Οι Ευρωπαϊκές επιδοτήσεις βλάπτουν σοβαρά την οικονομία

0
797
Επιδοτήσεις
Οι επιδοτήσεις καταστρέφουν ολόκληρες οικονομίες προκαλώντας εκτεταμένα προβλήματα οικονομικού υπολογισμού και κατανομής πόρων.

Οι επιδοτήσεις αποτελούν στην ουσία και μεταφορά πληρωμών. Πόροι από έναν κλάδο της οικονομίας μεταφέρονται  σε άλλους. Οι κλάδοι που δέχονται τα χρήματα παρουσιάζουν τυπικά μία αύξηση των κερδών τους. Αντίστοιχα, οι κλάδοι που φορολογούνται, παρουσιάζουν μείωση

 

του Ευθύμη Μαραμή και Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Σύμφωνα με τον οργανισμό ερευνών Διανέοσις, η Ελλάδα ως το 2013 είχε λάβει επιδοτήσεις ύψους 87,26 δισεκατομμυρίων ευρώ. Με την έναρξη της δωροδοκίας κυβερνήσεων εκ μέρους των αρχιτεκτόνων της Ε.Ε., παρατηρούμε πως τα πακέτα ΜΟΠ ξεκίνησαν τον χορό της εγκαθίδρυσης του κορπορατικού σοσιαλισμού το 1982 στην Ελλάδα. Δεδομένου πως δεν παρέχεται καμία μέθοδος μέτρησης των ανθρώπινων σχέσεων και υποθέσεων (είναι πέραν των ανθρωπίνων δυνάμεων μέτρησης), μπορούμε μόνο με πραξεολογική μεθοδολογία να εξάγουμε a priori συμπεράσματα.

Περιγράφοντας τη λειτουργία των επιδοτήσεων

Υπάρχουν δύο τρόποι απόκτησης πλούτου: τα οικονομικά μέσα (αγορά) και τα πολιτικά μέσα (εξαναγκασμός). Στην ελεύθερη αγορά μόνο ο πρώτος τρόπος συμβαδίζει με το θεσμό της ιδιοκτησίας. Ας βάλουμε όμως στο παιχνίδι και το θεσμό των επιδοτήσεων. Η δυνατότητα κρατικής επιδότησης επιτρέπει μια αλλαγή στο σκηνικό της αγοράς: ανοίγει το δρόμο για την κατανομή του πλούτου σύμφωνα με την ικανότητα ενός ατόμου ή μιας ομάδας να αποκτήσει τον έλεγχο της κρατικής πολιτικής 1

Οι επιδοτήσεις αποτελούν και μεταφορά πληρωμών. Πόροι από έναν κλάδο της οικονομίας μεταφέρονται στην ουσία σε άλλους. Οι κλάδοι που δέχονται τα χρήματα παρουσιάζουν τυπικά μία αύξηση των κερδών τους. Αντίστοιχα, οι κλάδοι που φορολογούνται, παρουσιάζουν μείωση. Επομένως, υπάρχει κίνητρο για μετακίνηση επιχειρηματιών από τους κλάδους που ζημιώνονται σε αυτούς που επωφελούνται από τις επιδοτήσεις. Δεδομένου του γεγονότος ότι αυτές οι μετακινήσεις από κλάδο σε κλάδο δε θα συνέβαιναν στην ελεύθερη αγορά, τηρουμένων των αναλογιών, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι αποτελούν και κακές επενδύσεις, δηλαδή malinvestments.

Σύμφωνα με τον Murray Rothbard:

«Οι κυβερνητικές επιδοτήσεις δημιουργούν μια ξεχωριστή διαδικασία διανομής (όχι «αναδιανομής», όπως μερικοί θα ισχυριστούν). Για πρώτη φορά, τα κέρδη αποκόπτονται από την παραγωγή και τη συναλλαγή και καθίστανται προσδιορισμένα από διαφορετικά κριτήρια. Στο βαθμό που η διανομή αυτή συμβαίνει, η κατανομή των κερδών διαστρεβλώνεται μακριά από την αποτελεσματική εξυπηρέτηση των καταναλωτών. Ως εκ τούτου, μπορούμε να πούμε ότι όλες οι περιπτώσεις επιχορήγησης αποτελούν εξαναγκαστική ποινή των αποτελεσματικών επιχειρηματιών προς όφελος των αναποτελεσματικών 2».

Kατά συνέπεια, οι επιδοτήσεις δίνουν κίνητρα για μετακίνηση παραγωγικών συντελεστών και κεφαλαίου από παραγωγικές σε μη παραγωγικές δραστηριότητες. Κανονικά θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο καθώς το τι είναι παραγωγικό και τι όχι καθορίζεται από τις επιθυμίες των καταναλωτών. Εφόσον αυτή η μετακίνηση δεν εξυπηρετεί τις άμεσες καταναλωτικές ανάγκες, τότε έχουμε στην ουσία και την μείωση του συνολικού κοινωνικού οφέλους. Όσο μεγαλύτερη η έκταση και το μέγεθος των επιδοτήσεων, τόσο μεγαλύτερη θα είναι και η ζημία για τους καταναλωτές. Θα παράγονται προϊόντα τα οποία δεν εξυπηρετούν καταναλωτικές ανάγκες. Αυτό εξηγεί επίσης ότι πολλές φορές, υπάρχουν μεγάλα πλεονάσματα προϊόντων που παραμένουν αδιάθετα στις αγορές. Τότε είναι που οι αγροτικές επιτροπές διατάζουν την καταστροφή ή ταφή του πλεονάσματος για να προστατευτούν οι τιμές των προϊόντων αυτών από την υπερβολική προσφορά. Επομένως, οι επιδοτήσεις δημιουργούν ακόμα ένα σημαντικό πρόβλημα: σπατάλες προϊόντων και πεπερασμένων πόρων.

Πολιτικοποίηση και αποβιομηχάνιση της αγοράς

Από τα παραπάνω, δημιουργείται μία κατάσταση σύγκρουσης καθώς έχουμε την εμφάνιση δύο διαφορετικών ομάδων: των φορολογημένων και των επιδοτούμενων. Οι δεύτεροι επωφελούνται εις βάρος των πρώτων, και οι πρώτοι με τη σειρά τους αποκτούν κίνητρα να ενταχθούν στις ομάδες των δεύτερων. Συχνά, προσπαθούν να το κάνουν, κυνηγώντας τις πιο άμεσες και εύκολες επιδοτήσεις οι οποίες δεν απαιτούν τη δημιουργία εκτεταμένων γραμμών παραγωγής στον χρόνο. Εστίαση, αγροτικές επιδοτήσεις και άλλες start-ups αποτελούν καλούς υποψήφιους αποδοχείς επιδοτήσεων. Δεδομένου πως ανάλογες επιχειρηματικές δραστηριότητες δεν δημιουργούν μεγάλες γραμμές παραγωγής (δηλαδή παραγωγή πολλών σταδίων) και δεδομένης της μετακίνησης από μη επιδοτούμενες σε επιδοτούμενες δραστηριότητες, η παραγωγή θα μειωθεί λόγω της αυξημένης αποβιομηχανοποίησης (η βιομηχανία αφορά παραγωγή μεγάλου μήκους) της οικονομίας. Όπερ και εγένετο  την περίοδο 1981 – 1999.

Το επιχείρημα ότι μερικοί οικονομικοί κλάδοι χρειάζονται ενίσχυση για να αναπτυχθούν είναι άτοπο. Αν υπήρχε ζήτηση για τις υπηρεσίες τους, τα κέρδη από την πώληση των προϊόντων αυτών των κλάδων, λόγω της καταναλωτικής ζήτησης, θα αρκούσε για την ανάπτυξή τους. Εκ των προτέρων δηλαδή γνωρίζουμε ότι οι επιδοτήσεις, καθότι εξαναγκαστικές, δεν αντικατοπτρίζουν και τις επιθυμίες των καταναλωτών. Επίσης, δεδομένου πως αποτελούν προϊόν φορολογίας, το επιχείρημα ότι χάρη σε αυτές αποκτούμε και φτηνότερα προϊόντα είναι άτοπο: τα προϊόντα έχουν ήδη χρεωθεί στους καταναλωτές μέσω των φόρων τους.

Επιδοτήσεις και δημιουργία του κρατιστικού λεβιάθαν

Έτσι, αν λάβουμε υπ όψη μας την χρονική περίοδο της έναρξης των επιδοτήσεων, διαπιστώνουμε πως βοήθησαν το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου να χτίσει το ισχυρό συνδικαλιστικό κράτος. Χρηματοδότησαν την κρατικοποίηση επιχειρήσεων – τα φαλιρισμένα ναυπηγεία Σκαραμαγκά για παράδειγμα3 και έθεσαν σε εφαρμογή τη «συνεταιριστική οικονομία» και το πανίσχυρο, αυταρχικό, κοινωνικό κράτος.

Πηγή: Διανέοσις.

Να σημειωθεί εδώ, πως στα αναφερθέντα ποσά του γραφήματος δεν συμπεριλαμβάνονται οι αγροτικές επιδοτήσεις.

Σύμφωνα με άλλες μελέτες και έρευνες, όπως μας ενημερώνει το euro2day, οι κοινοτικές επιδοτήσεις ανέρχονται σε 200 δισεκατομμύρια ευρώ. Σχεδόν τα μισά αποτελούνται απο κονδύλια των αποκαλούμενων αναπτυξιακών προγραμμάτων (από τα ΜΟΠ μέχρι το ΕΣΠΑ), ενώ το υπόλοιπο ποσό περιλαμβάνει δεκάδες δισ. επιδοτήσεων προς τον αγροτικό τομέα και άλλες επιχορηγήσεις.

Η κρατική σπατάλη χρημάτων είναι πάντα δεδομένη

Η κοινή αντίληψη για αυτά τα μυθικά ποσά, είναι πως «φαγώθηκαν» και δεν απέχει καθόλου από την πραγματικότητα. Όμως, θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως τα χρήματα αυτά είναι εξ αρχής «φαγωμένα» από τους ατυχείς Ευρωπαίους (και Έλληνες) φορολογούμενους. Δηλαδή ανεξαρτήτως της διαχείρισης που θα προκύψει, η αρχική εκκίνηση πραγματοποιείται με χρήματα που κατασχέθηκαν εκ μέρους των κυβερνήσεων. Ένα μοιραία αυθαίρετο στοιχείο έχει ενσωματωθεί στα ίδια τα ζωτικά στοιχεία της διαχείρισης αυτών των πόρων. Πρόκειται για χρήματα κερδισμένα από επιτυχείς εμπορικές πράξεις, τα οποία εκλάπησαν από γραφειοκράτες για να διανεμηθούν σύμφωνα με τα σχέδια και τις φιλοδοξίες της γραφειοκρατίας.

Πέραν της πρακτικής ανηθικότητας, η επιδότηση αποτελεί και στρέβλωση των οικονομικών νόμων καθώς οι οικονομικοί πόροι δεν τίθενται σε ανταγωνισμό. Έτσι κατανέμονται εσφαλμένα στο σύνολο τους, χωρίς να κατευθύνονται στις πιο επείγουσες χρήσεις τους. Επιπλέον, καθιστούν τους πολιτικούς σε κυρίαρχους της οικονομίας, καθώς οδηγούν σε πολιτική εξάρτηση πλήθος «επιχειρηματιών» και δημιουργούν τα πελατειακά τους δίκτυα με άνεση. Επεκτείνεται έτσι και διαιωνίζεται η γραφειοκρατική μηχανή. 

Το κράτος δεν επηρεάζεται από το κριτήριο του κέρδους και της ζημίας

Η ιδιωτική επιχείρηση, σε μια ανόθευτη ελεύθερη αγορά, μπορεί να αντλήσει χρηματικά κεφάλαια μόνο από ικανοποιημένους πελάτες που την αξιολογούν και από επενδυτές που καθοδηγούνται από τα τρέχοντα και τα αναμενόμενα μελλοντικά κέρδη η τις ζημίες. Η Ευρωπαϊκή γραφειοκρατία, από την άλλη, αντλεί χρήματα κατά βούληση όποτε της κάνει γούστο. Με την απουσία ελέγχου της διαδικασίας της αγοράς, εξαλείφεται ταυτόχρονα και κάθε ευκαιρία για την κυβέρνηση να κατανείμει τους πόρους των επιδοτήσεων ορθολογικά. Πώς μπορεί να ξέρει αν θα τα δώσει στην επιχείρηση Α ή Β, αν θα «επενδύσει» σε δρόμους ή σχολεία η σε αγωγούς ύδρευσης η σε φάρμακα; Για την ακρίβεια, δεν γνωρίζει καν πόσα χρήματα πρέπει να δαπανήσει για το σύνολο των δραστηριοτήτων αυτών. Δεν υπάρχει κανένας ορθολογικός τρόπος με τον οποίο να μπορεί να κατανείμει τα κεφάλαια ή ακόμη και να αποφασίσει πόσα κεφάλαια πρέπει να διαθέσει.

Μόνο η ελεύθερη αγορά αξιολογείται για τη δράση της

Σε μία διαδικασία ανόθευτης ελεύθερης αγοράς, τα χρήματα που κατευθύνονται σε κάποιους κλάδους και βιομηχανίες, πρέπει πάντα να αποσυρθούν από κάποια άλλη χρήση στην κατανάλωση ή τις επενδύσεις – και αυτή η απόσυρση πρέπει να δικαιολογείται ορθολογικά. Στην ελεύθερη ανόθευτη αγορά, δικαιολογείται από τη δοκιμή των κερδών και των ζημιών – την ένδειξη ότι ικανοποιούνται οι πλέον επείγουσες ανάγκες των καταναλωτών. Εάν μια επιχείρηση ή ένα προϊόν αποδίδει υψηλά κέρδη στους ιδιοκτήτες της και τα κέρδη αυτά αναμένεται να συνεχιστούν, θα παρέχονται περισσότερα κεφάλαια σε αυτή την επιχείρηση. Αντίστροφα, αν προκύπτουν ζημίες, τα χρήματα θα αποσυρθούν από τον κλάδο αυτής της επιχείρησης.

Ο μηχανισμός κέρδους και ζημιών, χρησιμεύει ως ο κρίσιμος οδηγός για την κατεύθυνση της ροής των παραγωγικών πόρων. Δεν υπάρχει ανάλογος οδηγός για τις γραφειοκρατικές επιδοτήσεις της «επιχειρηματικότητας» ή των κυβερνητικών επιχειρήσεων και δραστηριοτήτων. Η γραφειοκρατία δεν διαθέτει κανένα ορθολογικό τρόπο ώστε να αποφασίσει πόσα χρήματα να δαπανήσει συνολικά ή σε κάθε συγκεκριμένη δραστηριότητα και επιχείρηση. Αντίθετα μάλιστα, η γραφειοκρατική διοίκηση θα τείνει να χρηματοδοτήσει τις επιχειρήσεις που αποτυγχάνουν, είναι πιο αδύναμες, δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό κλπ.

Η εμπειρική επιβεβαίωση της Αυστριακής Σχολής

Η πρακτική των επιδοτήσεων έχει, εκ των εμπειρικών αποτελεσμάτων αποτύχει. Εντούτοις στην Αυστριακή σχολή δεν εξάγουμε συμπεράσματα εκ του αποτελέσματος, αλλά βασισμένοι πραξεολογικά σε θεμελιώδεις a priori οικονομικούς νόμους. Δεν φαίνεται, ωστόσο, να απασχολεί ιδιαιτέρως κανέναν ευρω-καρεκλοκένταυρο η αποτυχία των επιδοτήσεων ως «οικονομική» πρακτική. Ισχύει κι εδώ το κλασικό απόφθεγμα που διέπει κάθε αποτυχημένο κεντρικό σχεδιασμό: Οι επιδοτήσεις απέτυχαν, άρα, χρειαζόμαστε περισσότερες επιδοτήσεις.

Κάποιοι πολιτικοί οι οποίοι παρουσιάζονται ως φίλια προσκείμενοι προς τις αγορές, θα πρέπει να ασχοληθούν επιτέλους σοβαρά με τις καπιταλιστικές οικονομικές επιστήμες. Η κλοπή και διανομή κερδισμένων στην αγορά οικονομικών πόρων απο γραφειοκράτες της ΕΕ, δεν αποτελεί ενίσχυση της αγοράς. Αποτελεί λεηλασία και στρέβλωση της.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1. Murray N. Rothbard, Power and Market, 4η έκδοση, Auburn, Alabama, Ludwig von Mises Institute, 2006 σελ. 209
  2. Ομοίως, σελ. 209
  3. Βλ. άρθρο στο europeanbusiness.gr, Δημήτρης Στεργίου, «Eπί 32 χρόνια για τα Ελληνικά Ναυπηγεία, που κρατικοποιήθηκαν το 1985 και έγιναν το «Ναυπηγείο του Λαού», οι Έλληνες φορολογούμενοι πλήρωσαν τα «μαλλιά της κεφαλής» τους. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά εγκλήματα, που διαπράχθηκε πριν από  32 χρόνια με την εξαγορά από το κράτος των Ελληνικών ναυπηγείων με την καταβολή δισ. δραχμών για να γίνουν «Ναυπηγείο του Λαού» με την παροχή κρατικών ενισχύσεων εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ».