Οι κεντρικές τράπεζες δεν εξασφαλίζουν την ευημερία

0
491
Κεντρικές Τράπεζες

Οι κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν διάφορες άμεσες και έμμεσες μεθόδους, ώστε οι κεντρικές τους τράπεζες να χρηματοδοτήσουν αυξανόμενα ποσά δανείων με τη μορφή χάρτινου χρήματος για την κάλυψη του κόστους των αντίστοιχων πολεμικών δαπανών τους

History is Clear, Central Banks Fail to Assure Economic Stability (δημοσιευμένο αρχικά στο fee.org)
του Richard Ebeling
Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής

Εισαγωγή

Ο κόσμος μαστίζεται από περιοδικά διαστήματα οικονομικής αστάθειας άνθισης και ύφεσης, πληθωρισμού και κρίσεων, ειδικά κατά τα τελευταία εκατό χρόνια. Οι κυριότεροι δράστες που ευθύνονται για αυτά τα αποσταθεροποιητικά και ενοχλητικά επεισόδια είναι οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες τους. Έχουν μονοπωλήσει τον έλεγχο των νομισματικών και τραπεζικών συστημάτων του εκάστοτε έθνους τους και τα κακοδιαχειρίζονται. Δεν υπάρχει κάτι άλλο που να υποδεικνύει κάποιον άλλο ένοχο.

Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη ορισμένους εξέχοντες και σεβαστούς συγγραφείς σε αυτά τα θέματα, ακούμε συχνά πως το κράτος ήταν ο σταθεροποιητής και οι ελεύθερες αγορές υπήρξαν η αποσταθεροποιητική δύναμη της οικονομικής τάξης. Μια πρόσφατη εμφάνιση αυτής της γραμμής συλλογισμού είναι ένα σύντομο άρθρο του Robert Skidelsky «Why Reinvent the Monetary Wheel?«.  Ο Δρ. Skidelsky είναι ο εξέχων συγγραφέας μιας βιογραφίας τριών τόμων για τον John Maynard Keynes και μια ηγετική φωνή σε θέματα δημόσιας πολιτικής στη Μεγάλη Βρετανία.

Skidelsky: Οι κεντρικές τράπεζες εξασφαλίζουν σταθερές αγορές και τιμές

Επιχειρηματολογεί εναντίον εκείνων που επιθυμούν να αποκρατικοποιήσουν και να ιδιωτικοποιήσουν το χρήμα και το νομισματικό σύστημα. Δηλαδή, επικρίνει όσους θέλουν να αφαιρέσουν τον έλεγχο των χρημάτων και των νομισματικών υποθέσεων από τα χέρια της κυβέρνησης και, αντίθετα, να αναθέσουν το χρήμα και τη νομισματική τάξη πίσω στην ανταγωνιστική, ιδιωτική αγορά. Αντιτίθεται σε όσους επιθυμούν να διαχωρίσουν το χρήμα από το κράτος.

Ο Skidelsky βλέπει τους υποστηρικτές του Bitcoin και άλλων «κρυπτονομισμάτων» ως «τρελούς και απατεώνες». Λέει ότι πίσω από οποιαδήποτε ιδιωτικοποίηση του νομισματικού συστήματος που αντικατοπτρίζεται σε αυτές τις δυνητικές μορφές ηλεκτρονικού χρήματος, μπορούν να φανούν «τα πιο φιλάργυρα κίνητρα» του ονείρου του Friedrich Hayek για μία ελεύθερη αγορά νομίσματος. Ο διάσημος Αυστριακός οικονομολόγος δημοσίευσε μια μονογραφία το 1976 σχετικά με την Αποκρατικοποίηση του Χρήματος, στην οποία ο Hayek επέμεινε ότι οι κυβερνήσεις υπήρξαν ο κύριος λόγος πίσω από τις καταστροφές των συναλλαγματικών ισοτιμιών και τους πληθωρισμούς διαμέσου των αιώνων μέχρι και τη δική μας εποχή. Και ότι αυτό δεν μπορούσε να τερματιστεί χωρίς να τεθεί η κυβέρνηση έξω από τον έλεγχο και τη δημιουργία χρημάτων.

