Πότε θα συμβεί η επόμενη οικονομική κρίση;

0
1267
Η ανησυχία ότι θα μπορούσε μια νομισματική κρίση τελικά να οδηγήσει το σύστημα του πολιτικού fiat χρήματος σε κατάρρευση, δεν είναι σε καμία περίπτωση υπερβολή.
Η ανησυχία ότι θα μπορούσε μια νομισματική κρίση τελικά να οδηγήσει το σύστημα του πολιτικού fiat χρήματος σε κατάρρευση, δεν είναι σε καμία περίπτωση υπερβολή.

Μία νομισματική κρίση θα αποτελούσε σοβαρή απειλή για το σύστημα του πολιτικού fiat χρήματος και πιθανόν θα ξεπεράσει τις επιπτώσεις μιας πιστωτικής κρίσης. Αυτό θα οφείλεται στο γεγονός ότι οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να κατευνάσουν τις ανησυχίες των πολιτών σχετικά με τον πληθωρισμό, καθιστώντας αυστηρότερη τη νομισματική πολιτική

Πρώτη ενημέρωση: Μάιος 2018

 

Του  – How High Is The Risk of a Currency Crisis?

Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής

 Εισαγωγή

«Οι αναφορές για τον θάνατο μου είναι υπερβολικές», είχε πει ο Mark Twain σε απάντηση σε μια εφημερίδα που ανέφερε ότι ήταν κοντά στο να πεθάνει. Το ίδιο θα μπορούσε να λεχθεί και για πολλά fiat πολιτικά νομίσματα. Είτε μιλάμε για το δολάριο, το ευρώ, το γιεν της Ιαπωνίας ή τη βρετανική λίρα: Όταν ξέσπασε η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση του 2008/2009, αρκετοί σχολιαστές σκιαγράφησαν ένα μάλλον δυσοίωνο μέλλον για αυτά τα νομίσματα: υψηλό πληθωρισμό, ακόμη και υπερπληθωρισμό, κάποιοι ακόμη προέβλεψαν την κατάρρευση τους. Αυτό δεν συνέβη. Αντίθετα, τα fiat πολιτικά νομίσματα φαίνεται πως ακόμη έχουν μεγάλη ζήτηση. Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, για παράδειγμα, τα ισοζύγια των πολιτικών fiat νομισμάτων σε σχέση με τα εισοδήματα βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά. Πώς και συνέβη αυτό;

Τι συνέβη στην κρίση χρέους το 2008/2009

Η χειραγώγηση των αγορών από τις κεντρικές τράπεζες κατάφερε να αντιμετωπίσει τις χρεοκοπίες σε μεγάλη κλίμακα: Οι φορείς χάραξης νομισματικής πολιτικής, μείωσαν δραματικά τα επιτόκια και τροφοδότησαν με νέο χρήμα το τραπεζικό σύστημα. Εκ των υστέρων, είναι σαφές γιατί οι ενέργειες αυτές εμπόδισαν την κατάρρευση της πυραμίδας του χρέους: το 2008/2009 αποτέλεσε μια «πιστωτική κρίση». Οι επενδυτές φοβούνταν ότι τα κράτη, οι τράπεζες, οι καταναλωτές και οι εταιρείες ενδέχεται να μην είναι πλέον σε θέση να αντέξουν την εξυπηρέτηση του χρέους τους – Την ίδια στιγμή, οι επενδυτές δεν φοβήθηκαν ότι ο πληθωρισμός θα μπορούσε να διαβρώσει την αγοραστική δύναμη των νομισμάτων τους, όπως διαφαινόταν από την πτώση των πληθωριστικών προσδοκιών κατά την περίοδο της κρίσης.

Οι κεντρικές τράπεζες μπορούν αναμφισβήτητα να αντεπεξέλθουν σε ένα σενάριο πιστωτικής χρεοκοπίας: Καθώς αποτελούν τον μονοπωλιακό παραγωγό χρημάτων, οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να παρέχουν στους δανειολήπτες που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες οποιοδήποτε ποσό θεωρείται απαραίτητο για να τους κρατήσει στη ζωή. Στην πραγματικότητα, η απλή διαβεβαίωση εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών πως θα διασώσουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα, εάν χρειαστεί, αρκεί για να ηρεμήσει τις χρηματοπιστωτικές αγορές, ενθαρρύνει τις τράπεζες να αναχρηματοδοτήσουν το ωριμάζον χρέος και ακόμη και να επεκτείνουν τις πιστώσεις τους. Η φτηνή και εύκολη χρηματοδότηση από τις κεντρικές τράπεζες ώθησε τους δανειστές και τους δανειολήπτες να επανέλθουν στην πιστωτική αγορά. Η πιστωτική κραιπάλη μπορούσε να συνεχιστεί.

Οι πρωτοφανείς παρεμβάσεις της νομισματικής πολιτικής στις αγορές, όχι μόνο απέτρεψαν την κατάρρευση της παγκόσμιας πυραμίδας του χρέους, αλλά και έθεσαν σε κίνηση μια νέα οικονομική άνθιση (boom), η οποία ωστόσο αύξησε σημαντικά το χρέος της παγκόσμιας οικονομίας. Από το τέλος του 2007 έως το τρίτο τρίμηνο του 2017, το παγκόσμιο χρέος αυξήθηκε κατά σχεδόν 35 ποσοστιαίες μονάδες στο 245% του παγκόσμιου ΑΕΠ. (Για να προσεγγίσουμε τα λόγια του Mark Twain: Οι φήμες της απομόχλευσης στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι υπερβολικές!) Ιδιαίτερα περίπλοκη δυσκολία, αποτελεί το ότι η αύξηση του χρέους τις τελευταίες δεκαετίες πραγματοποιήθηκε σε ένα περιβάλλον με αξιοσημείωτα πιεσμένο κόστος δανεισμού.

Πιστωτική εξάρτηση

To ώριμο χρέος, καθώς και το νέο χρέος, χρηματοδοτήθηκαν με πολύ χαμηλά επιτόκια. Ως αποτέλεσμα, η οικονομική δραστηριότητα μπορεί να θεωρηθεί ότι εξαρτάται από τη συνέχιση της επεκτατικής νομισματικής πολιτικής των κεντρικών τραπεζών περισσότερο από ποτέ. Εάν τα επιτόκια παραμείνουν τεχνητά χαμηλά, η παγκόσμια οικονομική άνθιση (boom) έχει καλές πιθανότητες να συνεχιστεί. Ωστόσο, αν αυξηθούν τα επιτόκια και φθάσουν σε ένα επίπεδο που είναι πολύ υψηλό, η άνθιση (boom) θα μετατραπεί σε ύφεση (bust). Σε αυτό το πλαίσιο, η νομισματική πολιτική που θέλουν οι κυβερνήσεις, οι τράπεζες, οι μεγάλες και οι μικρές επιχειρήσεις, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι εργαζόμενοι, οι μέτοχοι και οι αποταμιευτές είναι ξεκάθαρη: «Συνεχίστε, κάντε ό, τι χρειάζεται για να διατηρηθεί αυτή η κατάσταση».

Μόλις η οικονομική δραστηριότητα αρχίσει να παραπαίει – είτε λόγω αυξήσεων των επιτοκίων των κεντρικών τραπεζών είτε λόγω αρνητικών επιπτώσεων πολιτικών παρεμβάσεων (όπως ο «εμπορικός πόλεμος» για παράδειγμα), είναι προφανές ότι οι κεντρικές τράπεζες θα επανέλθουν σε μια «επεκτατική» πολιτική ίσως ακόμα χαμηλότερων επιτοκίων, περισσότερο δανεισμό και δημιουργία νέου χρήματος. Είναι αρκετά σαφές πού οδηγεί αυτός ο δρόμος. Ο Ludwig von Mises το έθεσε συνοπτικά:

«Κατά την άποψη του κοινού, ο περισσότερος νομισματικός πληθωρισμός και η μεγαλύτερη πιστωτική επέκταση είναι τα μόνα διορθωτικά μέτρα για τα δεινά που έχει επιφέρει ο νομισματικός πληθωρισμός και η πιστωτική επέκταση.» 1

Η επίδραση των τεχνητά μειωμένων επιτοκίων προκαλεί μεγάλη οικονομική βλάβη. Αποθαρρύνει την εξοικονόμηση πόρων, ενισχύει την κατανάλωση και ενθαρρύνει το είδος των επενδύσεων που δεν θα είχαν αναληφθεί αν το επιτόκιο δεν είχε υποστεί πτωτική χειραγώγηση. Τα τεχνητά μειωμένα κόστη δανεισμού, οδηγούν το χρέος των καταναλωτών, των επιχειρήσεων και των κυβερνήσεων στα ύψη. Το αποτέλεσμα είναι η στρέβλωση της δομής της παραγωγής και της απασχόλησης στις οικονομίες. Για να διατηρηθεί η οικονομική άνθιση και να αποφευχθεί η στασιμότητα η και η ύφεση, οι κεντρικές τράπεζες ωθούν τα επιτόκια σε ακόμα χαμηλότερα επίπεδα, για να εξασφαλίσουν ότι η πίστωση και η προσφορά χρήματος θα συνεχίσουν να αυξάνονται.

Η επόμενη κρίση δεν είναι ζήτημα αν θα συμβεί, αλλά το πότε θα συμβεί

Ενώ μια τέτοια νομισματική πολιτική μπορεί να αποτρέψει περιστασιακά μια πιστωτική κρίση, διατρέχει τον κίνδυνο να οδηγήσει τελικά σε μια «νομισματική κρίση». Σε μια νομισματική κρίση, οι επενδυτές ανησυχούν ότι η αγοραστική δύναμη των χρημάτων τους θα μειωθεί. Μία νομισματική κρίση θα αποτελούσε σοβαρή απειλή για το σύστημα του πολιτικού fiat χρήματος και πιθανόν θα ξεπεράσει τις επιπτώσεις μιας πιστωτικής κρίσης. Αυτό θα οφείλεται στο γεγονός ότι οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να κατευνάσουν τις ανησυχίες των πολιτών σχετικά με τον πληθωρισμό, καθιστώντας αυστηρότερη τη νομισματική πολιτική: ανεβάζοντας τα επιτόκια και περιορίζοντας την πίστωση και την προσφορά χρήματος. Αυτό, βεβαίως, θα έπληττε μαζικά τις υπερβολικά χρεωμένες και, ως εκ τούτου, στρεβλά υπερμεγέθεις οικονομίες.

Ωστόσο, δεν πρέπει να μεταβούμε πρόωρα στο συμπέρασμα ότι η επόμενη κρίση – και σε ένα σύστημα πολιτικού fiat χρήματος η επόμενη κρίση δεν είναι ζήτημα αν θα συμβεί, αλλά το πότε θα συμβεί – θα είναι οπωσδήποτε μια νομισματική κρίση. Μπορεί να είναι και πάλι μια κρίση χρέους. Ποιος ξέρει; Το κρίσιμο σημείο αφορά στην ζήτηση χρήματος εκ μέρους των ανθρώπων: Όσο η ζήτηση για το fiat πολιτικό χρήμα συμβαδίζει με την αύξηση της προσφοράς του, οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να ξεφύγουν από τις συνέπειες των ενεργειών τους. Γιατί, σε αυτή την περίπτωση, οποιαδήποτε αύξηση της προσφοράς fiat πολιτικού χρήματος θα είναι αποδεκτή από τους ανθρώπους, ενώ ο πληθωρισμός τιμών των αγαθών και των τιμών των περιουσιακών στοιχείων θα παραμένει υπό έλεγχο.

Αλλά, είναι πραγματική η ζήτηση για χρήμα; Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, τα χρηματικά αποθέματα των ΗΠΑ σε σχέση με το ΑΕΠ βρίσκονται σε ιστορικό επίπεδο ρεκόρ. Ταυτόχρονα, ωστόσο, οι τιμές των μετοχών και των κατοικιών έχουν διογκωθεί αρκετά. Πρόκειται για στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις δεν έχουν απλώς διατηρήσει τα χρήματα σε αδράνεια, αλλά τα έχουν ανταλλάξει για να αποκτήσουν περιουσιακά στοιχεία. Καθώς τα χρήματα προσφέρονται ολοένα και περισσότερο έναντι των μετοχών και των ακινήτων, οι τιμές αυτών των αγαθών αυξάνονται μειώνοντας την αγοραστική δύναμη του χρήματος – μια εξέλιξη που δεν αποτυπώνεται καλά, ή και καθόλου, στα επίσημα στατιστικά στοιχεία του δείκτη τιμών καταναλωτή.

Οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις του 2000/2001 και του 2008/2009 έχουν οδηγήσει σε ολοένα και πιο πληθωριστικές νομισματικές πολιτικές – όπως αποδεικνύεται από τη συνεχιζόμενη επέκταση της ποσότητας χρημάτων μέσω της πιστωτικής επέκτασης σε σχέση με την παραγωγή, που παρέχεται από συνεχώς χαμηλότερα επιτόκια. Τα συμπτώματα αυτών των πολιτικών είναι η αύξηση των τιμών καταναλωτή και, ειδικότερα, η αύξηση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, όπως οι τιμές των μετοχών και των κατοικιών. Θα ήταν αναμφισβήτητα παραπλανητικό να αποδεχθούμε την ευρέως διαδεδομένη αφήγηση ότι ο πληθωρισμός των τιμών δεν αποτελεί πλέον πρόβλημα ή ότι οι τρέχουσες νομισματικές πολιτικές δεν θα προκαλέσουν πληθωρισμό. Η αλήθεια είναι ότι ο πληθωρισμός είναι υπαρκτός με το παραπάνω. Πόσο μπορεί να διαρκέσει μια πληθωριστική νομισματική πολιτική; Ο von Mises απαντά:

«Πιθανώς όσο οι άνθρωποι είναι πεπεισμένοι ότι η κυβέρνηση, αργά ή γρήγορα, αλλά σίγουρα όχι πολύ αργά, θα σταματήσει να δημιουργεί χρήμα και έτσι θα σταματήσει να μειώνει την αξία κάθε μονάδας χρήματος. Όταν οι άνθρωποι δεν το πιστεύουν πια αυτό, όταν συνειδητοποιούν ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει χωρίς να προτίθεται να βάλει φρένο, τότε αρχίζουν να καταλαβαίνουν ότι οι τιμές αύριο θα είναι υψηλότερες από αυτές που είναι σήμερα. Στη συνέχεια, αρχίζουν να αγοράζουν σε οποιαδήποτε τιμή, οδηγώντας έτσι τις τιμές να φτάσουν σε τέτοιο ύψος ώστε το νομισματικό σύστημα να καταρρεύσει.»2

Συμπέρασμα

Δεν χρειάζεται να τελειώσει με αυτόν τον άσχημο τρόπο. Ο πληθωρισμός είναι μια ανθρωπογενής πολιτική και μπορεί να σταματήσει ανά πάσα στιγμή. Δυστυχώς, η υποστήριξη για τον τερματισμό του πληθωρισμού των οικονομιών παραμένει πολύ μικρή – από τους ακαδημαϊκούς, τους πολιτικούς και το ευρύ κοινό. Υπό αυτή την προϋπόθεση, οι κεντρικές τράπεζες αναμένεται να συνεχίσουν αμετάβλητες την επεκτατική πολιτική, εφόσον οι πληθωριστικές τους δυνατότητες δεν έχουν εξαντληθεί πλήρως. Ωστόσο, καθώς ο πληθωρισμός των τιμών μπορεί να συνεχιστεί για κάποιο διάστημα, συνοδευόμενος από επιχειρηματικούς κύκλους άνθισης και υφέσεως (boom and bust), ο κίνδυνος για μια νομισματική κρίση αυξάνεται μέρα με τη μέρα. Η ανησυχία ότι θα μπορούσε μια νομισματική κρίση τελικά να οδηγήσει το σύστημα του πολιτικού fiat χρήματος σε κατάρρευση, δεν είναι σε καμία περίπτωση υπερβολή.

***

 

Ο Thorsten Polleit, είναι επικεφαλής Οικονομολόγος στην Degussa και μακροοικονομικός σύμβουλος στο REAL VALUE Fund καθώς επίσης και επίτιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Bayreuth.

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

Σημειώσεις:

  1. Mises (1998), Human Action, σελ. 574.
  2. Mises (2012), Inflation, Economic Policy: Σκέψεις για το Σήμερα και το Αύριο (1979), αντίγραφο της Διάλεξης 4 (1958), που δημοσιεύτηκε από το Ινστιτούτο Ludwig von Mises, Auburn, ΗΠΑ Αλαμπάμα (https://mises.org/library/inflation)