Όχι κύριε Μητσοτάκη, το δημόσιο δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθεί

0
333
Αξιολόγηση δημοσίου
Ο κ. Μητσοτάκης είναι εκτός πραγματικότητας. Στην ουσία στηρίζεται στην ήδη κακή δημόσια διοίκηση ισχυριζόμενος πρακτικά ότι οποιαδήποτε βελτίωση, συγκριτικά με το παρόν, θα είναι τεράστιας σημασίας και με πρακτικά αποτελέσματα. Το όραμά του όμως βασίζεται σε θεμελιώδη οικονομικά σφάλματα.

Ο κ. Μητσοτάκης στην ουσία προσπαθεί να λαϊκίσει πάνω στις γνωστές πλέον πεπατημένες προηγουμένων λαϊκιστών. Ακόμα και αν αποδεχτούμε ότι η αξιολόγηση στο δημόσιο είναι εφικτή, πώς είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί χωρίς να υπάρξουν απολύσεις, χωρίς δηλαδή να υπάρχει το ρίσκο ή ο φόβος απώλειας της θέσης των στελεχών του δημοσίου;

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Καθημερινά στην αγορά πραγματοποιείται η πιο αποτελεσματική και σε πραγματικό χρόνο αξιολόγηση των αγαθών και υπηρεσιών που παρέχονται στους καταναλωτές. Αυτοί, με την αγορά ή την αποχή τους από αυτήν, με την χρηματική ψήφο τους, ορίζουν στην ουσία το ποιος θα κατέχει τα μέσα παραγωγής και ποιος όχι. Φανταστείτε μία κατάσταση στην οποία μία επιχείρηση προσφέρει χαμηλής ποιότητας υπηρεσία. Οι καταναλωτές θα απείχαν από τις συναλλαγές με αυτή. Το κέρδος και το εισόδημα του ιδιοκτήτη της θα μειωνόταν ως συνέπεια. Εάν δεν κινητοποιηθεί ταχέως, η συνεχής απώλεια εισοδήματος δεν θα του επιτρέψει να παραμείνει για πολύ καιρό δραστήριος. Ή θα μετακινήσει/βελτιώσει τις δραστηριότητές του σε άλλον τομέα, ή θα αναγκαστεί να χρεοκοπήσει πουλώντας τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησής του σε πιο ικανούς καπιταλιστές, οι οποίοι θα έχουν καλύτερη αίσθηση του ποιες είναι οι πιο επείγουσες και πολύτιμες ανάγκες των καταναλωτών.

Η μοίρα του καπιταλιστή αυτού, λοιπόν, είναι να χάσει το μέσο παραγωγής του και ίσως αναγκαστεί να γίνει και αυτός υπάλληλος άλλου καπιταλιστή. Σαφώς, μπορεί να γίνει και το αντίστροφο. Ένας ικανός εργαζόμενος, να αποταμιεύσει αρκετά, ώστε να αποκτήσει μερίδιο ή εξ ολοκλήρου μία επιχείρηση και να προσπαθήσει ο ίδιος να γίνει καπιταλιστής, ικανοποιώντας τις ανάγκες των συνανθρώπων του. Κανείς από τους συμμετέχοντες στην αγορά, επιχειρηματίας ή υπάλληλος, δεν μπορεί να αποφύγει αυτή την αξιολόγηση. Οι καταναλωτές είναι κυρίαρχοι. Τέλος, το ότι οι ίδιοι οι καπιταλιστές και οι υπάλληλοι ανήκουν και αυτοί στο καταναλωτικό κοινό, ενισχύει στην ουσία την καθημερινή αξιολόγηση που λαμβάνει χώρα στην αγορά.

Κυριάκος Μητσοτάκης και αξιολόγηση στο δημόσιο

Ο κ. Μητσοτάκης στην ομιλία του στη Διεθνή έκθεση Θεσσαλονίκης έκανε, θα λέγαμε, μία αρκετά τολμηρή δήλωση:

«Δεν θα γίνουν απολύσεις στο Δημόσιο. Αλλά δεν θα γίνεται μια πρόσληψη για κάθε απόλυση, έχω θέσει ένα πολύ πιο αυστηρό πλαίσιο. Αλλά το όραμά μου πάει πολύ πέρα από αυτό. Όταν πήγα στο υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης εμπιστεύτηκα δημοσίους υπαλλήλους που πολλούς θα τους ζήλευαν ιδιωτικές επιχειρήσεις. Επιμένω στην αξιολόγηση για να ξεχωρίζουν και να επιβραβεύονται οι πραγματικά καλοί».

 

Πέραν από τις πλέον γνωστές προθέσεις του να μην προχωρήσει σε απολύσεις στο δημόσιο, οι οποίες έχουν απογοητεύσει αρκετούς ακραιφνείς φιλελεύθερους (οι υπόλοιποι «φιλελεύθεροι» μένουν ατάραχοι), ο κ. Μητσοτάκης δεν φαίνεται να συνειδητοποιεί ότι κάτι τέτοιο, η αξιολόγηση στο δημόσιο, είναι αδύνατη. Θα εξηγήσουμε συνοπτικά τους λόγους.

Το δημόσιο δεν λειτουργεί με κέρδος και ζημία

Μία δημόσια επιχείρηση δεν έχει αντικειμενικό δείκτη αποδοτικότητας. Ενώ ο επιχειρηματίας, ανάλογα με το αν βλέπει το διαθέσιμο εισόδημά του να αυξάνεται ή να μειώνεται, κατέχει έναν δείκτη αποτελεσματικότητας, η παραμέληση του οποίου θα τον θέσει γρήγορα εκτός αγοράς, μία δημόσια υπηρεσία δεν βρίσκεται στην ίδια θέση. Το κράτος, έχοντας πρόσβαση ανά πάσα στιγμή σε διεθνή δανεισμό, αλλά και, ακόμα χειρότερα, σε φορολογικά έσοδα, μπορεί να παρέχει στην ουσία ένα δίχτυ προστασίας σε όλες του τις υπηρεσίες δια της ανακεφαλαιοποίησής τους. Ακόμα πιο εύκολο είναι το εγχείρημα, αν διαθέτει και τον έλεγχο έκδοσης δικού του χρήματος. Βεβαίως, η χρηματοδότηση δια πληθωρισμού δεν είναι αντικείμενο του άρθρου. Από τη στιγμή που το κράτος μπορεί να διαθέσει ρευστότητα στις επιχειρήσεις και υπηρεσίες του, η αξιολόγηση δια κέρδους και ζημίας είναι ανύπαρκτη.

Το δημόσιο χρηματοδοτείται δια του εξαναγκασμού

Ας υποθέσουμε ότι κάποιος είναι δυσαρεστημένος με την αστυνόμευση της περιοχής του και ότι θα ήθελε να βλέπει περισσότερες περιπολίες στην περιοχή του. Δυστυχώς, δεν μπορεί να παραιτηθεί από το να πληρώνει δια της φορολογίας του το τοπικό αστυνομικό τμήμα. Ακόμα και αν λαμβάνει την χειρότερη δυνατή υπηρεσία, ακόμα και αν στο κρατικό νοσοκομείο βρίσκεται αντιμέτωπος με τη χειρότερη συμπεριφορά εκ μέρους των υπαλλήλων, θα συνεχίσει να φορολογείται, και δια των χρημάτων αυτών να συντηρεί κακές υπηρεσίες.

Κάποιος εδώ θα μπορούσε να δηλώσει την εξής ένσταση: μπορούν να αξιολογηθούν μεμονωμένοι υπάλληλοι. Δεκτό, αλλά η αξιολόγηση δεν μπορεί να προχωρήσει πολύ παραπάνω. Ενώ ένας ιδιωτικός υπάλληλος με την κακή του συμπεριφορά διώχνοντας πελάτες μεταφέρει την απώλεια κερδών σε διαφορετικό βαθμό μέχρι και την κορυφή της ιεραρχίας μίας εταιρίας, ένας δημόσιος υπάλληλος το πολύ να καταφέρει να μεταφέρει τις επιπτώσεις μέχρι και κάποιον προϊστάμενο, ή ακόμα και κάποιον υπουργό. Ο θεσμός που τοποθετεί όμως τον δημόσιο υπάλληλο στη θέση του και που είναι πρακτικά η απώτερη αιτία της παροχής κακής υπηρεσίας μένει αναξιολόγητος: το ίδιο το κράτος. Ποιος μπορεί να ζητήσει «κλείσιμο» του κράτους, όταν δεν παράγει ένα καλό και φτηνό προϊόν;

Τα κριτήρια με τα οποία αξιολογούνται επίσης οι υπάλληλοι δεν μπορούν να οριστούν αντικειμενικά και υφίστανται αλλοιώσεις λόγω πολιτικής σκοπιμότητας. Πώς μπορούμε να γνωρίζουμε ότι τα κριτήρια που επιλέχθηκαν είναι τα σωστά, εφόσον δεν υπάρχει κάποιο αντικειμενικό δεδομένο (π.χ. κέρδος-ζημία) βάσει του οποίου μπορούμε να κρίνουμε την ορθότητά τους; Δεν υπάρχει άλλο ποιοτικό χαρακτηριστικό πέρα από την άποψη του κριτή, ο οποίος στην ουσία προσπαθεί να μας πείσει ότι αξιολογεί ορθολογικά τον ίδιο του…τον εαυτό.

Φυσικά, η απάντηση ότι η αξιολόγηση του κράτους μπορεί να γίνει κάθε τέσσερα χρόνια είναι ανεπαρκής. Στην αγορά η αξιολόγηση γίνεται σε πραγματικό χρόνο και φαίνεται αμέσως στους ισολογισμούς της επιχείρησης. Αν η επιχείρηση αποτύχει, τότε κλείνει δια παντός και έχει ελάχιστες πιθανότητες να επαναδραστηριοποιηθεί στον ίδιο τομέα με τις ίδιες αποτυχημένες τακτικές. Αντιθέτως, όσον αφορά το κράτος, τα χρόνια μετά την αντιπολίτευση (και όχι μόνο) δείχνουν ότι αυτό εξαιρείται από αυτόν τον κανόνα.

Το δημόσιο πάσχει από πρόβλημα οικονομικού υπολογισμού

Επειδή το δημόσιο στην ουσία είναι διαχειριστής και όχι ιδιοκτήτης των υπηρεσιών που παρέχει, ο ορθολογικός οικονομικός υπολογισμός είναι αδύνατος. Το κράτος δεν έχει ιδιοκτησία για παράδειγμα στην «Αστυνομία Α.Ε.», και, εφόσον δεν υπάρχει ιδιοκτησία, η αστυνομία δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο πώλησης ή αγοράς. Επομένως, δεν μπορεί να αποκτήσει και μία τιμή η οποία να αντικατοπτρίζει την κεφαλαιακή της αξία. Για παράδειγμα, μία ιδιωτική εταιρία φύλαξης μπορεί να γνωρίζει την κεφαλαιακή της αξία, διότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να πουλήσει το όνομά της, τα περιουσιακά της στοιχεία, το πελατολόγιο της κοκ.

Βάσει των τιμών αυτών γνωρίζει πόσο «αξίζει» στην αγορά και βάσει αυτής της γνώσης γνωρίζει πολύ καλά ποιο είναι το κόστος ευκαιρίας της. Αν τα έσοδά της είναι μικρότερα από τα έσοδα που θα είχε αν πουλούσε όλα τα ανωτέρω, τότε μάλλον τα περιουσιακά της στοιχεία και το δυναμικό της θα μπορούσαν να διατεθούν σε πιο παραγωγικές διαδικασίες. Μία τέτοια γνώση είναι επιτεύξιμη, διότι υπάρχει η τιμή αγοράς ως μπούσουλας για τη λειτουργία της εταιρίας.

Το κράτος δεν μπορεί να πουλήσει τις υπηρεσίες αστυνόμευσης καθώς στην ουσία δεν έχει ιδιοκτησία επί αυτών. Στην πραγματικότητα, κάθε κρατική υπηρεσία αποτελεί μία «νησίδα» προβλήματος οικονομικού υπολογισμού. Το κράτος ανά πάσα στιγμή δεν μπορεί να γνωρίζει την πιο επικερδή τοποθέτηση των αστυνομικών του δυνάμεων, κατανομή υπαλληλικού προσωπικού κοκ. Αναγκαστικά τα κριτήρια κατανομής πόρων θα είναι γραφειοκρατικά ή/και πολιτικά. Ο μόνος λόγος που οι κρατικές υπηρεσίες δεν έχουν καταρρεύσει νωρίτερα είναι ότι λειτουργούν εν μέσω μίας σχετικά ελεύθερης αγοράς η οποία μπορεί και διαμορφώνει τις τιμές των πόρων που χρησιμοποιεί το δημόσιο.

Στην ουσία, το δημόσιο σώζεται ή μάλλον, συνεχίζει να λειτουργεί, επειδή ο ιδιωτικός τομέας, στον βαθμό που είναι ελεύθερος, πραγματοποιεί τον ορθολογικό οικονομικό υπολογισμό που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει το κράτος. Το κράτος δεν μπορεί να υπολογίσει το κόστος ευκαιρίας των υπηρεσιών του, αλλά μπορεί να υπολογίσει, έστω και ελλιπώς, το κόστος ευκαιρίας της χρήσης λοιπών πόρων (γραφική ύλη, καύσιμα κοκ).

Η αξιολόγηση του δημοσίου ως ταυτολογία

Απουσία εξωτερικών αντικειμενικών κριτηρίων αξιολόγησης, λοιπόν, μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να αξιολογηθεί μία δημόσια υπηρεσία: να αποφανθεί για την αποτελεσματικότητά της…η ίδια. Φανταστείτε μία χρεοκοπημένη εταιρία που προσλαμβάνει τον ίδιο της τον εαυτό για να αυτοαξιολογηθεί και να ανακοινώνει ότι όλα πηγαίνουν κατ’ ευχήν. Ή έναν τραγουδιστή που, ενώ έχει σταματήσει να πουλάει δίσκους, να χτυπά τον εαυτό του στην πλάτη λέγοντάς του «καλά τα πας εσύ, μην ακούς τι λένε». Ο κ. Μητσοτάκης στην ουσία προσπαθεί να λαϊκίσει πάνω στις γνωστές πλέον πεπατημένες προηγουμένων λαϊκιστών. Ακόμα και αν αποδεχτούμε ότι η αξιολόγηση στο δημόσιο είναι εφικτή, πώς είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί χωρίς να υπάρξουν απολύσεις, χωρίς δηλαδή να υπάρχει το ρίσκο ή ο φόβος απώλειας της θέσης των στελεχών του δημοσίου;

Ο κ. Μητσοτάκης είναι εκτός πραγματικότητας. Στην ουσία στηρίζεται στην ήδη κακή δημόσια διοίκηση ισχυριζόμενος πρακτικά ότι οποιαδήποτε βελτίωση, συγκριτικά με το παρόν, θα είναι τεράστιας σημασίας και με πρακτικά αποτελέσματα. Το όραμά του όμως βασίζεται σε θεμελιώδη οικονομικά σφάλματα. Υπόσχεται τα απραγματοποίητα και στην ουσία δεν έχει το θάρρος να παραδεχτεί ότι το δημόσιο μπορεί να αξιολογηθεί μόνο όταν οι υπηρεσίες του αναληφθούν από τον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή να ιδιωτικοποιηθούν. Η πραγματική αξιολόγηση αφορά την έκθεση στο σύστημα κέρδους και ζημίας του καπιταλισμού. Οι ισχυρισμοί για το αντίθετο αποτελούν χονδροειδή ψεύδη.

Και κάτι τελευταίο. Τους «δημοσίους υπαλλήλους που θα τους ζήλευαν ιδιωτικές επιχειρήσεις» όπως ισχυρίζεται ο κ Μητσοτάκης, ας τους πληρώσει από την τσέπη του. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις έτσι αξιολογούν. Βάζοντας το χέρι στην τσέπη, ολόκληρη η οπτική του οικονομικού γίγνεσθαι που μας περιβάλλει μεταβάλλεται. Οι αποφάσεις γίνονται υπεύθυνες, έχουν βαρύτητα και ακόλουθες συνέπειες στο δικό μας πορτοφόλι. Ωραία και ανέξοδα λόγια, με τα λεφτά των άλλων, όλοι ξέρουμε να λέμε.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: