Οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί μπορούν (και πρέπει) να αποτελέσουν ρεύμα μεταρρύθμισης στην εκπαίδευση

0
198
Αναπληρωτές

η απαίτηση για μόνιμους διορισμούς θα οδηγήσει σε μένος της κοινωνίας προς τους αναπληρωτές. Σαφώς, η κοινωνία, γενικά, είναι θετικότερα προδιατεθειμένη προς τους εκπαιδευτικούς, αλλά, εν μέσω τέτοιων καιρών, η αύξηση του φορτίου μεγαλύτερου δημόσιου τομέα, ειδικά τώρα που γενικά αυξάνεται το μίσος και η απέχθεια προς το κράτος, θα οδηγήσει σε στοχοποίηση των αναπληρωτών

Ιανουάριος 2019
του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Την Παρασκευή 11/1 πραγματοποιήθηκε μαζική κινητοποίηση αναπληρωτών στο κέντρο της Αθήνας και συγκεκριμένα έξω από τη Βουλή. Υπήρξε και εισβολή στο ραδιομέγαρο της ΕΡΤ, την οποία εισβολή προσπάθησαν να εμποδίσουν οι εργαζόμενοι στη δημόσια τηλεόραση που εργάζονταν εκείνη τη στιγμή εκεί. Σήμερα, 14/1 υπήρξε και νέα κινητοποίηση στις 3 μ.μ. πάλι στο ίδιο μέρος από τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς. Αιτία είναι το επίμαχο νομοσχέδιο Γαβρόγλου που θέλει να περάσει η κυβέρνηση στην ουσία φέρνοντας τα πάνω-κάτω στους πίνακες των αναπληρωτών.

Συνοπτικά, για τους αναπληρωτές το νομοσχέδιο αλλάζει τα κριτήρια τοποθέτησης τους στους πίνακες διορισμού. Τα ακαδημαϊκά προσόντα θα προσμετρηθούν παραπάνω από την προϋπηρεσία (εμπειρία) και από τα κοινωνικά κριτήρια. Έτσι λοιπόν, άνεργοι αναπληρωτές οι οποίοι εν τη ανεργία τους πλήρωναν για να κάνουν μεταπτυχιακά και διδακτορικά αποκτούν πλεονέκτημα ενάντια σε αυτούς που αυτά τα χρόνια τοποθετούνταν, λόγω ταχύτερης κτήσης πτυχίου σε θέσεις εργασίας στη δημόσια εκπαίδευση. Οι αναπληρωτές στην ουσία διαμαρτύρονται καθώς πολλοί συνάδελφοι θα βρεθούν εκτός εργασίας εκτοπιζόμενοι από εκπαιδευτικούς με μηδενική εμπειρία. Το γενικότερο επιχείρημα είναι ότι κάτι τέτοιο ευτελίζει την εκπαίδευση και ότι θα αναγκάσει τους εκπαιδευτικούς σε ένα αέναο κυνήγι ακαδημαϊκών/τυπικών προσόντων διαβάλλοντας τον χαρακτήρα της εκπαίδευσης και υποβαθμίζοντας το λειτούργημα του εκπαιδευτικού.

Σε αυτό το άρθρο θα προσπαθήσω να πείσω τους αναπληρωτές ότι η λύση που ζητούν, οι μαζικοί διορισμοί δεν θα λύσουν ουσιαστικά το πρόβλημα. Θα προσπαθήσω να δείξω, κατά δεύτερον, ότι μοναδικός τρόπος επίλυσης των προβλημάτων στην εκπαίδευση είναι η εναντίωση στον εκπαιδευτικό συνδικαλισμό αλλά και η υποστήριξη της πλήρους αποκρατικοποίησης της εκπαίδευσης.

Το νομοσχέδιο δεν είναι το πρόβλημα, το πρόβλημα είναι το κράτος

Ενδιαφέρον είναι πραγματικά σαφώς, το ότι πολλά Ελληνικά πανεπιστήμια προσυπογράφουν σε αυτό: προφανώς, η επικέντρωση στα τυπικά προσόντα θα αυξήσει τη ζήτηση για μεταπτυχιακούς τίτλους, άρα και περισσότερη τεχνητή ζήτηση για μεταπτυχιακές σπουδές, δίδακτρα και επιχορηγήσεις σε δημόσια πανεπιστήμια, απόδειξη ότι η εκπαίδευση δε χρειάζεται το νομοσχέδιο Γαβρόγλου για να ευτελισθεί. Εφόσον η κυβέρνηση συμπράττει με τους πανεπιστημιακούς, στην πραγματικότητα η εκπαίδευση είναι ήδη έρμαιο και καρτέλ κράτους και ειδικών συμφερόντων. Επομένως, η συνδικαλιστική οργή εναντίον του νομοσχεδίου είναι παντελώς άκυρη και «κατόπιν εορτής». Απλά, φέτος, έτυχε αυτή η σύμπραξη να μη συμφέρει το συνδικαλιστικό κίνημα, εξ ου και η κινητοποίηση. Το νομοσχέδιο είναι απλά ένα σύμπτωμα του όλου συστήματος και όχι το πρόβλημα καθεαυτό, και η επιχειρηματολογία μου θα κινηθεί σε αυτό το μήκος κύματος.

Συνεχής σύγκρουση λόγω μονοπώλησης της εκπαίδευσης

Το επιχείρημά μου, για το ότι το νομοσχέδιο Γαβρόγλου είναι απλά ένα σύμπτωμα του όλου συστήματος είναι διττό. Από την πρώτη πλευρά πρέπει να συνειδητοποιήσουμε την κατάσταση της εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Η εκπαίδευση στην Ελλάδα περιγράφεται ως «τυπικό κρατικό μονοπώλιο», δηλαδή το κράτος είτε παρέχει το ίδιο εκπαίδευση είτε ορίζει, σε οποιουσδήποτε ιδιωτικούς φορείς επιθυμούν να παρέχουν εκείνοι την υπηρεσία αυτοί, το τι θα διδάσκεται, πόσες ώρες, ποια ύλη, τι βιβλία και τι κανονισμούς θα διέπουν την παροχή της υπηρεσίας αυτής. Ο λόγος που αυτό αποτελεί πρόβλημα μπορεί να εξηγηθεί με μία αναλογία. Ας υποθέσουμε ότι είμαι ο μοναδικός εργοδότης, ο μοναδικός που μπορεί να θέσει κριτήρια πρόσληψης σε έναν τομέα της οικονομίας. Απέναντί μου έχω δύο διαφορετικές ομάδες ανθρώπων που επιθυμούν να δουλέψουν στον τομέα που εγώ ελέγχω την είσοδο και έξοδο εργαζομένων. Έτσι λοιπόν τοποθετώ μερικά κριτήρια τα οποία δίνουν πλεονέκτημα στη μία ομάδα έναντι της άλλης. Προφανώς, η αδικημένη ομάδα αρχίζει να ενίσταται, κάνει λόγο για αδικία, ευτελισμό τους επαγγέλματος κ.ο.κ. Έτσι λοιπόν, αποφασίζω να αλλάξω τα κριτήρια κάπως για να ικανοποιήσω και τη δεύτερη ομάδα. Αλλάζοντάς τα όμως, μερικοί εργαζόμενοι της πρώτης ομάδας αρχίζουν να αδικούνται καθώς τα προσόντα τους πλέον δεν εφάπτονται με τις νέες απαιτήσεις που έχω εγώ με τα νέα κριτήρια που έθεσα. Έτσι λοιπόν, η πρώην ευνοημένη, νυν αδικημένη ομάδα αρχίζει να ενίσταται για ευτελισμό του επαγγέλματος, αδικία, τις ίδιες ενστάσεις που εξέφραζε και η άλλη ομάδα. Το αποτέλεσμα είναι προφανές: δύο ομάδες σε αέναη σύγκρουση για το ποια θα καταφέρει να πείσει τον μονοπωλητή της εκάστοτε βιομηχανίας ή οικονομίας, ώστε να τον φέρει σε σημείο να επιλέξει κριτήρια που ευνοούν τη μία έναντι της άλλης.

Μην ξεχνάμε όμως και το εξής. Ο μονοπωλητής δεν έχει άπειρους πόρους. Αν δεχόταν να κάνει τόσο ελαστικά τα κριτήρια, ώστε να βολευτούν και οι δύο ομάδες υπό την σκέπη του, αναγκαστικά, για να μπορέσει να συντηρήσει το μισθολόγιο τους, θα έπρεπε να κάνει περικοπές στους μισθούς τέτοιες, ώστε να φτάσουν τα χρήματα για όλους. Δεδομένης της σχεδόν ακλόνητης επιθυμίας για όλο και μεγαλύτερους μισθούς, οι δύο ομάδες δεν θα δέχονταν έναν τέτοιο τρόπο επίλυσης της σύγκρουσης μεταξύ τους. Επομένως, η μόνη εναλλακτική είναι ο συνεχής πόλεμος ανά πάσα στιγμή που κάποια νέα μεταρρύθμιση, νομοσχέδιο, αλλαγή κριτηρίων διαφαίνεται στον ορίζοντα.

Έτσι λοιπόν είναι και με τη δημόσια εκπαίδευση στην Ελλάδα. Ο μονοπωλητής δεν μπορεί να κόψει τον εαυτό του στα δύο, να δημιουργήσει δημόσια παιδεία δύο τύπων, μία, δηλαδή, που να βασίζεται στα ακαδημαϊκά κριτήρια και άλλη, η οποία θα βασίζεται στην προϋπηρεσία. Και οι δύο ομάδες θα πρέπει να χρηματοδοτηθούν από τον ίδιο προϋπολογισμό και ο στόχος της ενιαίας και ισότιμης «δημόσιας» εκπαίδευσης δεν μπορεί να επιτευχθεί διχοτομώντας την εκπαίδευση σε δύο διαφορετικές κατηγορίες. Η ουσία του επιχειρήματος είναι η εξής: εφόσον ο μονοπωλητής δεν είναι σε θέση (ούτε επιθυμεί να έρθει σε θέση) να μπορέσει να ικανοποιήσει πλήρως αμοιβαίως ασύμβατες απαιτήσεις, οι αναπληρωτές μετατρέπονται αυτομάτως σε μία «τάξη» ανθρώπων που βρίσκεται υπό εμφύλιο. Οι «αδικημένοι» του νόμου θα επιτίθενται στους «ευνοημένους» του νόμου, όλα πακέτο της διαίρει-και-βασίλευε πολιτικής του κράτους και των διαχειριστών του. Συνάδελφος θα εχθρεύεται συνάδελφο και η εκπαίδευση, ενώ υποθετικά, ως δημόσια, θα ήταν φορέας αξιών, αλληλεγγύης και συνεργασίας, μετατρέπεται σε ένα πεδίο μάχης αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων. Ζημιωμένοι βγαίνουν πάνω από όλους οι αναπληρωτές (σαφώς ζημιώνονται και οι μαθητές, αλλά δεν απευθύνομαι σε αυτούς). Εν τέλει, ρόδα είναι και θα γυρίσει. Πάλι θα περάσει ένα ανάλογο νομοσχέδιο και η παράσταση θα διαδραματιστεί από την αρχή με τη διαφορά ότι τα στρατόπεδα θα βρίσκονται σε διαφορετικές θέσεις ισχύος. Μηδέν εις το πηλίκο: ο αναπληρωτής και πάλι θα είναι δούλος και μαριονέτα των εκάστοτε πολιτικών που διαχειρίζονται τα της παιδείας, αυτών αλλά και των ειδικών συμφερόντων που τους επηρεάζουν.

Ασαφής καθορισμός του τι εστί «δίκαιο» και «άδικο»

Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο θεωρείται άδικο για αυτούς που έχουν δουλέψει τόσα χρόνια και έχουν τοποθετηθεί επανειλημμένα σε δυσμενείς τοποθεσίες, ακριτικά χωριά κοκ. Το τι είναι δίκαιο όμως είναι μία μεγάλη συζήτηση. Αντίστοιχα, οι νυν άνεργοι αναπληρωτές μπορούν να θεωρήσουν άδικο το γεγονός ότι όσοι εργάζονται τώρα έχουν την θέση τους μόνο και μόνο επειδή απέκτησαν πτυχίο νωρίτερα από αυτούς. Οι πρώτοι μπορούν να ανταπαντήσουν ότι «γνωρίζατε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να δουλέψετε στο δημόσιο, άρα δεν έπρεπε καν να μπείτε στις σχολές παιδαγωγικών». Αλλά η ανταπάντηση μπορεί να είναι: «δεν έχεις λόγο να μας πεις τι θα έπρεπε να κάνουμε ή όχι, η κατάσταση μπορεί να άλλαζε και να δουλεύαμε, δεν μπορείτε να ξέρετε». Πώς ξέρουμε ποια πλευρά έχει δίκιο; Η απάντηση μου είναι ότι, υπό το μονοπωλιακό καθεστώς, δεν υπάρχει περίπτωση να εξακριβωθεί κάτι τέτοιο.

Θα προσπαθήσω να το εξηγήσω. Υπό ένα μονοπωλιακό καθεστώς, το τι είναι δίκαιο ή άδικο επαφίεται στον μονοπωλητή. Ανάλογα με το αν αυτός μονοπωλεί τη δικαιοσύνη, την εκπαίδευση, την παραγωγή σιταριού κ.ο.κ., δίκαιο εστί αυτό που ορίζουν τα δικαστήρια του, ο υπουργός παιδείας του και ο υπουργός αγροτικής ανάπτυξης αντίστοιχα. Επομένως, το τι είναι δίκαιο ορίζεται εξ αναγγελίας με απόλυτη αυθεντία εκείνον που κάνει την αναγγελία. Κάτι είναι δίκαιο επειδή το λέω εγώ ως μονοπωλητής του εκάστοτε τομέα. Όχι. Το τι είναι δίκαιο δεν μπορεί να οριστεί άνωθεν. Η δικαιοσύνη είναι καθαρά κοινωνική έννοια και ορίζεται μόνο μεταξύ των ατόμων που έρχονται σε συμφωνίες μεταξύ τους. Έτσι λοιπόν ο μισθός ενός εργαζομένου θεωρείται δίκαιος, όχι από έναν τρίτο παρατηρητή, αλλά από τον εργοδότη και τον εργαζόμενο που έρχονται σε εθελοντική συμφωνία. Αν δεν θεωρούταν δίκαιος ο μισθός, δε θα συμφωνούσε κανένας στην υπογραφή της σύμβασης. Άλλο παράδειγμα. Δίκαιο σε μία συζυγική σχέση είναι αυτό που συμφωνεί το ζευγάρι: το ποιος θα αναλαμβάνει τα παιδιά και πότε, τις δουλειές του σπιτιού κ.ο.κ. ορίζεται μεταξύ των συμμετεχόντων στην σχέση και από κανέναν άλλον. Δεν μπορώ εγώ να μπω στο ζευγάρι και με τη βία να επιβάλλω το δικό μου δίκαιο στη σχέση τους, καθώς αυτό θα διαφέρει από τα δικά τους κριτήρια περί δικαίου.

Έτσι λοιπόν, στον βαθμό που το υπουργείο παιδείας θεσμοθετεί και ορίζει από τον κορυφή προς τα κάτω τα «δίκαια» κριτήρια, δικαιοσύνη δεν υφίσταται. Γιατί; Διότι οι αναπληρωτές, τους οποίους αφορά η εκάστοτε ρύθμιση δεν έχουν τη δυνατότητα, ανά άτομο, να έρθουν σε εθελοντική σύμβαση με τον εκάστοτε υπουργό παιδείας. Έτσι λοιπόν, κάτι που ενδεχομένως να είναι δίκαιο για τον έναν, είναι άδικο για τον άλλον. Δεν μπορεί να υπάρξει δικαιοσύνη εφόσον παρακάμπτεται το αίσθημα δικαίου των αναπληρωτών ως άτομα. Στην πραγματικότητα, για τον υπουργό παιδείας, κάτι τέτοιο δεν έχει και καμία σημασία. Ποιος ο λόγος να ενδιαφερθεί για τους αναπληρωτές ως άτομα και ξεχωριστές προσωπικότητες; Το χειρότερο είναι ότι όχι μόνο δεν νοιάζεται (και εκ των πραγμάτων, λόγω της μαζικής φύσης της δημόσιας εκπαίδευσης δεν μπορεί να νοιαστεί), αλλά ότι δεν μπορούν οι αναπληρωτές να απευθυνθούν σε κάποιον που να θέλει να ενδιαφερθεί. Ο υπουργός παιδείας, μία κυβέρνηση αλλάζει κάθε τετραετία. Η αποδέσμευση από μία τέτοια σχέση είναι πρακτικά αδύνατη κατά τη διάρκεια παραμονής ενός κόμματος στην εξουσία. Ο πολιτικός αναγκαστικά βλέπει τους αναπληρωτές ως μάζα, άμορφη κιόλας. Η δικαιοσύνη λοιπόν που ζητούν οι αναπληρωτές δεν είναι εφικτή. Δεν μπορεί να υπάρξει δικαιοσύνη σε εργασιακές συμβάσεις οι οποίες ναι μεν απευθύνονται σε άτομα, αλλά θεωρούν αυτά τα άτομα (και δεν έχουν και άλλη επιλογή) ως αριθμούς σε ένα λογιστικό σύστημα εγγραφών στον δημόσιο τομέα. Η αναζήτηση και η εύρεση «δίκαιας» λύσης είναι επομένως ουτοπία.

Γιατί οι μόνιμοι διορισμοί δεν θα λύσουν το πρόβλημα

Το βασικό αίτημα, οι μόνιμοι διορισμοί, θεωρώ ότι θα πρέπει να εγκαταλειφθεί. Πρώτον, ποιος θα τους χρηματοδοτήσει; Ή θα αυξηθούν οι φόροι στον ήδη καταπιεσμένο ιδιωτικό τομέα ή θα μειωθούν τόσο οι μισθοί των πλέον μονίμων αναπληρωτών, ώστε οι πόροι να φτάσουν για όλους. Λεφτά δεν υπάρχουν, και μετά την έξοδο από τα μνημόνια το Ελληνικό κράτος δεν έχει, πλην κάποιων ΕΣΠΑ, πολλές επιλογές για χρηματοδότηση μιας τέτοιας αύξησης στον δημόσιο τομέα. Οι επιλογές δηλαδή είναι δύο: ή δεν μονιμοποιείται κανένας, ή οι μισθοί πέφτουν στα τάρταρα για να μονιμοποιηθούν όλοι.

Δεύτερον, η απαίτηση για μόνιμους διορισμούς θα οδηγήσει σε μένος της κοινωνίας προς τους αναπληρωτές. Σαφώς, η κοινωνία, γενικά, είναι θετικότερα προδιατεθειμένη προς τους εκπαιδευτικούς, αλλά, εν μέσω τέτοιων καιρών, η αύξηση του φορτίου μεγαλύτερου δημόσιου τομέα, ειδικά τώρα που γενικά αυξάνεται το μίσος και η απέχθεια προς το κράτος, θα οδηγήσει σε στοχοποίηση των αναπληρωτών. Ένα κίνημα χρειάζεται κοινωνική υποστήριξη, και κοινωνική υποστήριξη δεν μπορεί να επιτευχθεί ζητώντας από την κοινωνία να επιβαρυνθεί τις δαπάνες ενός κράτους που ήδη έχει αρχίσει να μισεί. Τρίτον, ακόμα και με μόνιμο διορισμό, εφόσον η κύρια ένσταση αποτελείται από τις συνεχείς μεταθέσεις των αναπληρωτών (ενδεικτικό ότι κάηκαν συμβολικά βαλίτσες ταξιδίου στις διαδηλώσεις), δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι όσοι τοποθετηθούν σε μόνιμα πόστα δεν θα βιώνουν συχνές επανατοποθετήσεις. Κενά πάντα θα προκύπτουν και αναγκαστικά θα γίνονται ανακατατάξεις στα δυναμικά των σχολείων. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται ο μόνιμος διορισμός να σώσει τους αναπληρωτές από αυτήν την ταλαιπωρία με κάποια σιγουριά.

Αν το επιχείρημα αφορά την επαγγελματική σταθερότητα, οι μόνιμοι διορισμοί δεν παύουν τον θεσμό του αναπληρωτή. Κενά θα δημιουργούνται συνέχεια και οι παιδαγωγικές σχολές συνεχώς παράγουν καινούριους αναπληρωτές. Οι νυν αναπληρωτές θα σταθεροποιηθούν μόνιμα, οι μετέπειτα όμως; Μάλλον όχι. Η ικανότητα του κρατικού προϋπολογισμού να απορροφά συνεχώς αποφοίτους είναι πεπερασμένη. Εν τέλει το ίδιο πρόβλημα αναβάλλεται προς αντιμετώπιση από την επόμενη φουρνιά αναπληρωτών. Αυτό φυσικά θα συνεχιστεί, καθώς το κίνημα των αναπληρωτών δεν έχει κάποια θέση ως προς την δημόσια ανώτατη εκπαίδευση που παράγει συνεχώς ανέργους. Δεν προτείνει το κλείσιμο των πανεπιστημιακών τμημάτων παιδαγωγικής. Ακόμα και αν το απαιτούσε, δεδομένης της πίεσης των πανεπιστημιακών για το παρόν νομοσχέδιο, αλλά και του ισχυρότερου συνδικαλισμού που αυτοί έχουν, δεν πρόκειται να καταφέρουν και πολλά. Οριστική λύση του προβλήματος, μέσω μονίμων διορισμών, πάλι, είναι ουτοπία.

Προτάσεις αιτημάτων για το κίνημα των αναπληρωτών

Εάν δικαιοσύνη δεν μπορεί να επιτευχθεί, οι μόνιμοι διορισμοί δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα και αν συμβιβαστική λύση μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών δεν δύναται να υπάρξει, τι επιλογές έχουν οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί; Η πρότασή μου είναι μία: πλήρης αποκρατικοποίηση και ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης. Γνωρίζοντας την εχθρότητα του κλάδου προς μία τέτοια κίνηση, χωρίς να μπω σε εξαιρετικές λεπτομέρειες, θα προσπαθήσω να πείσω τους αναπληρωτές να πιέσουν πολιτικά προς αυτήν την κατεύθυνση.

Ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης

Έχοντας, παραπάνω, εντοπίσει το ουσιαστικό πρόβλημα στην μονοπώληση της εκπαίδευσης από το κράτος, ως «τυπικό μονοπώλιο», η προφανής και αντίθετη πρόταση θα ήταν η πλήρης αποκρατικοποίηση/ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης. Παράλληλα, δεν αρκεί μόνο να καταργηθούν τα δημόσια σχολεία, αλλά επίσης να παύσει και το τυπικό μονοπώλιο του κράτους, ήτοι η δυνατότητά του να ορίζει την ύλη, τις μεθόδους διδασκαλίας, τα βιβλία και λοιπά συστατικά στοιχεία της εκπαίδευσης στον ιδιωτικό τομέα. Με άλλα λόγια, η πρότασή μου είναι οι αναπληρωτές να ζητήσουν την πλήρη εναπόθεση της εκπαίδευσης στα χέρια της αγοράς. Θα εξηγήσω λοιπόν ποια πλεονεκτήματα παρουσιάζονται, όσον αφορά τους αναπληρωτές.

Με το άνοιγμα του ιδιωτικού τομέα και την κατάργηση των αναλυτικών προγραμμάτων του κράτους, άπειρες σχεδόν δυνατότητες για εργασία εμφανίζονται για τους άνεργους και μη αναπληρωτές. Πρώτον, θα επιτραπεί να αναδειχθεί ο θεσμός της κατ’ οίκον εκπαίδευσης, των κέντρων μελέτης μικρών ομάδων μαθητών σε σπίτια, μικρότερες εκπαιδευτικές μονάδες και άλλα. Με άλλα λόγια, το τυπικό σχολείο μαζικής εκπαίδευσης, παύει να είναι θεσμός και γενική τάση. Ποικιλίες διδακτικών μεθόδων, προσεγγίσεων και οργανώσεων εκπαιδευτικών συστημάτων πλέον γίνονται διαθέσιμες. Δεύτερον, με το άνοιγμα της αγοράς, ο αναπληρωτής δεν χρειάζεται να αποτελεί πλέον υπαλληλική ιδιότητα. Επιχειρηματικοί αναπληρωτές μπορούν να αρχίσουν να ανοίγουν δικά τους εκπαιδευτήρια, σχολικές μονάδες, είτε ατομικά είτε συνεταιριστικά με γονείς και άλλους αναπληρωτές. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς μικρές μονάδες μπορούν να οργανωθούν πιο εύκολα και σε ακριτικά μέρη με δύσκολη πρόσβαση. Αναπληρωτές μπορούν να ιδρύουν ανώνυμες εταιρίες και επιχειρήσεις χωρίς επιχειρηματική έδρα, στεγαζόμενοι σε κτήρια των κοινοτήτων και των τοπικών δήμων. Δεν χρειάζεται να περιμένουν τέτοια μέρη τον φύσει βραδυκίνητο γραφειοκρατικό οργανισμό να ενδιαφερθεί τόσο, ώστε να χτίσει σχολείο σε αυτά τα μέρη. Φυσικά, αυτό θα σώσει και μαθητές από μετακινήσεις σε άλλες πόλεις και χωριά.

Ένα πιο ενδιαφέρον (ειδικά από παιδαγωγική πλευρά) πλεονέκτημα είναι ότι η ιδιωτικοποιημένη εκπαίδευση, ούσα αποκεντρωμένη, μπορεί να εκμεταλλευτεί καλύτερα τις ιδιαίτερες ικανότητες και κλίσεις κάθε αναπληρωτή ξεχωριστά. Άλλοι αναπληρωτές είναι καλύτεροι σε φροντιστηριακού τύπου καταστάσεις, άλλοι σε εξατομικευμένες ένας-προς-ένα, άλλοι σε κανονικές τάξεις. Άλλοι αναπληρωτές έχουν μεγαλύτερη έφεση σε εγκυκλοπαιδικές γνώσεις και επομένως τμήματα που μπορούν και αρπάζουν εύκολα τη γνώση, θα κάλυπταν ενδεχομένως την έλλειψη στην μεταδοτικότητα που μπορεί να έχουν. Φυσικά μπορεί να γίνει και το αντίθετο. Πολυκατοικίες, γειτονιές και συνοικίες μπορούν να οργανωθούν και να προσλάβουν δασκάλους για τα παιδιά τους σε μικρότερα τμήματα. Αυτό είναι παιδαγωγικά πιο κατάλληλο και φυσικά πολλαπλασιάζει τις ενδεχόμενες θέσεις εργασίας για τους εκπαιδευτικούς.

Μία ένσταση εδώ αναφέρεται στην υπάρχουσα κατάσταση του ιδιωτικού σχολικού τομέα στην χώρα. Διάφορα σενάρια ακούγονται για κακοπληρωτές, πολλές ώρες εργασίας και μικρές αμοιβές, άρα, θεωρητικά το σενάριο που παρουσιάζω εγώ εδώ είναι ήδη δοκιμασμένο και αποτυχημένο. Όχι. Μην ξεχνάμε ότι η εκπαίδευση είναι τυπικό μονοπώλιο του κράτους. Αυτό ελέγχει την είσοδο και έξοδο από την αγορά. Η παρούσα κατάσταση είναι τέτοια που προστατεύει τους παρόντες ιδιώτες εκπαιδευτές από τον νέο ανταγωνισμό. Σκεφτείτε το εξής: εάν το κράτος επιβάλλει τη διδασκαλία εικοσιπέντε διδακτικών αντικειμένων, τότε, ένα μικρό σχολείο που δεν θα μπορέσει να προσλάβει όσους εκπαιδευτικούς απαιτούνται, τότε δεν θα μείνει σε λειτουργία, καθώς δε θα πληρεί τα κρατικά κριτήρια. Ομοίως, δυσκολεύεται έτσι η είσοδος σε νέους επιχειρηματίες στον χώρο, καθώς αυτές οι παρεμβάσεις του κράτους δημιουργούν τα λεγόμενα σταθερά (fixed) κόστη, που δεν μπορούν να υπερκαλυφθούν από όλους. Έτσι λοιπόν, ελλείψει ανταγωνισμού, οι εργοδότες του τομέα δεν έχουν λόγο να είναι φερέγγυοι, και δεδομένου του εφεδρικού στρατού άνεργων αναπληρωτών, μπορούν σαν τα ρούχα να αλλάζουν υπαλλήλους, να μην αμείβουν κανονικά, να εκβιάζουν κοκ. Η παρούσα κατάσταση, αυτή του τυπικού μονοπωλίου, είναι αυτή που έχει διαμορφώσει με αυτόν τον τρόπο την ιδιωτική εκπαίδευση στην Ελλάδα. Ωφελημένοι είναι εκείνοι που πρόλαβαν να εισέλθουν στον τομέα πριν την φοροληστρική επέλαση, πριν από την αύξηση των διδακτικών αντικειμένων ή έχοντας κάποια επιτυχία εξ αρχής, την οποία πλέον διατηρούν λόγω των φραγμών στον ανταγωνισμό.

Ένα ακόμα πλεονέκτημα της αποκέντρωσης και της απελευθέρωσης των αναλυτικών προγραμμάτων, θα είναι και η μεγαλύτερη μαθητοκεντρική προσέγγιση που θα μπορέσει να υιοθετηθεί σε ένα τέτοιο σύστημα. Εφόσον οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς θα μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς μεσάζοντες (δηλαδή το υπουργείο παιδείας), οι ανάγκες του μαθητή θα μπορούν να εξακριβωθούν και να ικανοποιηθούν καλύτερα, εφόσον αυτός θα είναι ενταγμένος σε ένα σύστημα πιο αποκεντρωμένο και, επομένως, πιο ευέλικτο. H ένσταση του ότι φτωχοί γονείς δεν θα μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στον προτεινόμενο αυτό σύστημα θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Πρώτον, το σύστημα που προτείνω θα βοηθήσει τους γονείς να ξοδεύουν λιγότερα για την εκπαίδευση των παιδιών τους με την αύξηση του ανταγωνισμού και δεύτερον, με την αφαίρεση αχρείαστων δαπανών εκ μέρους τους. Όσον αφορά το δεύτερο, το υψηλό κόστος της ιδιωτικής εκπαίδευσης έχει να κάνει (εκτός από την παρακώλυση του ανταγωνισμού) και με την αύξηση του κόστους διδασκαλίας όλων των διδακτικών αντικειμένων που απαιτεί το αναλυτικό πρόγραμμα. Για παράδειγμα, ένας γονιός που στέλνει το παιδί του σε κάποιο άθλημα, θα έχει την ελευθερία να μην πληρώσει επιπλέον για τον γυμναστή στο σχολείο, ή τον δάσκαλο εικαστικών αντίστοιχα, τον θεατρολόγο κοκ. Επίσης, υπό αυτό το σύστημα, οι εκπαιδευτικές ώρες ανά αντικείμενο μπορούν να ποικίλουν ανά τον μαθητή. Πιο χαρισματικοί μαθητές μπορούν να φοιτούν λιγότερες ώρες, εφόσον μπορούν να μαθαίνουν γρηγορότερα και λιγότερο χαρισματικοί δεν χρειάζεται να παρακολουθούν μαθήματα στα οποία, πέραν των βασικών δεξιοτήτων, δεν μπορούν να ακολουθήσουν ή στα οποία ο χρόνος ως προς το όφελος από αυτά τα μαθήματα δεν πρόκειται να έχουν αναλογική σχέση. Με άλλα λόγια, το σύστημα αυτό είναι πιο θετικό για όλους τους μαθητές, χαρισματικούς και μη: στους πρώτους δεν επιφέρει υπερβολική ενασχόληση με αντικείμενα που τα κατέχουν εύκολα και μπορεί να αφιερωθεί χρόνος στις κλίσεις και τα ενδιαφέροντά τους, στους δεύτερους δίνει τη δυνατότητα να επικεντρωθούν στα δυνατά τους σημεία και να μη χάνουν χρόνο προσπαθώντας να βελτιώσουν τις ανυπέρβλητες ενίοτε αδυναμίες τους. Αν η ένσταση εδώ είναι ότι θα δημιουργηθούν μεγάλα εκπαιδευτικά χάσματα πρέπει να απορριφθεί. Πρώτον, διότι τα εκπαιδευτικά χάσματα ποτέ δεν πρόκειται να παύσουν να υπάρχουν έτσι κι αλλιώς, εκτός και αν όλοι οι μαθητές εξισωθούν σε όλα τα επίπεδα (βιολογικό, κοινωνικό, νοητικό κοκ). Δεύτερον, είναι με αυτό το σύστημα που, αντιθέτως, θα μειωθούν τα χάσματα ανάμεσα σε «καλούς» και «κακούς» μαθητές, καθώς οι δεύτεροι, δεν θα χάνουν χρόνο να ασχολούνται με αντικείμενα που είναι γνωστικά προσβάσιμα σε μαθητές μεγαλύτερου επιπέδου από το δικό τους. Σαφώς, οι πιο προικισμένοι μαθητές, τηρουμένων των αναλογιών, θα είναι καλύτερα εκπαιδευμένοι, αλλά, πλέον, οι πιο αδύναμοι δεν θα χαθούν σε ένα σύστημα ένα-μέγεθος-για-όλους που ισχύει τώρα.

Οι μισθοί των αναπληρωτών θα τείνουν επίσης προς αύξηση, καθώς πλέον ο ανταγωνισμός θα είναι πιο έντονος ανάμεσα σε εργοδότες και οι μαθητές ανά αναπληρωτή θα αυξηθούν λόγω της απελευθέρωσης όλων των μοντέλων διδασκαλίας και εκπαίδευσης. Τα ιδιαίτερα μαθήματα θα ανθίσουν και γενικά η ανεργία στον κλάδο θα μειωθεί δραστικά, εφόσον αυτό είναι που ενδιαφέρει τους αναπληρωτές έτσι κι αλλιώς στις κινητοποιήσεις τους.

Θα μπορούσα να επεκταθώ σε μεγαλύτερη οικονομική και παιδαγωγική ανάλυση, αλλά κάτι τέτοιο θα με έβγαζε εκτός θέματος. Έχοντας διαγνώσει τα προβλήματα στο κρατικό τυπικό μονοπώλιο, η μόνη λύση είναι η ακριβώς αντίθετη πορεία: η ιδιωτικοποίηση. Το περίγραμμα ενός τέτοιου συστήματος με κάποια περιστασιακή οικονομική και παιδαγωγική ανάλυση, θεωρώ ότι αρκεί σε αυτό το σημείο. Έτσι λοιπόν, θα προχωρήσω σε μερικές προτάσεις για το κίνημα των αναπληρωτών, έναν μπούσουλα που προσωπικά θεωρώ ότι αξίζει να υιοθετήσουν ως κίνημα προς αυτόν τον σκοπό.

Προτάσεις προς τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς

Ακολουθούν μερικές προτάσεις προς τους αναπληρωτές που συμμετέχουν ή όχι στις κινητοποιήσεις, όσον αφορά την πολιτική πίεση προς ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης.

1. Κερδίστε την εύνοια της κοινωνίας

Ένα κίνημα είναι τόσο πετυχημένο όσο μεγαλύτερη και η κοινωνική υποστήριξη που απολαμβάνει. Επομένως, εφόσον η κοινωνία αρχίζει να συνειδητοποιεί τον πόνο της φορολεηλασίας, της κρατικής διαφθοράς και των συνδικαλιστικών απαιτήσεων που απαιτούν μεγαλύτερο παρασιτικό ρόλο εις βάρος της, στηρίξτε την μείωση φόρων και εισφορών και την μείωση των κρατικών δαπανών. Στηρίξτε με την ρητορική σας τον ιδιωτικό υπάλληλο, ελεύθερο επαγγελματία και εργαζόμενο, ο οποίος αποτελεί και τον μεγαλύτερο «πελάτη» σας στην εκπαίδευση. Κερδίστε την αποδοχή των άμεσα ενδιαφερόμενων! Των γονιών των μελλοντικών μαθητών σας!

2. Καταδικάστε τα συνδικάτα

Ποτέ μα ποτέ, ιστορικά, κάποιο συνδικάτο δεν έχει ενδιαφερθεί για κανέναν πέρα των μελών του. Είναι αυταπάτη να νομίζετε ότι οι συνδικαλιστές των μονίμων εκπαιδευτικών ή και οι συνδικαλιστές των αναπληρωτών ενδιαφέρονται για τον ανένταχτο αναπληρωτή εκπαιδευτικό. Κάθε κομματική-συνδικαλιστική οργάνωση έχει τα δικά της αιτήματα και, εφόσον κάτι τέτοιο ισχύει, τότε η διάθεση για συσπείρωση δεν υφίσταται: ο καθένας προσπαθεί να φέρει τις αλλαγές που εκείνος επιθυμεί πλασάροντάς τις ως «γενικό καλό και δίκαιο». Αυτό πρέπει να σταματήσει. Το τι είναι καλό και δίκαιο στην εκπαίδευση θα το αποφασίσει από κοινού ο γονιός του παιδιού με τον δάσκαλο που θα έχει απέναντί του, μέσω μίας υγιούς συνεργατικής σχέσης και όχι μέσω των φερεφώνων του συνδικαλιστικού πολιτικοποιημένου συστήματος. Μη συμμετέχετε στις εκλογές τους, μην ψηφίζετε, αντικρούστε τους κάθε φορά που θυμούνται να ρωτήσουν την άποψή σας σε προεκλογικές περιόδους. Αυτό που φοβούνται οι συνδικαλιστές είναι η αξιολόγηση, και οι αξιολόγηση της αγοράς είναι η σκληρότερη αλλά συνάμα και η δικαιότερη. Οι αναπληρωτές δεν έχουν να φοβηθούν κάτι τέτοιο καθώς, έχουν κατά πολύ καλύτερη κατάρτιση από τους μόνιμα διορισμένους, έχοντας πρόσβαση σε νέα γνώση και μεθόδους. Σε τελική ανάλυση, αυτό που σας προτείνω να ζητήσετε είναι η επιβεβαίωση της αξίας σας στην αγορά.

3. Καταδικάστε το πανεπιστημιακό καρτέλ

To παρόν νομοσχέδιο έχει την υποστήριξη πανεπιστημιακών. Αυτό μιλά από μόνο του. Πανεπιστημιακές σχολές που παράγουν συνεχώς ανέργους, λόγω κορεσμού της αγοράς στοχεύουν στην τόνωση της ζήτησης για τις υπηρεσίες τους πιέζοντας για την μεγαλύτερη προσμέτρηση τυπικών προσόντων (μεταπτυχιακά και διδακτορικά π.χ.). Στην ελεύθερη αγορά, τα τυπικά προσόντα θα μετρούσαν όσο θα ήθελε να τα μετρήσει ο εργοδότης ή γονιός. Στην αγορά τα τυπικά προσόντα δεν έχουν σημασία εφόσον ο δάσκαλος απλά δεν μπορεί να αποδώσει στην τάξη, άρα και να αυξήσει το κέρδος του σχολείου. Η ελεύθερη αγορά δεν πιέζει προς προσοντο-θηρία, αλλά αξιοκρατία. Κάνεις κάτι καλά; Αυτό έχει σημασία. Εξάλλου, μπορούμε να φέρουμε παραδείγματα ανθρώπων που δεν έχουν πιστοποίηση αλλά έχουν τα ίδια επίπεδα γνώσεων με δικό τους προσωπικό διάβασμα και προσπάθεια. Καλό το χαρτί, αλλά η πράξη μετράει περισσότερο και έτσι θα έπρεπε να γίνεται παντού. Μαύρο στους πανεπιστημιακούς και κλείσιμο των σχολών εκείνων που απλά παράγουν ανέργους.

4. Αναδείξτε το πώς το κράτος κατέστησε την ιδιωτική εκπαίδευση καρτέλ

Τα εξήγησα παραπάνω. Πιάστε τους συναδέλφους σας και πείστε τους ότι ο ιδιωτικός εκπαιδευτικός τομέας έχει τα χάλια του, όχι επειδή εκ φύσεως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, αλλά επειδή το κράτος δεν μπορεί να αντισταθεί στο να χώνει τη μύτη του στις υποθέσεις των ανθρώπων.

Σε καμία περίπτωση μην χρησιμοποιήσετε βία!

Οι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί είναι αυτοί που θα φέρουν την αλλαγή

Δεν έχω άλλα επιχειρήματα, και μάλλον, αν ήθελα να πω κάτι παραπάνω, ίσως να απαντούσα σε περισσότερες ενστάσεις ή να έκανα περεταίρω ανάλυση των ήδη εκφρασμένων θέσεων μου. Η ουσία των θέσεων μου θα μπορούσε να διατυπωθεί με μία πρόταση ως εξής: «βγείτε από τον φαύλο κύκλο του κρατισμού, ζητήστε ανορθόδοξες για τα δεδομένα της χώρας λύσεις». Η οριστική λύση προβλημάτων έρχεται μέσω εθελοντικών σχέσεων και συμβάσεων, μέσω της αγοράς. Το κράτος δεν μπορεί να ορίσει τι είναι δίκαιο, σωστό και αξιοκρατικό. Οι αναπληρωτές πρέπει να γίνουν η δύναμη που θα αλλάξει το σκηνικό για την εκπαίδευση στην χώρα. Μεταλαμπαδεύστε τις αξίες της κοινωνικής συνεργασίας, του εθελοντισμού, του ελεύθερου ανταγωνισμού και καταδικάστε την βία, τον εξαναγκασμό και την ισοπέδωση στην εκπαίδευση. Καταδικάστε το κράτος και τους πολιτικούς του.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: