Φορολογική δικαιοσύνη: Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν θα έπρεπε να έχουν δικαίωμα ψήφου

0
527
Κανένας υποψήφιος για το κοινοβούλιο, τις περιφέρειες, τους δήμους ή τις νομαρχίες δεν μπορεί να διακινδυνεύσει να αντιταχθεί στις ακόρεστες ορέξεις των δημοσίων υπαλλήλων για αυξήσεις. Τα διάφορα πολιτικά κόμματα είναι ιδιαιτέρως πρόθυμα να ξεπεράσουν το ένα το άλλο στις παροχές.
Κανένας υποψήφιος για το κοινοβούλιο, τις περιφέρειες, τους δήμους ή τις νομαρχίες δεν μπορεί να διακινδυνεύσει να αντιταχθεί στις ακόρεστες ορέξεις των δημοσίων υπαλλήλων για αυξήσεις. Τα διάφορα πολιτικά κόμματα είναι ιδιαιτέρως πρόθυμα να ξεπεράσουν το ένα το άλλο στις παροχές.

αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς μεθοδολογικά και δεοντολογικά, όταν υποστηρίζουμε πως όσοι επωφελούνται από τα κρατικά ταμεία, οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι φοροφαγάδες εν γένει, δεν πρέπει να ψηφίζουν, δεν πρέπει να περιοριστούμε στους μετανάστες.

Του Ευθύμη Μαραμή

Μεγάλο μέρος της τρέχουσας συζήτησης για τη μετανάστευση, επικεντρώνεται στο θέμα της ενσωμάτωσης, που αποτελεί έναν ασαφή όρο ο οποίος μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε: από το «δεν θα απελαθείτε» ως το «να επιταχυνθεί η παροχή ιθαγένειας και να παραχωρηθούν δικαιώματα ψήφου.»

Βλέποντας τα πράγματα μέσω του laissez-faire, η μη απέλαση – η μη κυβερνητική δράση – είναι ένα θέμα, αλλά η παροχή δικαιωμάτων ψήφου στους μετανάστες είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.

Η συζήτηση για την «ενσωμάτωση» βοηθάει να καταδειχθεί η διαφορά μεταξύ των πραγματικών, συγκεκριμένων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και των πολύ διαφορετικών πολιτικών «δικαιωμάτων» όπως το δικαίωμα ψήφου. Ο περιορισμός των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας είναι πάντα παράνομος υπό την φιλελεύθερη οπτική. Ο περιορισμός των πολιτικών δικαιωμάτων, από την άλλη πλευρά, ενδέχεται μερικές φορές να είναι απαραίτητος.

Δικαιώματα ιδιοκτησίας έναντι πολιτικών «δικαιωμάτων»

Για παράδειγμα, όλοι παντού έχουν δικαιώματα ιδιοκτησίας, ανεξάρτητα από το είδος του καθεστώτος που επικρατεί εκεί που ζουν και ανεξάρτητα αν το κράτος αναγνωρίζει ή όχι την ύπαρξη αυτών των δικαιωμάτων. Αυτά τα δικαιώματα περιλαμβάνουν το δικαίωμα της αυτοκτησίας – να είναι κάποιος ιδιοκτήτης του σώματος του – να κατέχει δικαίως αποκτηθείσα ιδιοκτησία και να συνάπτει ειρηνικές συμβάσεις με άλλους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων που αφορούν την απασχόληση και τη στέγαση. Οι αλλοδαποί χαρακτηρισμένοι ως «παράνομοι μετανάστες» πρέπει να έχουν επίσης αυτά τα δικαιώματα.

Αλλά τα δικαιώματα ιδιοκτησίας όπως αυτά που αναφέρθηκαν δεν πρέπει να συγχέονται με τα πολιτικά «δικαιώματα» που διαφέρουν πολύ από τα δικαιώματα ιδιοκτησίας. Για την ακρίβεια, στην πράξη, τα πολιτικά δικαιώματα όπως το δικαίωμα ψήφου, χρησιμοποιούνται συχνά για να δικαιολογήσουν τον εξαναγκασμό εναντίον άλλων ανθρώπων υπό τη μορφή της επέκτασης των κρατικών δαπανών και τον κρατικό έλεγχο πάνω σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής.

Οι επικριτές της «ενσωμάτωσης» που επιθυμούν να περιορίσουν περαιτέρω την ελεύθερη χρήση της ιδιοκτησίας από τους εργοδότες, τους ιδιοκτήτες και τους εργαζόμενους, κάνουν το λάθος να προσπαθούν να περιορίσουν τη μετανάστευση περιορίζοντας τα δικαιώματα ιδιοκτησίας. Ωστόσο είναι πιο δίκαιοι, όταν προσπαθούν να αντισταθούν στην περαιτέρω επέκταση της κρατικής εξουσίας, περιορίζοντας τον αριθμό των ατόμων που είναι δυνητικά παραλήπτες (μέσω ιθαγένειας) κρατικών προνομίων και επιδομάτων.

Η ουσιώδης υπόθεση που υποστηρίζει αυτή τη στάση για τους μετανάστες, είναι ότι τείνουν να επιδιώκουν την επέκταση των κρατικών προνομίων πουλώντας την ψήφο τους σε πολιτικά κόμματα και ότι είναι αποδέκτες φορολογημένων χρημάτων (φοροφαγάδες) που λαμβάνουν περισσότερα φορολογικά οφέλη από όσα καταβάλουν. Είναι, βεβαίως, αλήθεια ότι πολλοί μετανάστες είναι στην πραγματικότητα φοροφαγάδες (φοροθήρες) και πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας σε αυτή την κατηγορία κλεπταποδόχων καθώς απευθύνονται σε ψηφοθήρες πολιτικούς ώστε να πραγματοποιήσουν συναλλαγή εις βάρος των ανήμπορων παραγωγών-φορολογουμένων.

Περιορίζοντας το μέγεθος του κράτους μέσω των περιορισμένων δικαιωμάτων ψήφου

Προβάλλοντας τα επιχειρήματά τους ενάντια στο δικαίωμα ψήφου στους μετανάστες, οι υποστηρικτές αυτής της θέσης, ίσως άθελα τους, συμφωνούν με τους – ελάχιστους – που αντιτίθενται πραγματικά στο πρόβλημα των ευρέων δικαιωμάτων ψήφου σε ένα δημοκρατικό καθεστώς (ελαφρο-κομμουνισμός). Στη δημοκρατία, μεγάλος αριθμός παραληπτών φορολογημένων χρημάτων (φοροφαγάδες) έχουν επίσης τη δυνατότητα να ψηφίζουν αναλόγως αυξάνοντας τα οφέλη για τους εαυτούς τους.

Ωστόσο, όταν εξετάσουμε προσεκτικά τον αριθμό των ψηφοφόρων που επωφελούνται από τις επεκτάσεις των κρατικών δαπανών, ο αριθμός των μεταναστών φαίνεται συγκριτικά ασήμαντος. Οι στρατιές των δημοσίων υπαλλήλων, των κρατικών εργολάβων, των «δικαιούχων» κοινωνικής ασφάλισης και όλων όσων λαμβάνουν επιδόματα και πληρωμές πάσης φύσεως από το κράτος, γνωρίζουν ότι οι περικοπές στις κρατικές δαπάνες θα τους βλάψουν. Και, φυσικά, αυτοί οι άνθρωποι ψηφίζουν.

Επομένως, αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς μεθοδολογικά και δεοντολογικά, όταν υποστηρίζουμε πως όσοι επωφελούνται από τα κρατικά ταμεία (οι φοροφαγάδες) δεν πρέπει να ψηφίζουν, δεν πρέπει να περιοριστούμε στους μετανάστες.

Φορολογούμενοι έναντι φοροφαγάδων

Στο σύντομο βιβλίο του Bureaucracy, ο Ludwig von Mises εξέτασε αυτό το πρόβλημα στο πλαίσιο των δημοσίων υπαλλήλων. Στην ενότητα με τίτλο «Ο γραφειοκράτης ως ψηφοφόρος» ο von Mises εξηγεί:

«Ο γραφειοκράτης δεν είναι μόνο κρατικός υπάλληλος. Είναι επίσης, υπό το δημοκρατικό σύνταγμα, ταυτόχρονα ψηφοφόρος και ως τέτοιος αποτελεί μέρος της κυριαρχίας, του εργοδότη του. Είναι σε ιδιόμορφη θέση: είναι εργοδότης και υπάλληλος. Και το χρηματικό του συμφέρον ως εργαζόμενου, κυριαρχεί επί του συμφέροντος του ως εργοδότη, καθώς παίρνει πολλά περισσότερα από όσα συνεισφέρει στα δημόσια ταμεία. Αυτή η διπλή σχέση γίνεται πιο σημαντική καθώς οι άνθρωποι υπό κρατική μισθοδοσία αυξάνονται. Ο γραφειοκράτης ως ψηφοφόρος είναι πιο πρόθυμος να κερδίσει μια αύξηση, παρά να διατηρήσει τον προϋπολογισμό ισορροπημένο. Κύριο μέλημά του είναι να αυξηθούν τα εισοδήματα του». 

Ο Mises συνεχίζει εξετάζοντας την άνοδο των πανίσχυρων ομάδων ειδικών συμφερόντων στη Γαλλία και τη Γερμανία τα χρόνια πριν από την «πτώση των δημοκρατικών συνταγμάτων τους». Μας λέει πως:

Δεν ήταν μόνο οι εργοδότες των δημόσιων υπαλλήλων και εκείνοι οι δημόσιοι υπάλληλοι που απασχολούνταν στους κρατικοποιημένους επιχειρηματικούς κλάδους (π.χ. σιδηρόδρομοι, ταχυδρομεία, τηλεγραφικές και τηλεφωνικές υπηρεσίες), υπήρχαν επίσης και οι «δικαιούχοι» των επιδομάτων ανεργίας, των παροχών κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και οι αγρότες και ορισμένες άλλες ομάδες τις οποίες επιδοτούσε το κράτος άμεσα ή έμμεσα. Το κύριο μέλημά τους ήταν να αντλήσουν περισσότερα από τα δημόσια κονδύλια. Δεν νοιάζονταν για «ιδεώδη» θέματα όπως η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η κυριαρχία του δικαίου και η υγιής διακυβέρνηση. Ζητούσαν περισσότερα χρήματα, αυτό ήταν όλο. Κανένας υποψήφιος για το κοινοβούλιο, τις περιφέρειες, τους δήμους ή τις νομαρχίες δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει να αντιταχθεί στις ακόρεστες ορέξεις των δημοσίων υπαλλήλων για αυξήσεις. Τα διάφορα πολιτικά κόμματα ήταν ιδιαιτέρως πρόθυμα να ξεπεράσουν το ένα το άλλο στις παροχές.

Ο von Mises καταλήγει:

Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν μπορεί να επιβιώσει εάν ένα μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων πληρώνεται από το κράτος. Εάν τα μέλη του κοινοβουλίου δεν θεωρούν πλέον ότι είναι υπό την εντολή των φορολογουμένων, αλλά είναι εκπρόσωποι εκείνων που λαμβάνουν μισθούς, εργολαβίες, επιδόματα, παραχωρήσεις και άλλα προνόμια από το δημόσιο ταμείο, η δημοκρατία τελειώνει.

Η λογική αυτού του επιχειρήματος του von Mises είναι απλή. Εάν οι φορολογούμενοι (ειδικά αυτοί που μόνο πληρώνουν φόρους) ξεπεραστούν αριθμητικά από τους φοροφαγάδες, τότε αναπόφευκτα το οικονομικό σύστημα θα τείνει όλο και περισσότερο προς την οικονομική φθορά, οδηγούμενο τελικά σε πτώχευση. Στην Ελλάδα το γνωρίζουμε ήδη καλά αυτό.

Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι πολλοί από αυτούς που, δικαίως, αντιτίθενται στο δικαίωμα ψήφου των μεταναστών, δεν αναφέρουν όλες εκείνες τις πολιτικά ισχυρότερες και δημοφιλέστερες ομάδες συμφερόντων (δηλαδή τους εργολάβους, εργολήπτες, τους συνταξιούχους, τους παραλήπτες επιδομάτων και επιδοτήσεων) των οποίων τα εισοδήματα εξαρτώνται επίσης από τις κρατικές δαπάνες. Και, να μην ξεχνάμε, τους «επίσημους» κρατικούς υπαλλήλους οι οποίοι εξαρτώνται άμεσα από την κρατική μισθοδοσία για τα εισοδήματά τους και σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό από οποιαδήποτε ομάδα μεταναστών.

Αν και το δημοκρατικό σύνταγμα θεσπίζει καθεστώς ενός ατόμου/μιας ψήφου για όλους τους πολίτες, παραμένει σαφέστατο ότι είναι απερίσκεπτο και προκλητικό για τους παραγωγούς/φορολογουμένους να επιτρέπεται σε ένα πρόσωπο που το εισόδημα του εξαρτάται πρωτίστως από τα κρατικά ταμεία, να δικαιούται ψήφο σε οποιαδήποτε εκλογική διαδικασία που μπορεί να έχει αντίκτυπο στα εισοδήματα του. Σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο, αυτό θα θεωρούταν μέγιστη σύγκρουση συμφερόντων.

Και ενώ είναι σωστό, είναι επίσης και πολιτικά εύκολο να αντιταχθούμε στα δικαιώματα ψήφου και στα επιδόματα των φοροφαγάδων μεταναστών. Ωστόσο το πρόβλημα της λεηλασίας των φορολογουμένων δεν θα λυθεί. Οι αριθμοί καταδεικνύουν ότι για το 67% του πληθυσμού της Ελλάδας, υφίσταται εξ ολοκλήρου εξάρτηση για τα εισοδήματα του από την ελληνική κυβέρνηση. Με μια τέτοια συντριπτική πλειοψηφία, η αλλαγή αυτού του σοσιαλιστικού συστήματος με δημοκρατική διαδικασία είναι αδύνατη. Το 67% του πληθυσμού, έχει ισχυρά κίνητρα να συνεχίσει να ψηφίζει κατά τρόπο που θα αναγκάζει το υπόλοιπο 33% να καλύπτουν τα έξοδα διαβίωσής του. Μόνο όταν σταματήσουν να έχουν δικαίωμα ψήφου οι εγχώριοι φοροφαγάδες θα μπορέσει να ανασάνει η χώρα οικονομικά και ηθικά.

***

 

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.