Κατά την άποψη του Skidelsky, οποιαδήποτε τέτοια θεσμική αλλαγή θα ήταν καταστροφή. Όσον αφορά τον ίδιο:

«Οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν έχουν ανακαλύψει έναν καλύτερο τρόπο να διατηρήσουν την αξία του χρήματος περίπου σταθερή από το να βασίζονται στις κεντρικές τράπεζες να ασκούν τον έλεγχο επί του θέματος και να ενεργούν άμεσα ή έμμεσα προσαρμόζοντας τον όγκο της πίστωσης που δημιουργεί το εμπορικό τραπεζικό σύστημα».

 

Ο Robert Skidelsky είναι ένας πολύ έμπειρος μελετητής και γνωρίζει πολλές από τις σημαντικές πολιτικές και οικονομικές ιδέες και γεγονότα του εικοστού αιώνα, για τις οποίες έχει γράψει συχνά. Αλλά δεν μπορεί κανείς να μην αναρωτηθεί, εάν οι απόψεις του για τις κεντρικές τράπεζες και τις κυβερνήσεις πίσω από αυτά τα τελευταία εκατό χρόνια, αφορούν τη ζωή σε κάποιο άλλο πλανήτη. Επειδή δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα των νομισματικών συστημάτων και την κυβερνητική διαχείριση τους στον πλανήτη Γη.

Ο χρυσός κανόνας πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο

Ο εικοστός αιώνας άρχισε με όλα τα μεγάλα έθνη του κόσμου να έχουν νομισματικά συστήματα βασισμένα στον κανόνα του νομισματικού χρυσού. Ο χρυσός ήταν το χρήμα, το μέσο ανταλλαγής μέσω του οποίου αγοράζονταν και πωλούνταν αγαθά και υπηρεσίες και με το οποίο οι αποταμιεύσεις ορισμένων μεταφέρονταν στα χέρια ενδιαφερομένων και αξιόπιστων δανειοληπτών για επενδυτικούς σκοπούς μέσω των τραπεζών και άλλων παρόμοιων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Υπήρχαν υποκατάστατα χρημάτων με τη μορφή τραπεζογραμματίων και εκκαθαριστικών λογαριασμών για να διευκολυνθούν τα προβλήματα και να μειωθεί το κόστος συναλλαγής στη χρήση μεταλλικών νομισμάτων και χρυσού σε πολλές καθημερινές ανταλλαγές. Αλλά αναγνωρίστηκαν και θεωρήθηκαν ως απαίτηση για τα «αληθινά χρήματα», δηλαδή, το εμπορευματικό χρήμα.

Ναι, αυτό ήταν, σε γενικές γραμμές, ένα κεντρικό τραπεζικό σύστημα υπό τον χρυσό κανόνα. Και δεν τηρούνταν πάντοτε οι «κανόνες του παιχνιδιού» για τον χρυσό κανόνα, η βασική γενική αρχή τoυ οποίου είναι ότι τα τραπεζογραμμάτια και οι καταθετικοί λογαριασμοί θα πρέπει να αυξάνονται για το τραπεζικό σύστημα στο σύνολό του, μόνο όταν σημειώνονται καθαρές αυξήσεις στην ποσότητα του χρυσού που κατατίθεται στην τράπεζα για την οποία θα εκδοθούν νέα τραπεζογραμμάτια ως πρόσθετη απαίτηση σε αυτή τη μεγαλύτερη ποσότητα χρυσού. Και αντιστρόφως, αν υπήρχε καθαρή εκροή χρυσού από το τραπεζικό σύστημα λόγω της επιστροφής των τραπεζογραμματίων στους εκδότες για εξαγορά χρυσού, τότε το καθαρό ποσό των τραπεζογραμματίων που κυκλοφορούσε θα μειωνόταν.

Αν και αυτός ο βασικός «κανόνας» χρυσού δεν ακολουθούταν πάντα άκαμπτα από τις εθνικές κεντρικές τράπεζες, οι συνέπειες του οποίου ήταν περιστασιακές οικονομικές κρίσεις και «πανικοί», το σύστημα λειτουργούσε εκπληκτικά ομαλά, γενικά και συνολικά, παρέχοντας ένα σχετικά σταθερό νομισματικό περιβάλλον για να προωθήσει και να βοηθήσει το εγχώριο και διεθνές εμπόριο, τις συναλλαγές και τις παγκόσμιες επενδύσεις. Όταν το νομισματικό σύστημα υπέστη περιοδικές διαταραχές, η κακοδιαχείριση της κυβέρνησης και των κεντρικών τραπεζών της θα μπορούσε να θεωρηθεί συνήθως ως το κύριο ή σίγουρο ηγετικό αίτιο πίσω από αυτές.

Νομισματική παράνοια κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Αυτό έληξε με την έλευση του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το 1914. Όλα τα έθνη στην Ευρώπη αποχώρησαν από τον χρυσό κανόνα, με τα τραπεζογραμμάτια και τους άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς να μην μπορούν πλέον να εξοφληθούν νόμιμα με χρυσό. Οι κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν διάφορες άμεσες και έμμεσες μεθόδους, ώστε οι κεντρικές τους τράπεζες να χρηματοδοτήσουν αυξανόμενα ποσά δανείων με τη μορφή χάρτινου χρήματος για την κάλυψη του κόστους των αντίστοιχων πολεμικών δαπανών τους. Για να χρησιμοποιήσουμε τον κάπως πολύχρωμο τρόπο έκφρασης του Βρετανού οικονομολόγου, Edwin Cannan, σχετικά με τη νομισματική κατάσταση της χώρας του, η Μεγάλη Βρετανία σύντομα υπέφερε από μια «διάρροια» χαρτονομίσματος για να τροφοδοτήσει το κόστος της βρετανικής πολεμικής μηχανής.

Αυτό κατέληξε στον καταστροφικό υπερπληθωρισμό που επικράτησε σε πολλές χώρες στην ευρωπαϊκή ήπειρο τα χρόνια αμέσως μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το 1918. Τα χειρότερα τέτοιων περιπτώσεων βίωναν χώρες όπως η Γερμανία και η Αυστρία. Ειδικά στη Γερμανία, τα χαρτονομίσματα είχαν γίνει σχεδόν άχρηστα έως ότου υπερπληθωρισμός έληξε τον Νοέμβριο του 1923, κλείνοντας τα τυπογραφεία και εισάγοντας ένα νέο νόμισμα που υποσχέθηκε να συνδεθεί με το χρυσό.

Ωστόσο, τα νέα μεταπολεμικά νομισματικά συστήματα που μια χώρα μετά την άλλη προσπάθησε να εισαγάγει δεν έμοιαζαν με τον χρυσό κανόνα που υπήρχε πριν από τον πόλεμο. Ονομαστικά, τα νομίσματα συνδέονταν με το χρυσό με νέα επίσημα ποσοστά εξόφλησης συγκεκριμένων τραπεζογραμματίων σε αντάλλαγμα μιας μονάδα χρυσού. Αλλά τα χρυσά νομίσματα σπάνια κυκλοφορούσαν στις καθημερινές συναλλαγές, όπως συνέβαινε συχνά πριν από το 1914. Ο χρυσός μπορούσε να αποκτηθεί μόνο σε μεγαλύτερες μονάδες του μετάλλου (μπάρες χρυσού). Λίγες χώρες διατηρούσαν πια σημαντικές ποσότητες χρυσού ως απόθεμα στα δικά τους θησαυροφυλάκια της κεντρικής τράπεζας.

