και στα μεταπτυχιακό και να αναγνωρίσουν τις σύγχρονες τροποποιήσεις σε μετά – και νεο-κεϋνσιανά οικονομικά, καθώς και σε ορισμένα σκέλη του μονεταρισμού.

Το ακραίο επίπεδο συνολικών μεγεθών στα κεϋνσιανά οικονομικά, αφήνει το πλήρες φάσμα των επιλογών και των ενεργειών των μεμονωμένων αγοραστών και πωλητών απελπιστικά ανεξερεύνητο. Τα κεϋνσιανά οικονομικά, απλώς δεν ασχολούνται με την προσφορά και τη ζήτηση με τη συμβατική έννοια αυτών των όρων. Αντ’ αυτού, ολόκληρος ο ιδιωτικός τομέας αναλύεται μόνο σε δύο κατηγορίες προϊόντων: καταναλωτικά αγαθά και επενδυτικά αγαθά. Τα μοτίβα των τιμών εντός αυτών των δύο γιγαντιαίων κατηγοριών απλά αποσύρονται από την εικόνα. Και κάνοντας τα πράγματα ακόμα χειρότερα, η μία σχετική τιμή που διατηρείται σε αυτή τη διατύπωση – η σχετική αξία των καταναλωτικών αγαθών σε σχέση με τα επενδυτικά αγαθά όπως εκφράζεται από το επιτόκιο – υποτίθεται ότι είτε δεν λειτουργεί καθόλου, είτε λειτουργεί διεστραμμένα.

Η παραμέληση της σπανιότητας εκ μέρους του Κέηνς

Τα οικονομικά πριν τον Κέηνς, όπως αυτά του John Stuart Mill, καθώς και οι περισσότεροι σύγχρονοι θεωρητικοί, όπως ο Ludwig von Mises και ο FA Hayek, έδιναν έμφαση στην έννοια της σπανιότητας, η οποία συνεπάγεται έναν θεμελιώδη ανταλλακτικό συμβιβασμό μεταξύ της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών σε σχέση με την παραγωγή επενδυτικών αγαθών. Μπορούμε να έχουμε περισσότερα από αυτά τα αγαθά είτε της μίας είτε της άλλης ομάδας, αλλά μόνο περιορίζοντας μία εκ των δύο αυτών ομάδων. Η κατασκευή πρόσθετων εγκαταστάσεων και εξοπλισμού πρέπει να διευκολυνθεί από την αύξηση της αποταμίευσης – δηλαδή από τη μείωση της τρέχουσας κατανάλωσης. Τέτοιες επενδύσεις, βεβαίως, καθιστούν δυνατή την αύξηση της μελλοντικής κατανάλωσης.

Ο προσδιορισμός των μηχανισμών της αγοράς που κατανέμουν τους πόρους με την πάροδο του χρόνου, είναι θεμελιώδης για την κατανόηση της διαδικασίας της αγοράς όσον αφορά την ικανότητά της να προσαρμόζει τις αποφάσεις της παραγωγής στις προτιμήσεις των καταναλωτών. Αλλά, όπως επισήμανε ο Hayek από νωρίς, τα κεϋνσιανά ακραία συνολικά αθροίσματα, έχουν ως συνέπεια την απόκρυψη ακριβώς αυτών των μηχανισμών, οι οποίοι είναι ουσιαστικοί για την διαχρονική κατανομή των πόρων και επομένως για τη μακροοικονομική σταθερότητα.

Στην κεϋνσιανή θεωρία, η μακρόπνοη αυτή αντίληψη περί ανταλλακτικού συμβιβασμού ανάμεσα στην κατανάλωση και την επένδυση, απλώς εξαφανίστηκε. Σύμφωνα με την υποτιθέμενη ανωμαλία του μηχανισμού των τιμών, τα επίπεδα των καταναλωτικών και των επενδυτικών δραστηριοτήτων, πιστεύεται ότι πάντοτε κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Οι περισσότερες επενδύσεις δημιουργούν περισσότερα έσοδα, τα οποία χρηματοδοτούν περισσότερη κατανάλωση. Η περισσότερη κατανάλωση προωθεί περισσότερες επενδύσεις. Αυτό το χαρακτηριστικό της κεϊνσιανής θεωρίας, συνεπάγεται μια εγγενή αστάθεια στις οικονομίες της αγοράς. Έτσι, η θεωρία δεν μπορεί να εξηγήσει πώς λειτουργεί μια υγιής οικονομία της αγοράς – πώς η διαδικασία της αγοράς επιτρέπει το ένα είδος δραστηριότητας να ανταλλάσσεται συμβιβαστικά με το άλλο.

Η θεωρία του «πολλαπλασιαστή – επιταχυντή»

Η εγγενής αστάθεια κάνει την εμφάνισή της ως η αλληλεπίδραση μεταξύ του «πολλαπλασιαστή», μέσω του οποίου η επένδυση επηρεάζει την κατανάλωση, και του «επιταχυντή», μέσω του οποίου η κατανάλωση επηρεάζει την επένδυση. Το φαινόμενο του «πολλαπλασιαστή» πηγάζει από το απλό γεγονός ότι οι δαπάνες ενός ατόμου γίνονται τα κέρδη κάποιου άλλου, γεγονός που, με τη σειρά του, επιτρέπει περαιτέρω δαπάνες. Οποιαδήποτε αύξηση των δαπανών, τότε, είτε προέρχεται από τον ιδιωτικό είτε από τον δημόσιο τομέα, πολλαπλασιάζεται μέσω διαδοχικών κύκλων κερδισμένων εσόδων και καταναλωτικών δαπανών.

Ο μηχανισμός επιτάχυνσης είναι συνέπεια της ανθεκτικότητας των κεφαλαιουχικών αγαθών, όπως των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού. Για παράδειγμα, ένα απόθεμα δέκα μηχανημάτων, το καθένα από τα οποία διαρκεί για δέκα χρόνια, μπορεί να διατηρηθεί με την αγορά ενός νέου μηχανήματος κάθε χρόνο. Μια ελαφρά αλλά μόνιμη αύξηση της καταναλωτικής ζήτησης για την παραγωγή των μηχανών, για παράδειγμα, 10%, θα δικαιολογήσει τη συντήρηση ενός κεφαλαίου έντεκα μηχανών. Το άμεσο αποτέλεσμα, λοιπόν, θα είναι η επιτάχυνση της τρέχουσας ζήτησης για νέες μηχανές από μία σε δύο, αύξηση κατά 100%.

Η θεωρία του πολλαπλασιαστή-επιταχυντή εξηγεί γιατί η κατανάλωση αυξάνεται, δεδομένου ότι οι επενδύσεις αυξάνονται και γιατί οι επενδύσεις αυξάνονται, δεδομένου ότι η κατανάλωση αυξάνεται. Αλλά δεν είναι σε θέση να εξηγήσει τι καθορίζει τα πραγματικά επίπεδα κατανάλωσης και επενδύσεων (εκτός από την μεταξύ τους αλληλεπίδραση), γιατί πρέπει να αυξάνονται ή να μειώνονται, ή και πώς και τα δύο μπορούν να αυξηθούν ταυτόχρονα. Οι φοιτητές αφήνονται με τη γενική ιδέα ότι τα δύο μεγέθη, η επένδυση και η κατανάλωση μπορούν να τροφοδοτήσουν το ένα το άλλο, οπότε η οικονομία παρουσιάζει οικονομική ανάπτυξη ή μπορεί να καταπνίξουν το ένα το άλλο, οπότε η οικονομία υφίσταται συρρίκνωση . Δηλαδή, η κεϋνσιανή θεωρία εξηγεί πώς ο μηχανισμός πολλαπλασιαστή-επιταχυντή κάνει μια καλή κατάσταση καλύτερη ή μια κακή κατάσταση χειρότερη, αλλά ποτέ δεν εξηγεί γιατί αυτή η κατάσταση πρέπει να είναι καλή ή κακή εξ αρχής.

Μόνο στα δύο άκρα στο επίπεδο της οικονομικής δραστηριότητας είναι σίγουρο ότι θα αλλάξει η κατεύθυνση τόσο της κατανάλωσης όσο και των επενδύσεων. Μετά από μακρά συρρίκνωση, η ανεργία είναι διαδεδομένη και η υποτίμηση κεφαλαίου φτάνει σε κρίσιμα επίπεδα. Δεδομένου ότι η παραγωγή που είναι απαραίτητη για την αντικατάσταση κεφαλαίων ενθαρρύνει την περαιτέρω οικονομική δραστηριότητα, η μακροοικονομία αρχίζει να ανεβαίνει σπειροειδώς. Μετά από μια μακρά επέκταση, η οικονομία διογκώνεται στα κενά που προκύπτουν. Οι αγορές γεμίζουν με αγαθά τόσο καταναλωτικά όσο και κεφαλαιουχικά. Δεδομένου ότι τα απούλητα αποθέματα πυροδοτούν μείωση της παραγωγής και απολύσεις εργαζομένων, η μακροοικονομία αρχίζει να συρρικνώνεται. Ο Κέηνς έκρινε ότι η οικονομία κυμαίνεται κανονικά ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα και αντιμετωπίζει μια γενική ανεπάρκεια – και μια περιστασιακή υπερεπάρκεια – στη συνολική ζήτηση.

Εγχειριδιακός Κεϋνσιανισμός

Στις απλουστευμένες διατυπώσεις των μακροοικονομικών εγχειριδίων, οι επενδύσεις απλώς θεωρούνται δεδομένες. Σε διατύπωση του ίδιου του Keynes, η κλίση της επιχειρηματικής κοινότητας να επενδύει διέπεται από ψυχολογικούς παράγοντες, όπως συνοψίζονται στον πολύχρωμο όρο «ζωώδες πνεύμα». Ο Keynes αναγνώρισε ότι υπάρχουν ορισμένοι «εξωτερικοί παράγοντες» στην εργασία, όπως οι εξωτερικές υποθέσεις, και τεχνολογικών ανακαλύψεων. Η αγορά θεωρείται στην πραγματικότητα ως ένα είδος οικονομικού ενισχυτή που μετατρέπει σχετικά μικρές μεταβολές σε αυτούς τους εξωτερικούς παράγοντες σε μεγάλες διακυμάνσεις στην απασχόληση και την παραγωγή. Αυτό είναι το βασικό κεϋνσιανό όραμα.

Τα ποσοστά των μισθών και οι τιμές υποτίθεται ότι είναι είτε άκαμπτες είτε μεταβάλλονται άμεσα αναλογικά μεταξύ τους. Και στις δύο περιπτώσεις, ο πραγματικός μισθός (Μισθός / Τιμές) είναι πάντα σταθερός. Το πραγματικό επίπεδο των μισθών και των τιμών πιστεύεται ότι καθορίζεται (και πάλι) από εξωτερικούς παράγοντες – αυτή τη φορά από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και τις μεγάλες εταιρείες. Εάν ο πραγματικός μισθός είναι πολύ υψηλός, θα υπάρξει ανεργία σε μια οικονομία. Θα υπάρχουν αδρανής εργασία και αδρανείς πόροι κάθε είδους. Το κόστος ευκαιρίας για την επιστροφή αυτών των πόρων στην εργασία δεν είναι τίποτα παραπάνω, παρά η απώλεια της αδράνειας, που δεν αποτελεί καθόλου κόστος. Η υποτιθέμενη ομαλότητα της τεράστιας αδράνειας των πόρων διασφαλίζει ότι το πολυετές πρόβλημα της σπανιότητας δεν λαμβάνεται ποτέ υπόψη. Ο William H. Hutt και ο F.A. Hayek δικαιολογούνταν στο να αναφέρουν τα κεϋνσιανά οικονομικά ως τη «θεωρία των αδρανών πόρων» και των «οικονομικών της αφθονίας».

H Μαθηματική αληθοφάνεια του Κεϋνσιανισμού

Ο εγχειριδιακός Κεϋνσιανισμός περιέχει κάποια εσωτερική συνοχή ή μαθηματική ακεραιότητα. Δεδομένων των υποθέσεων ότι οι τιμές και οι μισθοί δεν προσαρμόζονται σωστά στις συνθήκες της αγοράς – δηλαδή, η υπόθεση ότι το σύστημα τιμών δεν λειτουργεί – τότε εμφανίζονται οι κεϋνσιανές σχέσεις μεταξύ των μακροοικονομικών μεγεθών. Ακόμη και οι πολιτικές συνταγές φαίνεται να ακολουθούν λογικά: Εάν οι μισθοί και οι τιμές δεν προσαρμοστούν στις υπάρχουσες συνθήκες της αγοράς, οι συνθήκες της αγοράς πρέπει να προσαρμοστούν (από τις φορολογικές και νομισματικές αρχές) στις εξωτερικά καθορισμένες τιμές και μισθούς.

Σε τελική ανάλυση, όμως, η κεϋνσιανή θεωρία είναι ένα σύνολο αμοιβαίως ενισχυτικών αλλά από κοινού μη υποστηρίξιμων προτάσεων για το πώς ορισμένα μακροοικονομικά μεγέθη συσχετίζονται μεταξύ τους. Η κεϋνσιανή πολιτική είναι ένα σύνολο αυτοδικαίως αιτιολογημένων πολιτικών συνταγών. Για παράδειγμα, εάν η κυβέρνηση είναι πεπεισμένη ότι οι μισθοί δεν θα πέσουν και είναι έτοιμη να προσλάβει τους ανέργους, τότε οι άνεργοι δεν θα είναι πρόθυμοι να δεχτούν χαμηλότερο μισθό στην αγορά, εξασφαλίζοντας ότι οι μισθοί δεν θα πέσουν στην πραγματικότητα. Έτσι, ενώ η πρόθεση της κεϋνσιανής πολιτικής είναι να σταθεροποιήσει την οικονομία, το πραγματικό αποτέλεσμα είναι να «κεϋνσιανοποιηθεί» η οικονομία. Προκαλεί την οικονομία να συμπεριφέρεται ακριβώς με τον ίδιο διεστραμμένο τρόπο που υπονοείται από τις κεϋνσιανές υποθέσεις. Αυτή η συντριπτική αλληλεξάρτηση μεταξύ θεωρίας και πολιτικής έχει από καιρό αποκρύψει τις θεμελιώδεις αδυναμίες της ίδιας της θεωρίας.

Κλείνοντας

Οι φοιτητές οικονομικών θέτουν συχνά την προφανή ερώτηση: Γιατί η κυβερνητική πολιτική βασίζεται σε μια τέτοια λανθασμένη θεωρία; Από πολιτική άποψη, η υποστήριξη και η εφαρμογή της κεϋνσιανής θεωρίας αποτελεί τον ασφαλέστερο τρόπο εκλογής και επανεκλογής. Τα κέρδη από την εκτύπωση και τη δαπάνη χρημάτων είναι άμεσα, πολύ ορατά και μπορούν να συγκεντρωθούν σε άτομα που αποτελούν ισχυρές πηγές ψήφων. Το κόστος αυτής της πολιτικής ανακύπτει σε μεταγενέστερο στάδιο και μπορεί να διαδοθεί διακριτικά σε ολόκληρο τον πληθυσμό, καθιστώντας δύσκολη τη συσχέτιση της πολιτικής με τις μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Tο ξεθώριασμα των τελευταίων χρόνων του κεϋνσιανισμού της παλαιάς κοπής σε ακαδημαϊκούς κύκλους παρέχει λίγη ικανοποίηση. Ακόμη και όταν ο αριθμός των διαχειριστών της ζήτησης εξακολουθεί να μειώνεται, είναι από αυτή τη συρρικνούμενη ομάδα οικονομολόγων που οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι αναζητούν συμβουλές και διαβεβαιώσεις. Και οι ευκαιρίες για διάλεξη στις έδρες της εξουσίας παρά στις αίθουσες εκμάθησης, έχουν έναν τρόπο να αλλάζουν το μυαλό κάποιων οικονομολόγων σχετικά με τη σκοπιμότητα (της πολιτικής, αν όχι της οικονομικής) διαχείρισης της συνολικής ζήτησης. Η εκτύπωση και η δαπάνη χρημάτων για την επιδίωξη βραχυχρόνιας τόνωσης και όχι η μακροπρόθεσμη σταθερότητα, παραμένουν στην ημερήσια διάταξη.

Υπάρχει λοιπόν καλός λόγος να μελετήσουμε την κεϋνσιανή θεωρία: μας βοηθά να κατανοήσουμε τι είναι πιθανό να κάνουν οι αρμόδιοι για τη χάραξη πολιτικής σε κάθε δεδομένη περίσταση. Ωστόσο, για να κατανοήσουμε τις πραγματικές μακροπρόθεσμες αλλά και βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις των πολιτικών διαχείρισης της ζήτησης, χρειαζόμαστε μια πιο διαφωτιστική θεωρία – αυτή που αναγνωρίζει τις δυνάμεις της αγοράς που μπορούν να λειτουργήσουν μόνες τους για να διατηρήσουν τη μακροοικονομική σταθερότητα και τον τρόπο με τον οποίο εξουδετερώνονται αυτές οι δυνάμεις από τη «σταθεροποίηση» που παρέχει η κυβέρνηση.

***

 

Roger Garrison is professor emeritus of economics at Auburn University and Associated Scholar of the Mises Institute.

See his web page. Send him mail.

 

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: