Οι οικονομικές συνέπειες της γραφειοκρατίας

0
1550
Η έλλειψη σαφούς ορισμού των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας στη γραφειοκρατία, συμβάλλει επίσης στην αναποτελεσματική κατανομή των πόρων. Επειδή οι πόροι που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της παραγωγής δεν ανήκουν στον γραφειοκράτη, ο οποίος είναι μόνο ο φύλακας ή ο προστάτης τους, ο γραφειοκράτης μπορεί να τους χρησιμοποιήσει με διακριτική ευχέρεια.
Η έλλειψη σαφούς ορισμού των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας στη γραφειοκρατία, συμβάλλει επίσης στην αναποτελεσματική κατανομή των πόρων. Επειδή οι πόροι που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της παραγωγής δεν ανήκουν στον γραφειοκράτη, ο οποίος είναι μόνο ο φύλακας ή ο προστάτης τους, ο γραφειοκράτης μπορεί να τους χρησιμοποιήσει με διακριτική ευχέρεια.

Η γραφειοκρατία είναι ένα ιδιαίτερο είδος οργανισμού, του οποίου οι συνέπειες πρέπει να αναλυθούν. Η εργασία αυτή περιορίζεται στον εντοπισμό των οικονομικών συνεπειών της γραφειοκρατίας

Απόσπασμα από την πραγματεία New Perspectives on the Economic
Approach to Bureaucracy (Economic Consequences of Bureaucracy > Conclusion)
του Laurent A. H. Carnis
Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής και Ευθύμης Μαραμής

Οι οικονομικές συνέπειες της γραφειοκρατίας

Η γραφειοκρατία είναι ένα ιδιαίτερο είδος οργανισμού, του οποίου οι συνέπειες πρέπει να αναλυθούν. Η εργασία αυτή περιορίζεται στον εντοπισμό των οικονομικών συνεπειών της γραφειοκρατίας. Εκτός από τις οικονομικές συνέπειες, το έργο του von Mises, το οποίο υιοθετεί μια κοινωνική προσέγγιση, επισημαίνει σαφώς και τις κοινωνικές, πολιτικές και ψυχολογικές επιπτώσεις της γραφειοκρατικοποίησης (Mises, 1983 [1969, 1944]). Οι περισσότερες οικονομικές θεωρίες σχετικά με την γραφειοκρατία καταφέρνουν σε σχετικά ικανοποιητικό βαθμό τον εντοπισμό των χαρακτηριστικών και των λειτουργικών μηχανισμών αυτών των οργανισμών, αλλά χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσουν τυχόν σαφείς συνέπειες (Tullock, 1965, Downs 1994 [1966]). Η προσέγγιση του Niskanen, η οποία αναδεικνύει τις συνέπειες της γραφειοκρατικής λειτουργίας εστιάζοντας στην εσωτερική οργάνωση – στη δομή των σχέσεων μεταξύ χορηγού και παραγωγού και στη συμπεριφορά του γραφειοκράτη – οδήγησε σε σημαντικό και έντονο δημόσιο διάλογο (Niskanen, 1994 [1971] p.36), (Blais and Dion, 1991).

Υπό το φως του ορισμού της γραφειοκρατίας που προτείνεται εδώ, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις κύριες οικονομικές συνέπειες (ένας κατάλογος που δεν προορίζεται να είναι περιοριστικός):

  1. αναποτελεσματική κατανομή πόρων
  2. αποσταθεροποίηση των αγορών
  3. καταστροφή της επιχειρηματικής λειτουργίας.

Αναποτελεσματική κατανομή πόρων

Η πρώτη συνέπεια της γραφειοκρατίας, η αναποτελεσματική κατανομή των πόρων, προκύπτει από την αδυναμία οικονομικού υπολογισμού και από την έλλειψη σαφώς καθορισμένων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Η απουσία αγοραίων τιμών μέσα στη γραφειοκρατική δομή καθιστά αδύνατο τον προσδιορισμό της οικονομικής βιωσιμότητας της παραγωγικής δομής (Mises, 1983 [1969, 1944], σελ.52). Αυτό, με τη σειρά του, καθιστά αδύνατη τη σωστή κατανομή πόρων σε έναν οργανισμό, έναν κλάδο ή έναν οικονομικό τομέα. Το σύστημα των σχετικών τιμών, το οποίο είναι ένας φορέας πληροφοριών και ένας οδηγός για τον επιχειρηματία σε ένα πλαίσιο ελεύθερης αγοράς, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ορθολογική κατανομή των πόρων μέσα σε μια γραφειοκρατία 1.

Η αδυναμία ικανής αποζημίωσης της λειτουργίας των συντελεστών παραγωγής (i.e. μηχανήματα, εγκαταστάσεις) που χρησιμοποιούνται στην γραφειοκρατική παραγωγική διαδικασία, σύμφωνα με την αξία αυτών των συντελεστών στην αγορά, οδηγεί επίσης στην υπερβολική και στην αναποτελεσματική χρήση τους. Δεν υπάρχει ακριβές μέσο διάρθρωσης οικονομικά αποδοτικής παραγωγικής δομής, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν οι απαραίτητες πληροφορίες για το σκοπό αυτό. Περαιτέρω, επειδή ο πόρος χρησιμοποιείται χωρίς αναφορά στο κόστος απόκτησης του, δίνει την εντύπωση ότι, κατά κάποιο τρόπο, είναι δωρεάν και σχετικά άφθονος και έτσι οι γραφειοκράτες αποτυγχάνουν να τον χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά (De Alessi, 1969, σελ. 18-19. ). Όσον αφορά τον παράγοντα εργασία, αυτό εξηγεί, τουλάχιστον εν μέρει, γιατί οι διευθυντές των γραφειοκρατιών είναι πάντα πρόθυμοι να προσλάβουν περισσότερο προσωπικό, το κόστος του οποίου δεν φαίνεται να αξίζει γι’ αυτούς μία ζωτικής σημασίας εξέταση, παρά το γεγονός ότι η έλλειψη κινήτρων για αποδοτικότητα σημαίνει ότι ο στόχος μιας τέτοιας πρόσληψης δεν είναι ούτε η αύξηση της παραγωγής, ούτε η βελτίωση των επιδόσεων. Επιπλέον, αυτή η κατάσταση είναι αποθαρρυντική για το προσωπικό, επειδή οι επιδόσεις δεν μπορούν να εκτιμηθούν με ακρίβεια και, ως εκ τούτου, δεν ανταμείβονται κατάλληλα. Ο νόμος του Parkinson εφαρμόζεται τέλεια εδώ:

«Το γεγονός είναι ότι ο αριθμός των υπαλλήλων και η ποσότητα του έργου δεν συνδέονται καθόλου μεταξύ τους. Η άνοδος του συνόλου των απασχολουμένων διέπεται από το νόμο του Πάρκινσον και θα είναι το ίδιο είτε αν ο όγκος των εργασιών αυξανόταν, είτε μειωνόταν είτε εξαφανιζόταν». (Parkinson, 1957, ρ.4)

 

Η έλλειψη σαφούς ορισμού των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας συμβάλλει επίσης στην αναποτελεσματική κατανομή των πόρων. Επειδή οι πόροι που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της παραγωγής δεν ανήκουν στον γραφειοκράτη, ο οποίος είναι μόνο ο φύλακας ή ο προστάτης τους, ο γραφειοκράτης μπορεί να τους χρησιμοποιήσει με διακριτική ευχέρεια. Ο Lipksy έχει πειστικά δείξει πώς χρησιμοποιείται η διακριτική ευχέρεια από τον γραφειοκράτη και η σχετική αυτονομία του στο να εκτρέψει την εφαρμογή μιας πολιτικής προς το δικό του όφελος (Lipsky, 1980, σελ. 13.). Οι μελέτες των γραφειοκρατικών οργανώσεων από τον Blau επισημαίνουν επίσης πως ο γραφειοκράτης μπορεί να παρεμποδίσει τη μέτρηση της απόδοσης και να τροποποιήσει τους δείκτες (Blau 1955, σελ. 43). Ο Blau υπογραμμίζει επίσης τη σημασία της διαμόρφωσης των δεσμών μεταξύ ανωτέρων και υφισταμένων.

Η σύμπραξη των εργαζομένων μπορεί να οδηγήσει στη χρήση των πόρων εις βάρος του τελικού καταναλωτή και, επιπλέον, παράγει μηχανισμούς αντίστασης στην αλλαγή. Χωρίς δικαιώματα ιδιοκτησίας, δεν υπάρχει σχέση μεταξύ απόδοσης και αμοιβής. Ως εκ τούτου, οι υπάλληλοι δεν έχουν κανένα κίνητρο για αποδοτικότητα. Η αδυναμία ιδιοποίησης του κέρδους που θα μπορούσε να προκύψει από τη βελτιωμένη κατανομή πόρων, στειρώνει τις δυνατότητες προσπάθειας, κινητοποίησης και φαντασίας που οι γραφειοκράτες θα μπορούσαν να εισάγουν στην παραγωγική τους δραστηριότητα. Ομοίως, η έλλειψη πραγματικών δικαιωμάτων ιδιοκτησίας οδηγεί στη διάλυση της έννοιας της ευθύνης σε καταστάσεις όπου δημιουργούνται ζημίες σε τρίτους σχετικά με τη χρήση κολεκτιβοποιημένων πόρων (Norman, 2003, αρ. 8).

Έτσι, η αναποτελεσματική κατανομή λαμβάνει τη μορφή της αναπόφευκτης σπατάλης πόρων και έχει ως αποτέλεσμα χαρακτηριστικά προβλήματα που σχετίζονται με την προσφορά γραφειοκρατικών αγαθών και υπηρεσιών. Επιπλέον, επιδεινώνεται από τις πιέσεις που ασκούνται από τους χρήστες και συνεπώς σχετίζεται με τη ζήτηση για γραφειοκρατικά αγαθά και υπηρεσίες. Λόγω του μηχανισμού τιμολόγησης/διατίμησης που εφαρμόζεται για προϊόντα και υπηρεσίες, ορισμένα προϊόντα προσφέρονται σε χαμηλές τιμές, άλλα δωρεάν 2, οι χρήστες ενθαρρυμένοι πλέον, όταν τα αγαθά πληρούν τις προϋποθέσεις τους, ζητούν μεγαλύτερες ποσότητες από ότι θα ζητούσαν σε μία ελεύθερη αγορά.

Αυτή η τεχνητή, σχετικά έντονη ζήτηση δημιουργεί αναπόφευκτα ένταση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης και, ειδικότερα, έλλειψη επιθυμητών αγαθών και υπηρεσιών, ώστε να μην μπορούν να εξυπηρετηθούν όλοι οι καταναλωτές. Η έλλειψη οδηγεί επίσης σε υποβάθμιση της ποιότητας του προϊόντος ή της υπηρεσίας. Παίζοντας έναν βασικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία κατανομής, ο γραφειοκράτης αποκτά εξουσία πάνω στους χρήστες τους. Στο πλαίσιο της κατανομής των πόρων, μπορεί να καταφύγει σε στρατηγικές όπως οι ουρές , τον επαναπροσδιορισμό της επιλεξιμότητας, και η επιβολή ψυχολογικού κόστους -στιγματισμού, για παράδειγμα (Lipsky, 1980, κεφ. 7). Ωστόσο, αυτοί οι μηχανισμοί σπανίως επαρκούν για την επίλυση του προβλήματος, το οποίο είναι εγγενές στην τιμολόγηση των γραφειοκρατικών αγαθών και υπηρεσιών.

«Οι γνωστές ανεπάρκειες της κυβερνητικής λειτουργίας δεν είναι εμπειρικά ατυχήματα, που προκύπτουν ίσως από την έλλειψη εργατικότητας των δημόσιων υπηρεσιών. Είναι εγγενείς σε όλες τις κυβερνητικές επιχειρήσεις, και η υπερβολική ζήτηση που προωθείται από τις δωρεάν και άλλες υποτιμημένες υπηρεσίες είναι μόνο μία από τις πολλές αιτίες αυτής της κατάστασης .[…] Η προσφορά όχι μόνο επιχορηγεί τους χρήστες σε βάρος των μη-χρηστών που φορολογούνται, αλλά, επίσης, εσφαλμένα κατανέμει τους πόρους, παραλείποντας να προμηθεύσει την υπηρεσία εκεί όπου είναι περισσότερο απαραίτητη. Το ίδιο ισχύει, σε μικρότερο βαθμό, όταν η τιμή είναι κάτω από την τιμή της ελεύθερης αγοράς». (Rothbard, 1993 [1962], σελίδα 820)

 

Αποσταθεροποίηση και καταστροφή της λειτουργίας της αγοράς

Η σπατάλη και η ανεπαρκής κατανομή των πόρων είναι συνέπειες των οποίων τα αποτελέσματα περιορίζονται στους τομείς παρέμβασης των γραφειοκρατικών οργανώσεων. Μια άλλη συνέπεια είναι η εξασθένηση της λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς.

Σε μια ελεύθερη αγορά, τα σφάλματα ενός επιχειρηματία στην ερμηνεία και στην πρόβλεψη των συνθηκών της αγοράς αναπόφευκτα σημαίνουν ότι θα ζημιωθεί. Το σύστημα κερδών και ζημιών είναι το κριτήριο που απαιτείται για τον προσδιορισμό της εφαρμογής και της οικονομικής βιωσιμότητας των σχεδίων παραγωγής: ο επιχειρηματίας πρέπει να ικανοποιεί τους καταναλωτές οι οποίοι αποτελούν την αγορά, αν θέλει να έχει κέρδος, και τα λάθη του, τιμωρούνται με ζημίες (Mises, 1983 [1969, 1944], σελ. 39). Έτσι, το σύστημα κερδών και ζημιών χρησιμεύει ως δείκτης της ορθής επιχειρηματικής διαχείρισης. Ωστόσο, ελλείψει δυνατότητας οικονομικών υπολογισμών, οι γραφειοκρατικές οργανώσεις καταδικάζονται σε λάθη που δεν μπορούν εύκολα να ελεγχθούν.

Επιπλέον, δεν διαθέτουν τα μέσα για να τα διορθώσουν γρήγορα. Ο αυξανόμενος αριθμός των γραφειοκρατικών οργανώσεων προϋποθέτει και την αύξηση των πραγματοποιούμενων σφαλμάτων, επειδή υπάρχουν περισσότερα κέντρα διαχείρισης, και προβλήματα στη λήψη αποφάσεων συντονισμού μεταξύ αυτών των οργανισμών. Ο συνδυασμός των δύο αυτών παραγόντων οδηγεί σε «συστάδες σφαλμάτων» (Hülsmann, 1998, σ. 11), με το μέγεθος και τον αριθμό των συστάδων να αποτελούν το αληθινό μέτρο της αναποτελεσματικότητας που παράγεται από τη γραφειοκρατική διαχείριση των πόρων μιας κοινωνίας.

Οι διαφορετικές γραφειοκρατικές παρεμβάσεις δημιουργούν «κέντρα υπολογιστικού χάους» 3 που εμποδίζουν την ικανοποίηση των καταναλωτών και τη δημιουργία κέρδους. Αυτά τα κέντρα χάους κατανέμουν τις στρεβλώσεις που παράγουν σε όλες τις διασυνδεδεμένες αγορές της οικονομίας. Με τον τρόπο αυτό, οι γραφειοκρατικές παρεμβάσεις και οι χειρισμοί διαστρεβλώνουν την οικονομία της αγοράς στο σύνολό της και βλάπτουν τη λειτουργία της.

«Για κάθε κυβερνητική επιχείρηση εισάγεται μία εστία χάους στην οικονομία. Δεν υπάρχει λόγος να περιμένουμε τον πλήρη σοσιαλισμό για το χάος να ξεκινήσει το έργο του […]. Έτσι, κάθε κυβερνητική επιχείρηση εισάγει μία εστία χάους στην οικονομία. Και δεδομένου ότι όλες οι αγορές αλληλοσυνδέονται στην οικονομία, όλη η κυβερνητική δραστηριότητα διαταράσσει και στρεβλώνει την τιμολόγηση, την κατανομή παραγωγικών συντελεστών, τις επενδύσεις / δείκτες κ.λπ […]. Όσο μεγαλύτερη είναι η έκταση της κυβερνητικής ιδιοκτησίας, βέβαια, τόσο πιο έντονος είναι αυτός ο αντίκτυπος». (Rothbard, 1993 [1962], σελίδα 826)

 

Κατά συνέπεια, ο αντίκτυπος της γραφειοκρατικής διαχείρισης δεν περιορίζεται στη σφαίρα της αγοράς, αλλά επηρεάζει ευρύτερα τη λειτουργία άλλων αγορών, στις οποίες μεταδίδονται οι στρεβλώσεις που παράγονται στην αρχική αγορά. Η αλληλεξάρτηση των αγορών, από την οποία εξαρτάται η αποτελεσματικότητα τους, καθίσταται έτσι ένας φορέας για τη διάδοση εσφαλμένων πληροφοριών, γεγονός που οδηγεί ορισμένους επιχειρηματίες να επιλέγουν προγράμματα παραγωγής που είτε δεν είναι βιώσιμα είτε υποστηρίζονται τεχνητά. Η έκταση των στρεβλώσεων που προκαλούνται στις αγορές εκτός της σφαίρας της γραφειοκρατικής παρέμβασης εξαρτάται από την ένταση και τη διάρκεια της αρχικής παρέμβασης και από την εγγύτητα της εν λόγω αγοράς στη σφαίρα παρέμβασης.

Καταστροφή της επιχειρηματικής λειτουργίας

Η εμφάνιση σφαλμάτων και η αδυναμία τους να διορθωθούν  ή να περιοριστεί το μέγεθός τους, προκύπτει φυσικά από την αδυναμία εφαρμογής μιας διαδικασίας οικονομικού υπολογισμού στα εφαρμοζόμενα σχέδια. Αυτά τα λάθη είναι επίσης το προϊόν μιας κοινωνικής διαδικασίας καταστροφής των επιχειρηματικών δεξιοτήτων: παράγουν μόνο πιέσεις που προκαλούν το θάνατο ζωτικών επιχειρηματικών δεξιοτήτων. Ο επιχειρηματίας αποτελεί βασικό στοιχείο για την παραλαβή των πληροφοριών που παράγονται και μεταδίδονται από την αγορά (Kirzner, 1997, σ.67). Ο ρόλος του είναι η επεξεργασία των πληροφοριών και η μετατροπή τους σε κατάλληλες αποφάσεις. Επέκταση της γραφειοκρατικής επιρροής οδηγεί σε μια σταδιακή μεταμόρφωση των πραγματικών επιχειρηματιών που εργάζονται σύμφωνα με τους κανόνες κερδών και ζημιών σε γραφειοκράτες κάτω από μια ανώτερη αρχή (Mises 1983 [1969 1944], σελ. 53). Με τον τρόπο αυτό η γραφειοκρατικοποίηση βαθιά τροποποιεί τη λειτουργία της αγοράς, καθώς η κυβερνητική παρέμβαση ανοίγει νέες ευκαιρίες για ένα είδος «πολιτικού» επιχειρηματία (Facchini, 2006, σελ. 265.).

Καθώς η κυβερνητική δραστηριότητα αυξάνεται στον επιχειρηματικό κόσμο, αυτό που μετράει δεν είναι πλέον η ικανοποίηση του καταναλωτή, αλλά η καλή σχέση με τις πολιτικές αρχές. Ο von Mises χρησιμοποιεί τον όρο «τυχοδιώκτες» για μια νέα κατηγορία επιχειρηματιών, των οποίων η ύπαρξη εξαρτάται από την πολιτική εύνοια, την απόκτηση και διασφάλιση ευνοϊκών για αυτούς παρεμβάσεων και αποφάσεων (Mises 1983 [1969 1944], σελ. 79).

Το επιχείρημα του von Mises αναπτύσσει ο Herbener περαιτέρω, λέγοντας με έμφαση ότι η διαδικασία της αγοράς δεν επιλέγει μόνο τους πιο αποτελεσματικούς επιχειρηματίες, αλλά και καθιστά τη λειτουργία τους πιο εξειδικευμένη και τείνει έτσι στη βελτιστοποίηση της διαχείρισης των αστάθμητων παραγόντων και στον συντονισμό μεταξύ των σχεδίων των διαφόρων συντελεστών της αγοράς. Η εισαγωγή των γραφειοκρατικών διαδικασιών, οδηγεί σε στρεβλώσεις κατά την επιλογή και την εξειδίκευση των επιχειρηματιών και, σταδιακά, στην αποστείρωση των δεξιοτήτων τους – ακόμη και στην πλήρη εξάλειψη αυτών των δεξιοτήτων σε μια κολεκτιβοποιημένη οικονομία (Herbener, 1992, ρρ. 82-88).

Κατά συνέπεια, η εξάπλωση των γραφειοκρατικών ρυθμίσεων δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια επίθεση στα θεμέλια της οικονομίας της αγοράς, και αποδεικνύεται επιβλαβής για την προσφορά των επιχειρηματικών δεξιοτήτων που απαιτούνται για να διασφαλιστεί η ορθή κατανομή των πόρων (Baumol, 1968, σ. 69).

Οργανισμοί των οποίων η λειτουργία δεν μπορεί να αξιολογηθεί

Υπάρχουν διάφοροι λόγοι (όλοι προκύπτουν λόγω αδυναμίας οικονομικού υπολογισμού και απουσίας σαφώς καθορισμένων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας στη δημόσια παραγωγή) που καθιστούν τη γραφειοκρατική διαδικασία δύσκολη να παρακολουθηθεί. Αυτοί οι λόγοι είναι δύο ειδών: Οι «εσωτερικοί» λόγοι είναι αυτοί που πηγάζουν από τη λογική της γραφειοκρατικής οργάνωσης και που σχετίζονται με την προσφορά γραφειοκρατικών αγαθών και υπηρεσιών. Οι «εξωτερικοί» λόγοι είναι εκείνοι που προέρχονται από τη λειτουργία της σχετικής, εν λόγω ρυθμιζόμενης αγοράς και που σχετίζονται με τη ζήτηση για γραφειοκρατικά αγαθά και υπηρεσίες.

Στοιχεία εσωτερικών δυναμικών

Ο γραφειοκράτης κατέχει καλύτερη πληροφόρηση για την παραγωγική διαδικασία και το κόστος της από ότι άλλα μέρη που ενδιαφέρονται επίσης για την παραγωγή αγαθών (παράγοντες άλλων τμημάτων, πολιτικοί, πολίτες, ομάδες άσκησης πίεσης, κλπ). Είναι επίσης εκτός εύρους της καταναλωτικής αξιολόγησης, δεδομένου ότι η παραγωγή δεν υπόκειται στην αξιολόγηση της αγοράς. Αυτοί οι δύο παράγοντες παρέχουν στον γραφειοκράτη μια ορισμένη ελευθερία να εξυπηρετεί τα δικά του συμφέροντα και δημιουργούν μια ζήτηση για γραφειοκρατική παραγωγή, η οποία προέρχεται από την ίδια τη γραφειοκρατία.

Αυτή η ζήτηση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη λήψη συμπληρωματικών κονδυλίων ή την διασφάλιση των υπαρχόντων, ανάλογα με τους περιορισμούς των δημοσιονομικών και οικονομικών πολιτικών (Dunleavy, 1985). Αυτά τα συμπληρωματικά κονδύλια, μπορούν να έχουν διαφορετικές χρήσεις: πρόσληψη πρόσθετου προσωπικού, αύξηση μισθών για τους εργαζομένους, απόκτηση συγκεκριμένων πλεονεκτημάτων όσον αφορά τις συνθήκες εργασίας, τις σταδιοδρομίες, τη φήμη κ.λ.π. Ωστόσο, αυτά τα πλεονεκτήματα μπορούν να διατηρηθούν μόνο όταν οι προϋπολογισμοί είναι αρκετά υψηλοί (ή αυξάνονται αρκετά γρήγορα) ώστε να διανέμονται ευρέως και έτσι να διασφαλίζεται η κολεκτιβίστικη άμυνα του γραφειοκρατικού οργανισμού 4.

Η οργανωτική διαμόρφωση της γραφειοκρατίας, επιτρέπει στους γραφειοκράτες να εργάζονται προς τον σκοπό της συνέχισης και την αύξησης των προνομίων τους. Επωφελούνται συνεπώς από την ιδιαίτερη θέση τους, ακόμα και αν το εύρος της θέσης αυτής περιορίζεται από τη συλλογική δράση των οργανωτικών εξόδων και την κατανομή των επακόλουθων προνομίων (Olson, 1982, σ. 72). Ένα άλλο εμπόδιο για την απόκτηση των προνομίων αυτών, βρίσκεται στα μέτρα ελέγχου που λαμβάνονται από άλλα τμήματα και στον ανταγωνισμό από άλλες γραφειοκρατίες οι οποίες κλίνουν προς τη διατήρηση των δικών τους συμφερόντων (Niskanen, 1994 [1971], σελ. 40-41).

Ωστόσο, οι έλεγχοι αυτοί είναι μόνο μερικοί, καθώς είναι θεμελιωμένοι πάνω στην αντικειμενική αντιπαλότητα μεταξύ διαφορετικών γραφειοκρατιών σχετικά με τους στόχους τους και την πρόσβαση τους σε πόρους (γεγονός που προκύπτει από την έλλειψη δικαιωμάτων ιδιοκτησίας). Δεν οφείλονται σε οποιαδήποτε τρέχουσα ικανότητα ελέγχου της ποιότητας της παραγωγής και του κόστους (η παρακολούθηση αυτή είναι αδύνατη λόγω έλλειψης/αδυναμίας οικονομικού υπολογισμού). Οι γραφειοκράτες θεωρούν πως το αίτημα τους για υψηλούς προϋπολογισμούς,  δικαιολογείται από την ανάγκη εξυπηρέτησης της δικής τους αντίληψης για το δημόσιο συμφέρον. Αυτή η αντίληψη φαίνεται για αυτούς αυτονόητη και επιτακτική, λαμβάνοντας υπόψη το «καθήκον» που εκπληρώνουν: θεωρούν τους εαυτούς τους από αυτή την άποψη, ως κατόχους μιας ανώτερης γνώσης, η οποία επιτρέπει ένα είδος σκιαγράφησης του πολίτη από τον γραφειοκράτη. (Tullock, 1976, σ.35) Ο πολίτης, από την πλευρά του, δεν μπορεί να αξιολογήσει τα προτεινόμενα σχέδια δαπανών, διότι ο οικονομικός υπολογισμός είναι αδύνατος (Mises 1983 [1969 1944], σελ. 52).

Εκτός από τη συγκεκριμένη, ισχύουσα διαμόρφωση της παραγωγής, εγγενούς στην κατοχή μονοπωλίου, ο γραφειοκράτης αποκτά επιπλέον πλεονέκτημα από την ασυμμετρία πληροφόρησης μεταξύ του γραφειοκράτη και του χορηγού του αφενός και ανάμεσα στη γραφειοκρατία και τους πολίτες αφετέρου (Niskanen, 1994 [ 1971], ch 3). Έχει περιθώρια διαπραγμάτευσης με βάση τη διαμόρφωση των παραγωγικών προσπαθειών του: Υιοθετώντας περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικές μορφές συμπεριφοράς, οι γραφειοκράτες μπορούν να διαπραγματευτούν επιλεκτικές υπηρεσίες που τους επιτρέπουν να επηρεάζουν τα επίπεδα παραγωγής (Breton και Wintrobe, 1986 [1982], σ. 7).

Η ασύμμετρη πληροφόρηση και τα επιλεκτικά σύνδρομα συμπεριφοράς, μπορούν να συναντηθούν επίσης σε ιδιωτικές εταιρείες. Ωστόσο, παρέχουν ξεχωριστή δύναμη στους προνομιούχους των γραφειοκρατικών οργανισμών, καθώς η έλλειψη δικαιωμάτων ιδιοκτησίας των πόρων και η αδυναμία οικονομικού υπολογισμού, καθιστούν τον ελέγχο τους αδύνατο. Η ικανότητα του γραφειοκράτη να αντιστέκεται στην αλλαγή και να αυξάνει τα προνόμιά του, προέρχεται από την πολιτική εξουσία που κατέχει, χειρίζεται και την οποία εκπροσωπεί. Η πολιτική πτυχή του θέματος δεν μπορεί να αγνοηθεί, καθώς δεν υπάρχει διαδικασία αγοράς για τον προσανατολισμό των γραφειοκρατικών αποφάσεων. Όπως εξηγεί ο Mises, «γραφειοκρατική διαχείριση, υπό τη δημοκρατία, σημαίνει την αυστηρή διαχείριση σύμφωνα με το νόμο και τον προϋπολογισμό» (Mises 1983 [1969 1944], σελ. 47).

Η πολιτική διάσταση της παραγωγής του δημοσίου τομέα, αποτελεί βασικό μοχλό για τον γραφειοκράτη, ο οποίος μπορεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του, όχι σύμφωνα με την ικανοποίηση των πολιτών, αλλά χρησιμοποιώντας το πολιτικό εκτόπισμα του. Στην πραγματικότητα, ο γραφειοκράτης κατέχει ταυτόχρονα τη θέση του υπαλλήλου και του εργοδότη και, ως εκ τούτου, έχει κάθε συμφέρον να επιμείνει σε υψηλότερους προϋπολογισμούς και κονδύλια.

«Ο γραφειοκράτης δεν είναι μόνο κυβερνητικός υπάλληλος. Είναι επίσης, υπό το δημοκρατικό σύνταγμα, ταυτόχρονα ψηφοφόρος και ως τέτοιος αποτελεί μέρος της κυριαρχίας, του εργοδότη του. Είναι σε ιδιόμορφη θέση: είναι εργοδότης και υπάλληλος. Και το χρηματικό του συμφέρον ως εργαζόμενου, κυριαρχεί επί του συμφέροντος του ως εργοδότη, καθώς παίρνει πολλά περισσότερα από όσα συνεισφέρει στα δημόσια ταμεία. Αυτή η διπλή σχέση γίνεται πιο σημαντική καθώς οι άνθρωποι υπό την κυβερνητική μισθοδοσία αυξάνονται. Ο γραφειοκράτης ως ψηφοφόρος είναι πιο πρόθυμος να κερδίσει μια αύξηση, παρά να διατηρήσει τον προϋπολογισμό ισορροπημένο. Κύριο μέλημά του είναι να αυξηθεί η μισθοδοσία». (Mises, 1983 [1969, 1944], σελ. 87)

 

Ο γραφειοκράτης, όντας ο πρώτος που θα έχει συνέπειες από μια δεδομένη κυβερνητική πολιτική, έχει όφελος να υποστηρίζει την ζήτηση για γραφειοκρατικά αγαθά και υπηρεσίες. Έτσι, η θέση του, αντιπροσωπεύει ένα εισόδημα που μερικές φορές καθίσταται ευκολότερο να επιτευχθεί μέσω πολιτικής αφοσίωσης ή συσχέτισης (Rothbard, 1995). Ως αποτέλεσμα, η ψήφος του γραφειοκράτη έχει ειδικό βάρος στην εκλογική διαδικασία, επηρεάζοντας την στάση των εκλεγμένων πολιτικών απέναντι στη γραφειοκρατική δραστηριότητα (Tullock et al., 2002, σ.54).

Μια αλλαγή, από την παραγωγική διαδικασία που αναζητά το κέρδος, στην γραφειοκρατική παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, δεν συνεπάγεται μόνο την αλλαγή στην διαδικασία λήψης αποφάσεων, από ένα σύστημα τιμών αγοράς σε ένα σύστημα εντολών, αλλά και μια αλλαγή στην ίδια τη φύση της απόφασης, από οικονομική σε πολιτική. Το αποτέλεσμα αυτής της διπλής αλλαγής είναι ο ριζικός μετασχηματισμός της λειτουργίας της γραφειοκρατίας και του στόχου της πολιτικής του δημόσιου τομέα. Η γραφειοκρατία δεν σχετίζεται πλέον αποκλειστικά με την εφαρμογή πολιτικών αποφάσεων για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών. Ανάγεται επίσης σε πολιτικό ζήτημα, δεδομένου ότι συμμετέχει στην διανομή των ιδιωτικών εισοδημάτων (Tollison and Congleton, 1995). Η γραφειοκρατική οργάνωση δεν είναι πλέον απλά μέσο που εκτελεί τον παρεμβατισμό του δημόσιου τομέα. Είναι επίσης ένας μηχανισμός που αφορά τον προσδιορισμό της φύσης και τον βαθμό μιας τέτοιας παρέμβασης. Εν συντομία, η γραφειοκρατία δεν είναι πλέον εξωγενής για το πολιτικό σύστημα. Έχει σταδιακά γίνει ενδογενής.

Η λειτουργία της γραφειοκρατίας επηρεάζεται επίσης από τους καθοριστικούς παράγοντες της προσφοράς γραφειοκρατικών αγαθών και υπηρεσιών. Οι πόροι που χρησιμοποιούνται από τους γραφειοκρατικούς οργανισμούς, δεν υπόκεινται σε αξιολόγηση αγοράς και δεν προέρχονται από την πώληση προηγούμενων παραγωγικών υπηρεσιών. Το κράτος μπορεί να αποκτήσει πόρους μέσω του προνομίου της δημιουργίας χρημάτων, της οποίας έχει το μονοπώλιο ή με εξαναγκαστικές φορολογικές πολιτικές. Ο δανεισμός αποτελεί μια τρίτη εναλλακτική λύση χρηματοδότησης, ενώ οι όροι αποπληρωμής είναι ανοικτοί σε κρατικούς χειρισμούς μέσω πληθωρισμού ή φορολόγησης των καταβληθέντων τόκων. Μια τελευταία λύση συνίσταται στην άμεση χρήση φυσικών πόρων χωρίς την πληρωμή της τιμής αγοράς, όπως η κατάληψη ιδιοκτησίας, η επίταξη, οι μεταφορές τεχνολογίας κλπ. (Niskanen, 1998, σ. 53) Συνολικά, το κόστος απόκτησης κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση των παραγωγικών δραστηριοτήτων των γραφειοκρατικών οργανώσεων, αψηφά τις συνθήκες που επικρατούν για όλους τους άλλους στην ελεύθερη αγορά.

Η εξήγηση για την κακή αξιολόγηση των πόρων που χρησιμοποιούνται στον γραφειοκρατικό κύκλο παραγωγής, βρίσκεται στην τεχνητή μείωση του κόστους ευκαιρίας της πρόσβασης σε αυτούς (Rothbard, 1993 [1962] σελ. 821). Ο γραφειοκράτης, όχι μόνο δεν παρακινείται να κάνει προσεκτική χρήση των πόρων, τουναντίον, έχει την τάση να χρησιμοποιεί περισσότερους από όσους χρειάζεται και να ζητά πάντα ακόμα περισσότερους, κάτι το οποίο οδηγεί στην αύξηση του μεγέθους των γραφειοκρατικών οργανισμών. Σε οργανωτικό επίπεδο, οι γραφειοκρατίες ζητούν σταθερά αύξηση των κονδυλίων για την εκτέλεση των παραγωγικών στόχων τους 5. Η έλλειψη αξιολόγησης από την αγορά απομακρύνει τις πιέσεις για ορθή χρήση των πόρων και, λόγω της υψηλότερης χρονικής προτίμησης για το παρόν, επίσης δεν υπάρχει φραγμός όσον αφορά την άμεση απόκτηση αυτών πόρων (De Alessi, 1969, σελ. 18). Ο μηχανισμός αυτός ενθαρρύνει την τάση υπερβολικών δαπανών, ενώ η έλλειψη πραγματικών δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, τείνει να αποδυναμώνει τους μηχανισμούς που ενθαρρύνουν τη συντήρηση και την αξιολόγηση των περιουσιακών στοιχείων που δαπανώνται.

Ο σοφός γραφειοκράτης θα μεγιστοποιήσει τα κέρδη από την χρήση του πόρου που ελέγχει, αντί να κάνει επιλογές ​​υπερβολικά προσανατολισμένες προς το μέλλον, οι οποίες δεν είναι βέβαιο ότι θα έχουν το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Το φαινόμενο αυτό ενισχύεται από τα πολιτικά ζητήματα που μερικές φορές συνδέονται με αυτό, καθώς οι χρονικοί ορίζοντες φαίνονται να είναι σύντομοι και αβέβαιοι (Ρόθμπαρντ, 1993 [1962], σελ 828-29. Niskanen, 1994 [1971], σελ 116 – 19).6

Έτσι, οι επικεφαλής των γραφειοκρατικών οργανισμών παρακινούνται να πολλαπλασιάσουν τα σχέδια των δαπανών τους. Όπου είναι απαραίτητο, υποθηκεύουν ένα μέρος του μέλλοντος, περιορίζοντας την ικανότητα για μελλοντικό δανεισμό και υποχρεώνοντας τους διαδόχους τους να εξασφαλίσουν τη χρηματοδότηση προηγούμενων μέτρων.

Εξωτερικοί παράγοντες που διαμορφώνουν την γραφειοκρατία

Η εξέταση εξωγενών της γραφειοκρατικής οργάνωσης παραγόντων, συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση της δυναμικής και της ανάπτυξής της. Αν αποδεχθούμε την ιδέα ότι η γραφειοκρατία αποτελεί ένα από τα αγαπημένα κυβερνητικά μέσα παρεμβατισμού στο κοινωνικό σύστημα, τότε πρέπει να εξηγήσουμε τα μοτίβα επέκτασης αυτής της παρέμβασης. Η εξήγηση του Downs προκρίνει ότι η δημογραφική ανάπτυξη, η περιπλοκότητα των κοινωνικών σχέσεων και η άνοδος της τεχνολογίας στις ευημερούσες κοινωνίες, αποτελούν τις πηγές της γραφειοκρατικής επέκτασης (Downs, 1994 [1966], σελ. 256-57). Οι απόπειρες αναδιανομής εισοδήματος, οι ιδεολογικοί λόγοι και οι πολιτικές κρίσεις, θεωρούνται πως δικαιολογούν την κρατική παρεμβατικότητα. (Peltzman, 1980, Higgs, 1987, ch.1). Έτσι, υπάρχουν πολλές ανταγωνιστικές επεξηγήσεις της γραφειοκρατικής επέκτασης και καμία θεωρία δεν μας υποχρεώνει να την αποδεχτούμε.

Η θεωρία της γραφειοκρατίας που αναλύουμε στην παρούσα εργασία, προκρίνει ότι η απουσία δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και η αδυναμία οικονομικού υπολογισμού είναι οι δύο ζωτικής σημασίας παράγοντες για την ανάλυση και την κατανόηση αυτών των ιδιαίτερων οργανισμών. Ο συνδυασμός των δύο, επιτρέπει τη μετατόπιση της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών, σε μια διαδικασία χωρίς κόστος ή με τιμή πολύ κάτω από αυτή της αγοράς – ενός συστήματος τιμολόγησης (της αγοράς) που εξασφαλίζει ότι η παροχή αγαθών και υπηρεσιών θα συναντήσει την υφιστάμενη ζήτηση. Αυτή η πολιτική τιμολόγησης των γραφειοκρατικών αγαθών και υπηρεσιών, οδηγεί στη δημιουργία εντάσεων μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, μέσω της εμφάνισης ελλείψεων. Η γενικά αποδεκτή θεραπεία για αυτή την κατάσταση, δεν είναι η απαίτηση πληρωμής της υπηρεσίας, ή μια προσπάθεια να καθιερωθεί κάποια αρμόζουσα τιμή, αλλά η αύξηση στην ποσότητα των πόρων που διατίθενται για την παραγωγή, μαζί με την αύξηση των δαπανών και την αύξηση της παραγωγικής δομής της γραφειοκρατίας. Κατά συνέπεια, αυτή η τιμολογιακή πολιτική που εφαρμόζεται στα γραφειοκρατικά αγαθά και υπηρεσίες, ενισχύει και συντηρεί την τεχνητά υψηλή ζήτηση, η οποία με τη σειρά της δικαιολογεί ακόμα μεγαλύτερη γραφειοκρατική παρέμβαση.

«Πολλές σοβαρές συνέπειες προκύπτουν από τον διαμοιρασμό και από την «δωρεάν» υπηρεσία. Όπως σε όλες τις περιπτώσεις όπου η τιμή είναι χαμηλότερη από την τιμή της ελεύθερης αγοράς, ενισχύεται μια τεράστια και υπερβολική ζήτηση για το συγκεκριμένο αγαθό, πολύ πέρα από την ικανότητα εξυπηρέτησης εκ μέρους της διαθέσιμης προσφοράς». (Rothbard, 1993 [1962], σελ.819)

 

Οι ιδιαίτερες συνθήκες χρηματοδότησης των γραφειοκρατικών οργανώσεων υποστηρίζουν την επέκτασή τους με δύο τρόπους. Η εύκολη πρόσβαση σε φθηνούς πόρους που περιγράφονται παραπάνω καθιστά εύκολη την ανταπόκριση στις προσκλήσεις των πολιτών για πρόσθετη παραγωγή (Niskanen, 1998, σελ. 53). Οι πόροι που αποκτώνται δεν εξαρτώνται από τις πωλήσεις και την ικανοποίηση των αναγκών των πελατών και οι γραφειοκρατικές δομές μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους πιο άνετα, δεδομένου ότι για αυτές η πρόσβαση στους πόρους φαίνεται λιγότερο περιοριστική και η πρόσβαση στις δημόσιες αγορές πιο προνομιακή από ότι για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Αυτή η προνομιακή πρόσβαση στους πόρους και στις δημόσιες αγορές δίνει στις γραφειοκρατικές οργανώσεις πλεονέκτημα έναντι των ιδιωτικών επιχειρήσεων, όταν οι δύο τομείς ανταγωνίζονται για την παραγωγή υπηρεσιών. Οι ιδιωτικές εταιρείες δυσκολεύονται να ανταγωνίζονται τις γραφειοκρατίες, διότι η διαφορά στο κόστος παραγωγής και στην τιμολογιακή πολιτική τους αφήνει περιορισμένο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα (Rothbard, 1993 [1962], σελ.823). Έτσι, οι συνθήκες παραγωγής και διανομής του δημόσιου τομέα ευνοούν την επέκταση των γραφειοκρατικών οργανώσεων, σε βάρος των ιδιωτών επιχειρηματιών, οι οποίοι πρέπει να συμβάλουν στη χρηματοδότηση των γραφειοκρατιών και επίσης να έρθουν αντιμέτωποι με τον αθέμιτο ανταγωνισμό.

Επιπλέον, η γραφειοκρατική προσφορά αγαθών και υπηρεσιών έχει αυτογενή επίδραση: η αποτυχία των δημόσιων παρεμβάσεων δικαιολογεί νέες παρεμβάσεις που αποσκοπούν στο να αντισταθμίσουν και να διορθώσουν τις αδυναμίες των προηγούμενων και η γραφειοκρατία είναι το ευνοούμενο εργαλείο της κυβερνητικής παρέμβασης. Ο von Mises σημειώνει:

«Σε αυτή την περίπτωση και σε πολλές άλλες, οι γραφειοκράτες βλέπουν στην αποτυχία των μέτρων τους, την «απόδειξη» ότι είναι αναγκαίες περαιτέρω παρεμβάσεις στο σύστημα της αγοράς» (Mises, 1983 [1969, 1944], σ.35).

 

Η συνέπεια είναι ότι «πρέπει» να εμφανιστούν νέες γραφειοκρατίες ή οι υπάρχουσες πρέπει να επεκταθούν. Η αποτυχία της δημόσιας παρέμβασης συχνά ερμηνεύεται ότι οφείλεται είτε στην ανεπαρκή χρηματοδότηση είτε στη χρήση ακατάλληλων εργαλείων ή μηχανισμών παρέμβασης, οι οποίοι θεωρείται ότι δικαιολογούν τη δημιουργία νέων οργανισμών ή την αναδιοργάνωση των υφισταμένων. Θα πρέπει να επισημανθεί εδώ ότι αυτό το μοντέλο παρέχει μια μοναδική εξήγηση για την ανάπτυξη των γραφειοκρατικών δομών. Η αύξηση αυτή μπορεί να λάβει τη μορφή αύξησης των μεγεθών και των προϋπολογισμών των υφιστάμενων δομών, αλλά το φαινόμενο της γραφειοκρατίας μπορεί επίσης να οδηγήσει στον πολλαπλασιασμό νέων δομών που δεν έχουν καμία σχέση με την ανάπτυξη των προηγούμενων. Εν ολίγοις, η γραφειοκρατικοποίηση μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της εξωτερικής ανάπτυξης (πολλαπλασιασμός των οργανισμών) ή της εσωτερικής ανάπτυξης (αυξημένοι προϋπολογισμοί) ή και των δύο.

Παρόλο που οι γραφειοκρατικές αποτυχίες ερμηνεύονται συστηματικά ως αποτέλεσμα της έλλειψης χρηματοδότησης ή της χρήσης ακατάλληλης παρεμβατικής δομής, ο von Mises έχει αποδείξει πειστικά ότι αυτές οι αποτυχίες οφείλονται στην πραγματικότητα στην απουσία οικονομικών υπολογισμών. Αυτό σημαίνει ότι οι νέες λύσεις του δημόσιου τομέα που δημιουργήθηκαν για να αντιμετωπίσουν τα προηγούμενα λάθη είναι επίσης καταδικασμένες σε αποτυχία και δικαιολογούν ακόμη περισσότερες παρεμβάσεις (Ikeda, 1997, ch 5). Έτσι, υπάρχει μια δυναμική που είναι συγκεκριμένη για τη γραφειοκρατική παραγωγή και τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη των γραφειοκρατικών δομών μέσα στα οικονομικά συστήματα. Η δυναμική αυτή απορρέει εν μέρει από ιδεολογικές προκαταλήψεις σχετικά με την υποτιθέμενη ανωτερότητα της οργάνωσης παραγωγής του δημόσιου τομέα (Higgs, 1987, Mises, 1994 [1972, 1956], Blake, 1991) και εν μέρει από τους αυτοσυντηρούμενους μηχανισμούς γραφειοκρατικής ανάπτυξης.

Ένας τρίτος λόγος επέκτασης των γραφειοκρατικών οργανώσεων είναι ότι αποσταθεροποιούν τις ελεύθερες αγορές. Η δημόσια παρέμβαση δημιουργεί κέντρα υπολογιστικού χάους, των οποίων τα αποσταθεροποιητικά αποτελέσματα, δεδομένης της αλληλεξάρτησης των διαφόρων αγορών, εξαπλώνονται στην οικονομία στο σύνολό της (Rothbard, 1993 [1962] σελ.826). Με την παραγωγή εστιασμένων στρεβλώσεων στη λειτουργία της αγοράς, η κατανομή των πόρων τροποποιείται και τα αρνητικά αποτελέσματα πολλαπλασιάζονται. Η αρχική παρέμβαση παράγει μια σειρά από αποσταθεροποιητικά αποτελέσματα, τα οποία στη συνέχεια ενισχύονται από τις συνέπειες ανάδρασης. Αν και αυτή η αποσταθεροποίηση οφείλεται σε ακατάλληλες γραφειοκρατικές παρεμβάσεις και μπορεί να διορθωθεί μόνον επιστρέφοντας στη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς 7, στην πράξη χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει περαιτέρω παρεμβάσεις, αυτή τη φορά σε οικονομικούς τομείς που μέχρι τώρα είχαν αποφύγει την κυβερνητική εισβολή.

«Αυτά τα μέτρα χρειάστηκαν επειδή η προηγούμενη κρατική παρέμβαση που παρέλυσε τη λειτουργία της αγοράς είχε ως αποτέλεσμα παράδοξες και εξαιρετικά μη ικανοποιητικές συνθήκες. Όχι η ανεπάρκεια του μηχανισμού της αγοράς, αλλά η ανεπάρκεια της προηγηθείσας κυβερνητικής ανάμειξης με φαινόμενα της αγοράς καθιστούσαν το σύστημα προτεραιότητας αναπόφευκτο». (Mises, 1983 [1944], σελ. 34-35)

 

Και έτσι γραφειοκρατία, μέσω μιας μορφής «ιστορικής απάτης», είναι σε θέση να πλασάρει τις αδυναμίες του δημόσιου τομέα, ως αδυναμία της αγοράς να ικανοποιήσει ανάγκες που εκφράζονται από τους καταναλωτές. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η γραφειοκρατική διαχείριση δημιουργεί δημόσια απογοήτευση, η οποία βαθμιαία παίρνει τη μορφή εχθρότητας προς τους μηχανισμούς της αγοράς και οι ιδεολογικές προτιμήσεις των καταναλωτών κατευθύνονται προς κυβερνητικές λύσεις (Ikeda, 1997, σελ. 24-25). Ο von Mises βλέπει σε αυτή τη διαδικασία την άρνηση των διδαγμάτων της οικονομίας, καθώς και αυτό που ονομάζει γραφειοκρατικοποίηση του νου (Mises, 1983 [1944], σελ. 88-89) και κυρίως την συνεχιζόμενη διάβρωση της κυριαρχίας των καταναλωτών με αυταρχικές αποφάσεις που προέρχονται από τις διάφορες γραφειοκρατικές οργανώσεις (ibid., σελ. 43). Η απογοήτευση των καταναλωτών μπορεί επίσης να προκληθεί από επαναλαμβανόμενες ελλείψεις, οι οποίες καθορίζονται βασικά από τις συνθήκες πρόσβασης στα αγαθά και τις υπηρεσίες που προσφέρονται. Οι καταναλωτές δεν θα εξυπηρετηθούν και δεν θα έχουν πρόσβαση σε αυτό που παράγεται. Επιπλέον, η έλλειψη οικονομικών υπολογισμών δεν επιτρέπει στις γραφειοκρατικές δομές να παράγουν αγαθά και υπηρεσίες που να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των καταναλωτών. Από την άποψη της ποικιλομορφίας, η γραφειοκρατική παραγωγή αποκαλύπτεται ως ακατέργαστη και δευτέρας διαλογής, ως άμεση συνέπεια της ανικανότητάς της να αντιμετωπίσει την πολυπλοκότητα και την ποικιλία της ζήτησης.

Τέλος, ο πολλαπλασιασμός των κέντρων υπολογιστικού χάους οδηγεί σε μείωση της παραγωγής των ιδιωτικών επιχειρήσεων και μείωση της κοινωνικής ωφέλειας (Rothbard, 1993 [1962], σελ. 826). Ορισμένοι παραγωγοί βρίσκονται αποκλεισμένοι από ορισμένες αγορές επειδή ο τομέας δραστηριότητάς τους έχει καταστεί ασύμφορος, ενώ άλλοι έχουν μειώσει την παραγωγή ως απάντηση στους μηχανισμούς ανακατανομής που υπονομεύουν την επενδυτική πολιτική και παρεμβάσεις που βλάπτουν τη λειτουργία της αγοράς εργασίας (Mises, 1985 [1944], κεφ. 4. Rothbard, 1993 [1962], σελ. 823). Επιπλέον, η γραφειοκρατική παρέμβαση καθιστά τους επιχειρηματίες του ιδιωτικού τομέα εξαρτημένους και υποταγμένους στους πολιτικούς ιθύνοντες. Αυτή η διαδικασία καταστρέφει βαθμιαία το ρόλο του επιχειρηματία.

Συμπέρασμα

Η οικονομική θεωρία της γραφειοκρατίας που παρουσιάζεται σε αυτό το άρθρο υποστηρίζει ότι η έλλειψη δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και η αδυναμία πραγματικού οικονομικού υπολογισμού είναι δύο βασικά χαρακτηριστικά των γραφειοκρατικών οργανώσεων. Έτσι, η θεωρία διακρίνεται ξεκάθαρα από τις προκατόχους της, οι οποίες βασίζονται στην ανάλυση της εσωτερικής λειτουργίας των γραφειοκρατικών οργανώσεων και δίνουν πρωταρχική σημασία στην ασυμμετρία της πληροφόρησης μεταξύ της γραφειοκρατίας και του σπόνσορα της (Niskanen, 1994 [1971]) ή στην αυθαίρετη συμπεριφορά των γραφειοκρατών (Breton and Wintrobe, 1986), ή στις εξουσιαστικές σχέσεις (Tullock, 1965). Αν και η θεωρία που παρουσιάζεται εδώ εμπνέεται από την προηγούμενη δουλειά του von Mises (1985 [1944]), διαφέρει σημαντικά στην έμφαση που δίνει στη σημασία των σαφώς προσδιορισμένων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Διαφέρει επίσης, περιορίζοντας το πεδίο μελέτης της στις οικονομικές συνέπειες της ύπαρξης γραφειοκρατικών οργανώσεων.

Υπάρχει σύγκλιση μεταξύ αυτής της θεωρίας και των προκατόχων της σε σχέση με τις συνέπειες που δημιουργούν οι γραφειοκρατικές δομές – η αναποτελεσματική κατανομή πόρων, η χειραγώγηση του προϋπολογισμού και η αποδυνάμωση της λειτουργίας της αγοράς – αλλά οι αρχικές θέσεις είναι τόσο ανόμοιες, ώστε πρέπει να αμφισβητηθεί εάν η σύνθεσή τους είναι εφικτή.

Αυτή η θεωρία είναι μια πρώτη προσπάθεια ανάλυσης των γραφειοκρατικών οργανώσεων. Απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες για τις συνολικές πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες αυτών των οργανώσεων, για την εσωτερική τους δυναμική και για τις γραφειοκρατικές επιπτώσεις των δικτύων στο πλαίσιο των μικτών οικονομιών: συμπληρωματικότητα, αντικατάσταση και ανταγωνισμός μεταξύ των διαφόρων γραφειοκρατιών και μεταξύ γραφειοκρατίας και ιδιωτικών επιχειρήσεων. Εν συντομία, αυτή η θεωρητική πρωτοβουλία ανοίγει νέες προοπτικές έρευνας, οι οποίες αναμφισβήτητα θα επιτρέψουν μια πιο λεπτή κατανόηση των διακριτών δομών που βρίσκονται στα όρια μεταξύ οικονομικών και πολιτικής.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

Βιβλιογραφία:

  • Baumol, William. 1968. “Entrepreneurship in Economic Theory,” American Economic Review, Papers and Proceedings of the Eightieth Annual Meeting of the American Economic Association 58 no. 2: 64–71.
  • Blake, Donald E. 1991. “Policy Attitudes and Political Ideology in the Public Sector” in André Blais and Stéphane Dion, eds. 1991, The Budget-Maximizing Bureaucrat, Appraisals and Evidence. Pittsburgh, Pa.: University of Pittsburgh Press, pp. 231–55. 76
  • Blais, André, and Stéphane Dion, eds. 1991. The Budget-Maximizing Bureaucrat, Appraisals and Evidence. Pittsburgh, Pa.: University of Pittsburgh Press. Blau, Peter M. 1955. The Dynamics of Bureaucracy, A Study of Interpersonal Relations in Two Government Agencies. Chicago: University of Chicago Press.
  • Block, Walter. 1993. Défendre les Indéfendables. Paris: Les Belles Lettres. ——. 1976. Defending the Undefendable. New York: Fleet Press.
  • Breton, Albert, and Ronald Wintrobe. 1982. The Logic of Bureaucratic Conduct. Cambridge, Mass.: Cambridge University Press, 1986.
  • Buchanan, James M., and Gordon Tullock. 1964. The Calculus of Consent: Logical Foundations of Constitutional Democracy. Ann Arbor, Mich.: Ann Arbor Paperbacks, 1997.
  • Carnis, Laurent. 2003. “The Case for Road Privatization: A Defense by Restitution.” Journal des Economistes et des Etudes Humaines 13, no. 1: 95–116.
  • Crozier, Michel. 1963. Le phénomène bureaucratique. Points Essais: Seuil, 1971. ——. 1963. “De la bureaucratie comme système d’organisation.” Archives Européennes de Sociologie 2, no. 1: σελ. 18–50.
  • De Alessi, Louis. 1969. “Implications of Property Rights for Government Investment Choices.” American Economic Review 59: 13–24.
  • Downs, Anthony. 1966. Inside Bureaucracy. Long Grove, Ill.: Waveland Press, 1994. Dunleavy, Patrick. 1985. “Bureaucrats, Budgets and the Growth of the State: Reconstructing an Instrumental Model.” British Journal of Political Science 15, no. 3: 299–328.
  • Facchini, François. 2006. “L’entrepreneur politique et son territoire.” Revue d’Economie Régionale et Urbaine 2 : 263–80.
  • Greffe, Xavier. 1981. Analyse économique de la bureaucratie. Paris: Economica.
  • Herbener, Jeffrey M. 1992. “The Role of Entrepreneurship in Desocialization.” Review of Austrian Economics 6, no. 1: 79–93.
  • Higgs, Robert. 1987. Crisis and Leviathan: Critical Episodes in the Growth of American Government. New York: Oxford University Press.
  • Hülsmann, Jörg Guido. 1998. “Toward A General Theory of Error Cycles.” Quarterly Journal of Austrian Economics 1, no. 4: 1–23.
  • Ikeda, Sanford. 1997. Dynamics of the Mixed Economy: Toward a Theory of Interventionism. New York: Routledge.
  • Kirzner, Israel M. 1997. “Entrepreneurial Discovery and the Competitive Market Process: An Austrian Approach.” Journal of Economic Literature 35, no. 1: 60–85.
  • Lewin, Peter. 1998. “The Firm, Money and Economic Calculation.” American Journal of Economics and Sociology 57, no. 4: 499–512.
  • Lipsky, Michael. 1980. Street-Level Bureaucracy: Dilemmas of the Individual in Public Services. New York: Russell Sage Foundation.
  • Migué, Jean-Luc and Gérard Bélanger. 1974. “Towards a General Theory of Managerial Discretion.” Public Choice 17: 27–43
  • Mises, Ludwig von. 1956 [1972]. The Anti-Capitalistic Mentality. Spring Mills, Pa.: Libertarian Press, 1994. ——. 1969 [1944] Bureaucracy. Spring Mills, Pa.: Libertarian Press, 1983.
  • Niskanen, William A. 1998. Policy Analysis and Public Choice: Selected Papers by William A. Niskanen. Fairfax, Va.: Locke Institute. ——. 1971. Bureaucracy and Public Economics. Fairfax, Va.: Locke Institute, 1994.
  • Norman, Richard. 2003. Obedient Servants? Management Freedoms and Accountabilities in the New Zealand Sector. Wellington, N.Z.: Victoria University Press.
  • Olson, Mancur. 1982. The Rise and Decline of Nations: Economic Growth, Stagflation and Social Rigidities. New Haven, Conn.: Yale University Press.
  • Ogus, Anthony I. 1996. Regulation, Legal Form and Economic Theory. Oxford: Clarendon Press. Parkinson, C. Northcote. 1957.
  • Parkinson’s Law and Other Studies in Administration. Boston, Mass.: Houghton Mifflin.
  • Peltzman, Sam. 1980. “The Growth of Government.” Journal of Law and Economics 23, no. 2: 209–87.
  • Rothbard, Murray N. 1961. “The Fallacy of the ‘Public Sector.’” In The Logic Of Action Two, Application and Criticism from the Austrian School. Cheltenham, U.K.: Edward Elgar, 1997. ——. 1995. “Bureaucracy and the Civil Service in The United States.” Journal of Libertarian Studies 11, no. 2: 3–75. ——. 1962. Man, Economy, and State: A Treatise on Economic Principles with Power and Market. Auburn, Ala.: Ludwig von Mises Institute, 1993. ——. 1982. The Ethics of Liberty. Atlantic Highlands, N.J.: Humanities Press.
  • Sauvy, Alfred. 1956. La bureaucratie. Paris: Presses Universitaires de France.
  • Tollison, D. Robert, and Roger D. Congleton. 1995. The Economic Analysis of Rent Seeking. Cheltenham, U.K.: Edward Elgar.
  • Tullock, Gordon. 1965. The Politics of Bureaucracy. Washington, D.C.: Public Affairs Press. ——. 1974. “Dynamic Hypothesis on Bureaucracy.” Public Choice 19: 127–31. ——. 1976. The Vote Motive. London: IEA, Hobart Paperback.
  • Tullock, Gordon, Arthur Seldon, and Gordon L. Brady. 2002. Government Failure: A Primer in Public Choice. Washington, D.C.: Cato Institute.

Σημειώσεις:

  1. Ακόμη και αν η γραφειοκρατική οργάνωση μπορεί να βασιστεί σε υπάρχουσες πληροφορίες αγοράς και να αναφερθεί σε ορισμένες σχετικές τιμές, είναι απίθανο οι πληροφορίες αυτές να χρησιμοποιηθούν σωστά μέσα σε έναν οργανισμό ο οποίος είναι βασικά αφοσιωμένος στη διάθεση του εαυτού του. Laurent Α. Η. Carnis: Νέες προοπτικές για την οικονομική προσέγγιση της γραφειοκρατίας.
  2. Για τον Niskanen, η χρηματοδότηση της παραγωγικής γραφειοκρατικής δραστηριότητας προέρχεται από άλλη πηγή εκτός από την πώληση του προϊόντος. Ωστόσο, δεν συνάγει κανένα συμπέρασμα σχετικά με τη ζήτηση των χρηστών, περιορίζοντας τον εαυτό του σε συμπεράσματα σχετικά με τους όρους προσφοράς που θεωρεί καλύτερους από εκείνους που επικρατούν στην ελεύθερη αγορά.
  3. Τα κέντρα του υπολογιστικού χάους είναι οργανώσεις ή τμήματα οργανισμών των οποίων η λειτουργία δεν βασίζεται σε οικονομικούς υπολογισμούς και προκαλεί στρεβλώσεις στη λειτουργία της αγοράς.
  4. Εάν ο προϋπολογισμός είναι σταθερός, ένας τρόπος για καλύτερες συνθήκες εργασίας είναι ο περιορισμός της ατομικής παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι για την ίδια μονάδα προϊόντος, οι εργαζόμενοι πληρώνονται καλύτερα. Η παραγωγικότητα ούσα δύσκολο να προσδιοριστεί – λόγω της δυσκολίας απόκτησης πληροφοριών και της αδυναμίας επίτευξης της αγοραίας αξίας του προϊόντος – οι εργαζόμενοι έχουν στη διάθεσή τους ένα σχετικά εύκολο μέσο προσαρμογής της παραγωγικής τους συμπεριφοράς.
  5. Πολλές φορές βέβαια δεν παίρνουν αυτό που ζητάνε.
  6. «Ο ιδιώτης, ασφαλής στην κυριότητα του κεφαλαίου του, μπορεί να σκεφτεί με μακρύτερο χρονικό ορίζονται λόγω του ενδιαφέροντός του για διατήρηση της κεφαλαιακής αξίας των πόρων του. Είναι ο κυβερνητικός αξιωματούχος που πρέπει να αρπάξει και να κρυφτεί, ο οποίος πρέπει να εκμεταλλευτεί γρήγορα την ιδιοκτησία ενώ βρίσκεται ακόμα στην εξουσία»(Rothbard, 1993 [1962], σελ.829).
  7. Υπάρχει ένα είδος παραδόξου εδώ. Η διασύνδεση των αγορών είναι ένα πλεονέκτημα για τη λειτουργία της αγοράς στο ότι, μεταξύ άλλων, διευκολύνει την προσαρμογή από τους συμμετέχοντες στην αγορά, αλλά χρησιμεύει επίσης ως φορέας διάδοσης του δημόσιου παρεμβατισμού επιτρέποντας πολλαπλασιασμό των αποσταθεροποιητικών αποτελεσμάτων. Έτσι, τα θεμέλια της αγοράς δέχονται επίθεση εκ των έσω.