Η FED και το Μεγάλο Κραχ

Η βραχυχρόνια επιστροφή στην φαινομενική οικονομική «κανονικότητα» με την ανάπτυξη και τη σταθερότητα στα μέσα και τα τέλη της δεκαετίας του 1920 έληξε με το αμερικανικό κραχ της χρηματιστηριακής αγοράς του Οκτωβρίου 1929, το οποίο άρχισε να οδηγεί στη «Μεγάλη Ύφεση» το 1930 και το 1931. Αλλά γιατί συνέβη αυτό; Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μια σημαντική αιτία ήταν η προσπάθεια της Ομοσπονδιακής Τράπεζας να «σταθεροποιήσει» το γενικό επίπεδο των τιμών σε μια εποχή οικονομικής ανάπτυξης και αύξησης της παραγωγικότητας που διαφορετικά θα είχε πιθανώς επιφέρει ένα γενικά χαμηλό επίπεδο τιμών, το οποίο θα αντανακλούσε τη μεγαλύτερη παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών με μειωμένο κόστος που θα επέτρεπε την αύξηση του αριθμού των προϊόντων αυτών με χαμηλότερες τιμές.

Με άλλα λόγια, αυτό που μερικές φορές αποκαλείται «καλός αποπληθωρισμός». Δηλαδή, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου μέσω της πτώσης του κόστους ζωής, που δεν πρέπει να είναι επιζήμια για την κερδοφορία πολλών επιχειρήσεων, δεδομένου ότι η ικανότητά τους να πωλούν σε χαμηλότερες τιμές οφείλεται στην ικανότητά τους να παράγουν περισσότερα με χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Η «ακτιβιστική» νομισματική πολιτική της Ομοσπονδιακής Τράπεζας για την αντιστάθμιση αυτής της «καλής» αποπληθωριστικής διαδικασίας στο όνομα της σταθεροποίησης του επιπέδου των τιμών, απαιτούσε αύξηση της προσφοράς χρήματος και πίστωσης στο τραπεζικό σύστημα, που ώθησε τα επιτόκια κάτω από τα επίπεδα της αγοράς, μια ανισορροπία και στρέβλωση μεταξύ αποταμίευσης και επενδύσεων στην αμερικανική οικονομία. Όταν η Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα περιόρισε τη νομισματική επέκταση το 1928 και στις αρχές του 1929, το σκηνικό είχε ήδη στηθεί για την κατάρρευση του μη βιώσιμου επενδυτικού ντόμινο, που δημιουργήθηκε από επενδυτικά πλάνα τα οποία δεν ήταν συγχρονισμένα με τις πραγματικές συνθήκες στην οικονομία για τη διατήρησή τους.

Αυτό που μπορεί να ήταν απλά μια σχετικά σύντομη, «κανονική» διαδικασία ύφεσης και ανάκαμψης διαταράχτηκε πρώτα από τη δημοσιονομική και κανονιστική πολιτική της διοίκησης του Herbert Hoover (συμπεριλαμβανομένης της αύξησης των αμερικανικών δασμών που σκότωσε το εμπόριο και που σύντομα επέφερε αντίποινα από άλλες χώρες). Αυτό χειροτέρευσε σε βαθμό που δεν είχε φανεί ποτέ στην αμερικανική ιστορία με τον ερχομό της Προεδρίας του Franklin Roosevelt και του New Deal το 1933: η επιβολή ενός φασιστικού τύπου συστήματος οικονομικού σχεδιασμού στη βιομηχανία και στη γεωργία. Οι αυξήσεις των φόρων, που υπερέβησαν κατά πολύ τις μαζικές αυξήσεις των κρατικών δαπανών μέσω δημοσιονομικών ελλειμμάτων για «δημόσια έργα» και αφορούσαν ομοσπονδιακά έργα, που αύξησαν το δημόσιο χρέος. Η εγκατάλειψη αυτού που εξακολουθούσε ονομαστικά να είναι ο χρυσός κανόνας, ακολουθήθηκε από αστάθεια των συναλλαγματικών ισοτιμιών και πληθωρισμό χρήματος.

Αντιστοίχως, ήταν οι δυσκαμψίες των μισθών και των τιμών λόγω της αντίστασης των συνδικαλιστικών οργανώσεων στις προσαρμογές των μισθών σε ένα περιβάλλον μετά την άνθιση και των τιμών των αγαθών που «πάγωσαν» λόγω των κανονισμών της Εθνικής Υπηρεσίας Ανάκαμψης (NRA) με φασιστικές μεθόδους. Υπήρξε επίσης μια καθοδική πορεία του διεθνούς εμπορίου, που προέκυψε από την αναβίωση του παγκόσμιου προστατευτισμού. Και υπήρξε μια νομισματική συρρίκνωση, που επιδεινώθηκε από ένα σύστημα κλασματικών αποθεματικών ενσωματωμένο στις λειτουργίες της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Αμερικής, το οποίο οδήγησε σε πολλαπλασιαστική μείωση των χρημάτων και των πιστώσεων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό του τραπεζικού συστήματος, καθώς τα τραπεζικά δάνεια σημείωσαν άσχημη πτώση και οι καταθέτες «πανικοβλήθηκαν». Όλα αυτά έφεραν την τραγωδία της Μεγάλης Ύφεσης, η οποία διήρκεσε κατά το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του ’30.

Το πώς οι πληθωριστικές διαταραχές κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ή οι λανθασμένες νομισματικές πολιτικές της δεκαετίας του 1920 που οδήγησαν στη Μεγάλη Ύφεση, η σοβαρότητα των οποίων οφείλεται στην κακοδιαχείριση των κυβερνητικών αποθεματικών και στις κυβερνητικές παρεμβάσεις και ελέγχους, μπορούν να αποδοθούν στην «ελεύθερη αγορά», όπως ισχυρίζεται ο Skidelsky, με ξεπερνάει.

Νομισματική κακοδιαχείριση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο

Αλλά, ίσως, αναφέρεται στις πιο «πεφωτισμένες» κεντρικές τραπεζικές πολιτικές των ηγετικών εθνών του κόσμου στην περίοδο μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα αμέσως χρόνια μετά το 1945 είδαμε «έλλειψη δολαρίων» λόγω κυβερνητικής χειραγώγησης των συναλλαγματικών ισοτιμιών, πειράματα εθνικοποίησης των βιομηχανιών, μορφές «ήπιου» κεντρικού σχεδιασμού, περιοδικές νομισματικές κρίσεις και συχνά λανθασμένες δημοσιονομικές πολιτικές. Ο κ. Skidelsky ξεχνάει πώς τη δεκαετία του 1960 η Μεγάλη Βρετανία θεωρήθηκε ο «άρρωστος άνθρωπος» της Ευρώπης λόγω κυβερνητικών φορολογικών, νομισματικών και κανονιστικών πολιτικών. Ή τις κρίσεις της Λίρας σε μια Ιταλία που φαινόταν να έχει μια νέα κυβέρνηση κάθε δεύτερη εβδομάδα; Όλα αυτά πρέπει να τεθούν ως ευθύνη της «ελεύθερης αγοράς»;

Τι συνέβη με την εποχή του «στασιμοπληθωρισμού» στη δεκαετία του ’70, με την φαινομενική ανωμαλία τόσο των αυξανόμενων τιμών όσο και της αυξανόμενης ανεργίας που τόσο φέρνουν το κεϋνσιανό κατεστημένο της εποχής σε σύγχυση; Στην Αμερική αυτό είχε ξεκινήσει από την διευκόλυνση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960 με σκοπό να δημιουργήσει χρήμα για τη χρηματοδότηση του πολέμου του Βιετνάμ και των προγραμμάτων της «Μεγάλης Κοινωνίας» του Λίντον Τζόνσον. Δεν ήταν τα σοφά και αξιόπιστα χέρια του Διοικητικού Συμβουλίου των Ομοσπονδιακών Πολιτειών, των οποίων οι νομισματικές πολιτικές δημιούργησαν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 μία από τις χειρότερες πληθωριστικές κρίσεις στην αμερικανική ιστορία, με ονομαστικά επιτόκια στο διψήφιο φάσμα; Μια άλλη «νίκη», σαφώς, για τον σταθερό νομισματικό κεντρικό σχεδιασμό της Ομοσπονδιακής Τράπεζας!

Τι γίνεται με τη φούσκα υψηλής τεχνολογίας στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ή την πρόσφατη οικονομική και στεγαστική κρίση του 2008-2009; Τι τις προκάλεσε; Ο Alan Greenspan, ο «μαέστρος» της κεντρικής τράπεζας, έθεσε τις προϋποθέσεις για αυτές με τις πολιτικές του κατά του αποπληθωρισμού σε μια εποχή που οι τιμές δεν μειώνονταν, αλλά δημιουργούσαν μη βιώσιμες ανισορροπίες αποταμίευσης-επένδυσης που δεν ήταν πολύ διαφορετικές από την καταστροφική νομισματική πολιτική που ακολούθησε η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ στη δεκαετία του 1920.

Κάτω από το πρόσθετο καθοδηγητικό χέρι του Ben Bernanke στην Federal Reserve, τα επιτόκια μεταξύ 2003 και 2008 σε πραγματικούς όρους ήταν μηδενικά ή αρνητικά. Και οι κυβερνητικοί οργανισμοί στέγασης επιδοτούσαν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε στεγαστικά δάνεια σε δανειολήπτες μεγάλου ρίσκου που όμως γίνονταν αποδεκτοί παρόλα αυτά χάρη στην νομισματική επέκταση και τα τεχνητά χαμηλά κόστη δανειοδότησης που υποστηρίχθηκαν με κρατικές εγγυήσεις υποθηκών. Ήταν αυτό λάθος της «ελεύθερης αγοράς»; Όχι. Τα δακτυλικά αποτυπώματα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Αμερικής και των οργανισμών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης βρίσκονται παντού στον τόπο αυτού του «οικονομικού εγκλήματος».

Να αποχωρήσει η κυβέρνηση από τις εκτυπωτικές πρέσες

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Robert Skidelsky, δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε την ελεύθερη αγορά για τον ανταγωνιστικό και ιδιωτικό συντονισμό του νομισματικού συστήματος. Πόσο χειρότερο θα μπορούσε να είναι ένα ιδιωτικό, ανταγωνιστικό τραπεζικό σύστημα σε σύγκριση με τις νομισματικές καταστροφές των τελευταίων εκατό ετών υπό τον έλεγχο των κεντρικών τραπεζών, συμπεριλαμβανομένης της Αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας;

Δεν πρόκειται για το κατά πόσον το Bitcoin ή άλλες μορφές κρυπτονομισμάτων καταλήγουν να είναι τα επιλεγμένα από την αγορά χρήμα ή χρήματα του μέλλοντος. Το θεμελιώδες ζήτημα είναι: ο νομισματικός κεντρικός σχεδιασμός – με το δυσάρεστο άθλιο ιστορικό των εκατό ετών που βασίζεται σε χάρτινο χρήμα – ή η απομάκρυνση της κυβέρνησης από τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της εκτυπωτικής πρέσας.

Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να τύχουν εμπιστοσύνης με αυτή την δύναμη και εξουσία, είτε αυτή εφαρμόζεται απευθείας από αυτές είτε μέσω των διορισμένων κεντρικών τραπεζών τους. Πίσω στο 1986, ο Μίλτον Φρίντμαν έδωσε ομιλία που απευθυνόταν στο Δυτικό Οικονομικό Σύνδεσμο. Δήλωσε ότι ύστερα από δεκαετίες υπεράσπισης ενός «νομισματικού κανόνα», δηλαδή μιας σταθερής ή «αυτόματης» δύο ή τρία τοις εκατό ετήσιας αύξησης της προσφοράς χρήματος αντί μιας πιο διακριτικής κεϋνσιανής προσέγγισης, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μιλούσε σε τοίχο. Η θεωρία της Δημόσιας Επιλογής – η εφαρμογή της οικονομικής λογικής για την ανάλυση της λειτουργίας της πολιτικής διαδικασίας – τον είχε πείσει ότι τα βραχυπρόθεσμα συμφέροντα πολιτικών, γραφειοκρατών και ομάδων ειδικών συμφερόντων θα υπερισχύουν πάντα του στόχου της μακροπρόθεσμης νομισματικής σταθερότητας, με τις συνοδευτικές πιέσεις σε εκείνους που είναι υπεύθυνοι πιθανώς «ανεξάρτητων» κεντρικών τραπεζών.

Σε αυτό το άρθρο και σε άλλα που γράφτηκαν από τον ίδιο τον ίδιο χρόνο, ο Φρίντμαν δεν έφτασε ποτέ να ζητήσει την κατάργηση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας ή την επιστροφή στον χρυσό κανόνα. Αλλά είπε ότι, αναδρομικά, εξετάζοντας τη νομισματική ιστορία του εικοστού αιώνα, θα ήταν καλύτερο να μην είχαμε ποτέ μια Ομοσπονδιακή Τράπεζα ή να μην είχαμε απομακρυνθεί από τον χρυσό κανόνα. Οι παραδοσιακές επικρίσεις για το κόστος ενός χρυσού κανόνα, είπε – η εξόρυξη, η κοπή, η αποθήκευση του χρυσού, για τα οποία οι πόροι που πήγαιναν σε όλα αυτά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν πιο παραγωγικά με άλλους τρόπους – έμοιαζαν σχεδόν αμελητέες σε σχέση με το κόστος του πληθωρισμού από χαρτονομίσματα και των επακόλουθων υφέσεων και κρίσεων που επιβάρυναν την κοινωνία.

Οι αχυράνθρωποι του Skidelsky και οι υπεκφυγές του

Ο Robert Skidelsky δημιουργεί έναν αχυράνθρωπο, όταν προσπαθεί να προκαλέσει φόβο στους ανθρώπους σχετικά με τα μη ρυθμιζόμενα κρυπτονομίσματα που απειλούν τη νομισματική σταθερότητα και τη σταθερότητα των τιμών του κόσμου. Δεν μπορεί καν να εκφράσει το επιχείρημα του ξεκάθαρα. Από τη μία πλευρά, λέει ότι ο Bitcoin έχει ένα τελικό ενσωματωμένο όριο στο πόσο μπορεί να εξορύσσεται. Και προειδοποιεί ότι ένα χρήμα Bitcoin, τότε, θα φτάσει σε ένα μέγιστο όριο που δεν θα είχε την «ελαστικότητα» για να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες νομισματικές ανάγκες του μέλλοντος. Και αμέσως μετά προειδοποιεί ότι ένα νόμισμα τύπου Bitcoin μπορεί να μην έχει ενσωματωμένο έλεγχο έναντι του πληθωρισμού. Λοιπόν, τι από τα δύο ισχύει: ο κίνδυνος του αποπληθωρισμού των τιμών σε Bitcoin ή του πληθωρισμού τιμών σε Bitcoin;

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών δεκαετιών προέκυψε εκτεταμένη και λεπτομερής βιβλιογραφία σχετικά με τις ιδιότητες και τις δυνατότητες ενός ιδιωτικού, ανταγωνιστικού ελεύθερου τραπεζικού συστήματος. Οι οικονομολόγοι που έχουν αφιερωθεί σε μια σοβαρή ανάλυση και έκθεση ενός τέτοιου ελεύθερο τραπεζικού συστήματος, άνθρωποι όπως ο Lawrence H. White, ο George Selgin και ο Kevin Dowd, για να ονομάσουμε μόνο τρεις από τους πιο σημαντικούς, έχουν αποδείξει ότι τραπεζικό σύστημα βασισμένο σε εμπορευματικό χρήμα θα λειτουργούσε επιτυχώς με μεγαλύτερη συντονιστική ικανότητα και με πολύ λιγότερη πιθανότητα οποιασδήποτε νομισματικής αστάθειας και αστάθειας τιμών που γνώρισαν οι κεντρικές τράπεζες τα τελευταία εκατό χρόνια.

Είναι ατυχές το γεγονός ότι ένας μελετητής, συνήθως τόσο προσεκτικός όσο και σχολαστικός, όπως ο Robert Skidelsky, επέλεξε να υποτιμήσει την ιστορική πραγματικότητα της αποτυχίας των κεντρικών τραπεζών και να μην αντιμετωπίσει τη σοβαρή και πραγματική βιβλιογραφία για την εναλλακτική ιδιωτική ανταγωνιστική ελεύθερη τραπεζική λύση.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: