Οι οικονομολόγοι δεν θα προβλέψουν το επόμενο «κραχ», επειδή δεν μπορούν

0
488
Οικονομικά

Τα οικονομικά δεν αποτελούν επιστήμη πρόγνωσης, είναι μια επιστήμη ανακατασκευής: μας επιτρέπουν να καταλάβουμε, εκκινώντας από την αφετηρία της αδιάψευστα αληθούς δήλωσης ότι οι άνθρωποι δρουν, τις ποιοτικές συνέπειες εάν οι άνθρωποι δρουν κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες οι οποίες, όμως, είναι συχνά αβέβαιες υπό την σημερινή οπτική

του Thornsten Polleit
Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής

Εισαγωγή

Θα λάβεις μεγάλη προσοχή εάν υποστηρίξεις πράγματα όπως «Η χρηματιστηριακή αγορά πρόκειται να καταρρεύσει» ή «Η συντριβή του δολαρίου θα συμβεί από στιγμή σε στιγμή», ή «Η πτώση της αγοράς ακινήτων πρόκειται να ξεδιπλωθεί σύντομα». Αλλά από την άποψη των υγιών οικονομικών, η πραγματοποίηση τέτοιων προβλέψεων είναι τελείως αδύνατη. Η τοποθέτηση πιθανοτήτων σε συγκεκριμένα αποτελέσματα – όπως το «Δίδω μια πιθανότητα 30% ότι η χρηματιστηριακή αγορά θα καταρρεύσει το 2018» – μπορεί να είναι δημοφιλής μεταξύ αυτών που κάνουν προβλέψεις, αλλά σίγουρα το κόλπο δεν πιάνει ούτε κάνει τα πράγματα καλύτερα.

Κάποιοι μπορούν

Για να είμαστε σίγουροι: Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να απορρίψουμε την ιδέα ότι υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν μελλοντικά γεγονότα που συμβαίνουν σε σταθερή βάση. Για παράδειγμα, ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας ανήκει σε αυτήν ακριβώς την ομάδα. Αυτός ή αυτή, έχουν προϊόντα που οι άνθρωποι θέλουν να αγοράσουν και πωλούν αυτά τα προϊόντα σε τιμές που υπερβαίνουν το κόστος παραγωγής. Οι πετυχημένοι επιχειρηματίες, είναι σε θέση να προβλέπουν αλλαγές στην καταναλωτική ζήτηση και να προσαρμόζουν ανάλογα την παραγωγή τους.

Επίσης, υπάρχουν επιτυχημένοι επενδυτές στη χρηματιστηριακή αγορά, οι οποίοι ξεχωρίζουν με πολλά χρόνια καλύτερης απόδοσης σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους. Για να είναι σταθερά καλύτεροι από την αγορά, πρέπει να βλέπουν και να γνωρίζουν κάτι που οι άλλοι δεν βλέπουν ή δεν γνωρίζουν και έτσι αναλαμβάνουν ανάλογη δράση. Για παράδειγμα, πρέπει να εντοπίζουν υποτιμημένες μετοχές και να αποκομίζουν αξιοπρεπές κέρδος όταν η αγορά ωθεί τις τιμές αυτών των μετοχών στην εγγενή αξία τους. Επενδύουν με επιτυχία, την κατάλληλη στιγμή στις «σωστές» μετοχές, οι οποίες παρέχουν με την πάροδο του χρόνου υψηλότερη απόδοση.

Οι επιτυχημένοι επιχειρηματίες και οι επενδυτές πρέπει να διαθέτουν αυτό που απαιτείται – το όραμα, το θάρρος, το επιχειρηματικό πνεύμα ή ό, τι άλλο – για να αντιμετωπίσουν το μέλλον σωστά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα κάνουν λάθος προβλέψεις. Αλλά για κάποιο λόγο, τα προγνωστικά σφάλματα τους αποδεικνύονται λιγότερο καταστροφικά από αυτά της πλειοψηφίας των ανθρώπων. Ένα πράγμα είναι σίγουρο: Οι επιτυχημένοι επιχειρηματίες και οι επενδυτές δεν βασίζουν τις προβλέψεις τους στην ιδέα ότι τα οικονομικά θα σας έδιναν τη δυνατότητα να κάνετε σωστές προβλέψεις. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Οι περισσότεροι δεν μπορούν

Τα οικονομικά δεν αποτελούν επιστήμη που σας παρέχει τα μέσα για την πρόβλεψη του μέλλοντος. Όπως λέει ο Ludwig von Mises:

«Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μελλοντικές ανθρώπινες δράσεις είναι εντελώς απρόβλεπτες. Μπορούν με κάποιο τρόπο να προβλεφθούν σε κάποιο βαθμό. Αλλά οι μέθοδοι που εφαρμόζονται σε αυτές τις προσδοκίες και στο πεδίο εφαρμογής τους, είναι λογικά και επιστημολογικά εντελώς διαφορετικές από εκείνες που εφαρμόζονται στην πρόβλεψη φυσικών γεγονότων και στο πεδίο εφαρμογής τους» 1

 

Αυτή η δήλωση του von Mises μπορεί να απαιτεί κάποια περαιτέρω εξήγηση.

Η σωστή κατανόηση, μας λέει πως τα οικονομικά είναι η επιστήμη της ανθρώπινης δράσης, ή, ακριβέστερα, τα οικονομικά αφορούν τη λογική της ανθρώπινης δράσης. Το «Αρχιμήδειο Σημείο» τους, είναι η αδιάψευστη δήλωση ότι «οι άνθρωποι δρουν». Το τελευταίο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί χωρίς να προκαλέσει λογική αντίφαση. Αν υποστηρίξεις ότι «οι άνθρωποι δεν μπορούν να δράσουν», την ίδια στιγμή δρας ο ίδιος και έτσι θα έρθεις σε αντίφαση με τη δική σου δήλωση. Από την αυταπόδεικτα αληθινή δήλωση πως οι «άνθρωποι δρουν» μπορούμε να συναγάγουμε, ή να ξεδιπλώσουμε, περαιτέρω αληθινές δηλώσεις.

Να δώσουμε μερικά παραδείγματα: Η ανθρώπινη δράση, η οποία είναι πάντα η δράση ενός ατόμου, είναι συνειδητά σκόπιμη. Η δράση απαιτεί μέσα για την επίτευξη στόχων. Τα μέσα είναι σπάνια. Η ανθρώπινη δράση προϋποθέτει την κατηγορία των μέσων και των στόχων, δηλαδή την αιτιότητα. Ο χρόνος είναι ένα απαραίτητο μέσο δράσης. Η ανθρώπινη δράση συνεπάγεται χρονική προτίμηση και επομένως φυσικό επιτόκιο (και τα δύο είναι θετικά, δεν μπορούν να είναι στο μηδέν, πόσο μάλλον να είναι αρνητικά). Ο νόμος της οριακής ωφέλειας υπονοείται επίσης λογικά στη δήλωση πως «ο άνθρωπος δρα».

Αυτές (και άλλες) δηλώσεις υπονοούνται με λογική στην πρόταση ότι «οι άνθρωποι δρουν». Κάθε οικονομική θεωρία που αντιφάσκει με τις επιπτώσεις του concept της ανθρώπινης δράσης, πρέπει να εγείρει σοβαρές αμφιβολίες ως προς την αξία της σε σχέση με την αλήθεια. Για παράδειγμα, μια οικονομική θεωρία στην οποία η ανθρώπινη δράση δεν απαιτεί χρόνο ή, σύμφωνα με την οποία, η ανθρώπινη δράση δεν περιορίζεται από συγκεκριμένη χρονική προτίμηση και θετικό φυσικό επιτόκιο, μπορεί να απορριφθεί ως λογικά εσφαλμένη (ως μη ρεαλιστική, ως αφελής ​​παραφροσύνη).

Ο ρόλος των ιδεών

Η αδιάψευστα αληθινή γνώση ότι οι άνθρωποι δρουν, υπονοεί ότι οι ιδέες (ή οι θεωρίες) κάνουν τους ανθρώπους να δρουν. Και οι ιδέες είναι τα απόλυτα-τελικά δεδομένα στην εξήγηση της ανθρώπινης δράσης. Δεν μπορούν να εντοπιστούν περαιτέρω στο παρελθόν, σε άλλους επεξηγηματικούς παράγοντες. Αυτό δεν μπορούμε να το αρνηθούμε 2. Ενδεχόμενη άρνηση, θα υποθέσει την ύπαρξη εξωτερικών (φυσιολογικών, βιολογικών, χημικών) παραγόντων που εξηγούν συστηματικά τις ανθρώπινες δράσεις. Ωστόσο, η επιστήμη έχει μέχρι στιγμής αποτύχει να βρει μια σαφή σχέση μεταξύ εξωτερικών παραγόντων και ανθρώπινης δράσης.

Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια λογική αιτία για την οποία μια τέτοια σχέση δεν μπορεί να ανακαλυφθεί: ο άνθρωπος διαθέτει αναμφισβήτητα ικανότητα μάθησης, δηλαδή μπορεί να μάθει 3. Το επιχείρημα ότι «ο άνθρωπος δεν μπορεί να μάθει», προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος μπορεί να μάθει. Διαφορετικά δεν θα λέγαμε τίποτα σε κάποιον άλλο. Αν υποτεθεί το αντίθετο, θα ισοδυναμούσε με μια επιτελεστική/διαλεκτική αντίφαση. Και υποστηρίζοντας ότι «ο άνθρωπος μπορεί να μάθει να μην μαθαίνει» αποτελεί μια απόλυτη λογική αντίφαση. Καθώς δεν μπορούμε να απορρίψουμε την ιδέα ότι οι άνθρωποι έχουν ικανότητα μάθησης, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί δεν μπορούμε να γνωρίζουμε το μέλλον των πράξεών μας.

Διότι αν υποθέσουμε ότι γνωρίζουμε σήμερα, το πώς ενεργούν οι άνθρωποι στο μέλλον, θα είναι σαν να λέγαμε ότι όχι μόνο έχουμε επαρκή γνώση για τα φυσικά φαινόμενα, αλλά επίσης γνωρίζουμε τις μελλοντικές επιλογές, τις προτιμήσεις και τις αξιακές κλίμακες των ανθρώπων. Τα τελευταία, θα συνεπαγόταν την άρνηση της ανθρώπινης ικανότητας μάθησης: Το να γνωρίζουμε σήμερα το πώς δρουν οι άνθρωποι στο μέλλον, θα έρχονταν σε αντίθεση με την αδιάψευστα αληθινή δήλωση ότι οι άνθρωποι έχουν ικανότητα μάθησης – διότι θα γνωρίζαμε σήμερα όλα τα πράγματα που συμβαίνουν στο μέλλον – αλλά αυτό αποτελεί λογική αντίφαση και συνεπώς είναι ψευδές.

Αδύνατη η πρόβλεψη

Τώρα είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί δεν μπορεί να υπάρξει σταθερή, αδιάκοπη σχέση μεταξύ εξωτερικών παραγόντων και ανθρώπινης δράσης – με την έννοια ότι, αν  προκύψει ο παράγοντας Χ, οι άνθρωποι θα αναλάβουν συγκεκριμένη δράση και το αποτέλεσμα θα είναι πάντα Υ. Από την εμπειρία, γνωρίζουμε ότι διαφορετικοί άνθρωποι, ανταποκρινόμενοι σε συγκεκριμένα ερεθίσματα, συχνά δρουν διαφορετικά σε διαφορετικά χρονικά σημεία. Αλλά η εμπειρία δεν αποδεικνύει τίποτα. Ευτυχώς, δεν χρειάζεται να ανατρέχουμε στην εμπειρία για να γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχουν ποσοτικές τακτικότητες στην ανθρώπινη δράση.

Ο λόγος για τον οποίο δεν υπάρχουν τέτοιες συμπεριφορικές σταθερές, είναι λογικά προφανής: Εάν ο εξωτερικός παράγοντας Χ προκαλεί συγκεκριμένες δράσεις (με την έννοια του «αν ο X , τότε ο Υ», ή «αν ο X αυξηθεί κατά 10%, τότε ο Υ θα μειωθεί κατά 5%»), θα μπορούσαμε να προβλέψουμε σήμερα την ανθρώπινη μελλοντική δράση (σε ποσοτικούς όρους) – και πάλι, θα έρχονταν σε αντίφαση με το λογικό συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι έχουν ικανότητα μάθησης: Αν γνωρίζουμε σήμερα τον τρόπο με τον οποίο θα ενεργήσουμε στο μέλλον, τότε, πρέπει να υποθέσουμε ότι δεν μπορούμε να μάθουμε και πως δεν θα μάθουμε τίποτα στην πορεία.

Τώρα έχουμε κλείσει τον κύκλο. Τα οικονομικά – αν και όταν γίνονται σωστά κατανοητά ως η λογική της ανθρώπινης δράσης – δεν παρέχουν και δεν μπορούν να παράσχουν πληροφορίες που προβλέπουν τη μελλοντική ανθρώπινη δράση. Οποιαδήποτε προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν τα οικονομικά για την πραγματοποίηση προβλέψεων αντιβαίνει στη λογική και είναι συνεπώς καταδικασμένη να αποτύχει. Αυτό δεν σημαίνει με κανένα τρόπο ότι τα οικονομικά είναι μια ασήμαντη δραστηριότητα. Αντιθέτως. Αυτό που μπορούν να κάνουν τα οικονομικά, είναι να σκιαγραφήσουν (με απόλυτη βεβαιότητα) τα ποιοτικά αποτελέσματα της ανθρώπινης δράσης που λαμβάνει χώρα υπό συγκεκριμένες συνθήκες και περιπτώσεις.

Για παράδειγμα, τα οικονομικά σου λένε με αποδεικτική βεβαιότητα ότι εάν οι άνθρωποι συμμετέχουν σε εθελοντική ανταλλαγή, όλα τα συμβαλλόμενα μέρη θα επωφεληθούν. Ή αν η κεντρική τράπεζα αυξήσει την ποσότητα χρήματος, η αγοραστική δύναμη της χρηματικής μονάδας μειώνεται (σε ​​σύγκριση με ένα σενάριο στο οποίο η ποσότητα χρήματος παραμείνει αμετάβλητη). Ή ότι η αύξηση της ποσότητας χρήματος στην οικονομία δεν θα είναι ποτέ «ουδέτερη» όσον αφορά τις θέσεις των εισοδημάτων και του πλούτου των ανθρώπων και θα ωφελήσει πάντοτε κάποιους εις βάρος κάποιων άλλων.

Επιχειρηματική επάρκεια

Η συντριπτική πλειοψηφία των οικονομολόγων αυτές τις μέρες, ωστόσο, ασχολείται έντονα με την πρόβλεψη. Προσπαθούν να προβλέψουν πού, για παράδειγμα, θα βρίσκονται τα επιτόκια, οι τιμές των μετοχών, οι συναλλαγματικές ισοτιμίες σε 3, 6, 12 μήνες, ή ακόμα και αργότερα. Και υπάρχει ζήτηση για τέτοιες προβλέψεις: Ένας μεγάλος αριθμός επενδυτών είναι πρόθυμος να ακούσει αυτό που έχουν να πουν οι οικονομολόγοι των προγνωστικών για το μέλλον και αρκετοί επενδυτές λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις προβλέψεις των οικονομολόγων, δηλαδή ως συμβολή στις επενδυτικές αποφάσεις τους.

Από αυτά που περιγράψαμε προηγουμένως, όμως, μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι οι «mainstream» οικονομολόγοι θα αποτύχουν στην προσπάθεια να προβλέψουν το μέλλον και ότι ένας σημαντικός αριθμός επενδυτών θα απογοητευτεί: Τα οικονομικά ως επιστήμη, δεν μπορούν να προβλέψουν το πώς θα δράσουν οι άνθρωποι, δεν μπορούν να προβλέψουν ποσοτικά τον τρόπο ανάπτυξης των οικονομικών μεγεθών. Τέτοιες προβλέψεις είναι, για λόγους βασισμένους σε αυταπόδεικτη λογική, πέρα ​​από την σφαίρα των οικονομικών. Δεν πρέπει να παραπλανηθούμε ως προς αυτό το γεγονός, όταν αντιμετωπίζουμε επεξεργασμένα μαθηματικά μοντέλα και εξαιρετικά εκλεπτυσμένες οικονομετρικές τεχνικές.

Η αλήθεια είναι ότι κάθε οικονομολόγος που πιστεύει ότι η επιστήμη των οικονομικών αφορά την πρόβλεψη, είναι αποπροσανατολισμένος. Οι συμβουλές του/της δεν θα σας βοηθήσουν να πάρετε σοφές επενδυτικές αποφάσεις. Τι πρέπει λοιπόν να κάνετε αν ανησυχείτε για μια επικείμενη συντριβή στην αγορά μετοχών; Η απάντηση είναι αρκετά απλή. Αν νομίζετε ότι δεν μπορείτε να είστε καλύτεροι από τους υπόλοιπους επενδυτές, επενδύστε σε έναν ευρέως καθορισμένο χρηματιστηριακό δείκτη (ή πιστοποιητικό) και τηρήστε την απόφαση σας. Επειδή, αν δεν μπορείτε να ξεπεράσετε σε απόδοση τους άλλους επενδυτές, δεν υπάρχει λόγος να εμπλακείτε σε οποιαδήποτε πρόβλεψη συντριβής της αγοράς μετοχών.

Εναλλακτικά, μπορείτε να απευθυνθείτε σε επιτυχημένους επιχειρηματίες και επενδυτές για αναζήτηση συμβουλών. Ίσως θα σας έλεγαν να μην χάνετε χρόνο με τις προβλέψεις συντριβής του χρηματιστηρίου – γιατί κανείς δεν ξέρει πώς θα αντιδράσουν οι άνθρωποι στο μέλλον. Οι επιτυχημένοι άνθρωποι των επιχειρήσεων και οι επενδυτές, ενδέχεται να καταλήξουν σε μια μάλλον διαφορετική σύσταση: συγκεκριμένα, να τοποθετήσουν τα χρήματά σας σε μεγάλες επιχειρήσεις, να αγοράσουν σε μια αξιοπρεπή τιμή και να τηρήσουν τη θέση τους σε αυτή την επένδυση, ανεξαρτήτως του τι μπορεί να έρθει στο μέλλον. Με την πάροδο του χρόνου, θα τα έχετε πάει καλύτερα από όσους σκέφτηκαν ότι θα μπορούσαν να προβλέψουν τη συντριβή των χρηματιστηριακών αγορών.

Κλείνοντας

Όπως και να ‘χει, τα οικονομικά μας διδάσκουν για τους νόμους της ανθρώπινης δράσης, αλλά δεν παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα συμπεριφέρονται στο μέλλον οι άνθρωποι, τον τρόπο με τον οποίο τα ανθρώπινα όντα θα ανταποκρίνονται ποσοτικά σε συγκεκριμένους παράγοντες. Τα οικονομικά δεν αποτελούν επιστήμη πρόγνωσης, είναι μια επιστήμη ανακατασκευής: μας επιτρέπουν να καταλάβουμε, εκκινώντας από την αφετηρία της αδιάψευστα αληθούς δήλωσης ότι οι άνθρωποι δρουν, τις ποιοτικές συνέπειες εάν οι άνθρωποι δρουν κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες οι οποίες, όμως, είναι συχνά αβέβαιες υπό την σημερινή οπτική.

Ο Murray N. Rothbard πιστώνει αυτό το στερεό, λογικά θεμελιωμένο και, όσον αφορά τα πρακτικά ζητήματα, πιο κρίσιμο θεώρημα, στον Ludwig von Mises:

«Είναι πρωτίστως ο Ludwig von Mises που αναγνωρίζει την ελευθερία, του νου και της επιλογής, σε αναπλούστευτο πυρήνα των ανθρωπίνων καταστάσεων και ο οποίος αντιλαμβάνεται ως εκ τούτου, ότι η επιστημονική ντετερμινιστική παρότρυνση για πλήρη πρόβλεψη, αποτελεί αναζήτηση για το αδύνατο – και ως εκ τούτου είναι βαθιά αντι-επιστημονική» 4.

 

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1. Mises (1957), Theory and History, σελ. 5.
  2. Mises, L. v. (1962), The Ultimate Foundation of Economic Science, σελ. 53 – 55.
  3. Hoppe, H.-H. (1983), Kritik der kausalwissenschaftlichen Sozialforschung, σελ. 15 – 16, 17 – 18.
  4. Rothbard, M. N. (1957), Πρόλογος στο Theory and History, σελ. xvii.