Ο κόσμος ανάποδα. Προηγούνται της παραγωγής οι καταναλωτικές δαπάνες;

0
1614
Κρατικές δαπάνες: Οι εγκαταλειμμένες εγκαταστάσεις των ολυμπιακών αγώνων, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αντιπαραγωγικής σπατάλης και καταστροφής σπάνιων οικονομικών πόρων.
Κρατικές δαπάνες: Οι εγκαταλειμμένες εγκαταστάσεις των ολυμπιακών αγώνων, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αντιπαραγωγικής σπατάλης και καταστροφής σπάνιων οικονομικών πόρων.

Οι δαπάνες είναι ένα πιθανό αποτέλεσμα της επιχειρηματικής παραγωγής, αλλά όχι αντίστροφα. Οι δαπάνες δεν απασχολούν ανθρώπους, αλλά η επιχειρηματική παραγωγή τους απασχολεί.

 

Του Ευθύμη Μαραμή

Είναι σχεδόν παγκοσμίως αποδεκτό ότι οι καταναλωτικές δαπάνες αυξάνουν την απασχόληση. Αυτή τη θέση υποστηρίζει η γενική οικονομική θεωρία του Κεϋνσιανισμού. Συνεπώς, σύμφωνα με την άποψη αυτή, η κυβέρνηση θα πρέπει να «τονώσει» την οικονομία όταν αυτή υποφέρει από ύφεση, είτε μέσω δημοσιονομικής είτε νομισματικής πολιτικής.

«Σωτήριες» δαπάνες

Στον πυρήνα αυτής της θεωρίας είναι ότι αν αυξηθούν οι δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες, τότε απαιτούνται περισσότερα άτομα για την παραγωγή τους. Έτσι, περισσότεροι άνθρωποι θα μπορέσουν να βρουν δουλειές, να αποκτήσουν εισοδήματα και να δαπανήσουν με τη σειρά τους για αγαθά και υπηρεσίες. Με άλλα λόγια, δεν έχει σημασία αν η κυβέρνηση αυξάνει τις δαπάνες για μη παραγωγικές δραστηριότητες – ακόμα και αν δανείζεται χρήματα – διότι, όπως υποστηρίζουν οι οπαδοί αυτής της θεωρίας, η οικονομία αρχίζει να κινείται και καθώς αναπτύσσεται, θα είμαστε σε θέση να αντιμετωπίσουμε τα χρέη και τα ελλείμματα.

Για να μην αναφέρουμε και τον ανθρώπινο πόνο λόγω της ακούσιας ανεργίας και της φτώχειας, που θα καταπολεμήσει μια τέτοια πρακτική – δημοσιονομικής ή νομισματικής επέκτασης – εκ μέρους της κυβέρνησης.

Επομένως, οι κυβερνητικές δαπάνες σε περίοδο ύφεσης, θεωρούνται ως μια λύση με σχεδόν καθόλου κόστος, η με κόστος που δεν έχουμε την άνεση να μην αναλάβουμε. Είναι εύκολο να καταλάβουμε λοιπόν, το γιατί οι Κεϋνσιανοί απορούν – στην καλύτερη περίπτωση – με εκείνους που διαμαρτύρονται κατά των κυβερνητικών δαπανών και επενδύσεων. Πιθανόν δε, να τους θεωρούν και «μοχθηρούς» ή «ανάλγητους» εφόσον αντιτάσσονται σε μια τέτοια «ανθρωπιστική» πολιτική.

Το πρόβλημα είναι, πως ενώ αυτή η θεωρία φαίνεται λογική εκ πρώτης όψεως, τελικά βασίζεται σε μια εντελώς λανθασμένη οικονομική υπόθεση. Δεν υπάρχει σχέση μεταξύ καταναλωτικών δαπανών και απασχόλησης, τουλάχιστον κατά τον τρόπο που πιστεύουν οι Κεϋνσιανοί κρατιστές.

Η οικονομία ανάποδα

Η αντιμετώπιση της οικονομίας ως καθοδηγούμενης από τη ζήτηση, βάζει την άμαξα μπροστά από το άλογο. Αυτό γίνεται εύκολα αν δεν συμπεριληφθεί το επιχειρηματικό πνεύμα στην υπόθεση μας, ή αν υπάρχει ανεπαρκής αντίληψη για το τι κάνουν οι επιχειρηματίες σε μια οικονομία. Και συνήθως η ανεπάρκεια της επιχειρηματικής αντίληψης ή/και η έχθρα απέναντι στην επιχειρηματικότητα που χαρακτηρίζει τους Κεϋνσιανούς κρατιστές, συνθέτει τον καμβά της σύγχρονης εργαστηριακής/ακαδημαϊκής οπτικής για την οικονομία.

Αν σκεφτόμαστε την οικονομία με όρους ισορροπίας, τότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να εξεταστεί ο επιχειρηματίας. Ως αποτέλεσμα, όπως επεσήμανε ο Σουμπέτερ, τα οικονομικά γίνονται σαν τον Άμλετ χωρίς τον Δανό πρίγκιπα: Μία άποψη της οικονομίας χωρίς δρώντες και χωρίς δράση.

Όμως κατά βάθος, αυτή η μηχανιστική αντίληψη του οικονομικού συστήματος, είναι τελικά απαραίτητη για να υποστηριχθεί με επιτυχία εκ μέρους των κρατιστών/Κεϋνσιανών η κυβερνητική παρέμβαση ως μέσο βελτίωσης των οικονομιών.

Ο οικονομικός οργανισμός, αντιθέτως, θα παράγει πάντα ακούσιες συνέπειες που υπονομεύουν και καθιστούν αδύνατη μια τέτοια παρέμβαση.

Επιπλέον, η προβολή της οικονομίας ως μηχανιστικού συστήματος είναι επίσης απαραίτητη για τη δυνατότητα δημιουργίας και λειτουργίας μιας σοσιαλιστικής οικονομίας, έστω ως φαντασιακή κατασκευή. Στην πραγματικότητα, οι προσπάθειες των σοσιαλιστών για την ανατροπή του επιχειρήματος του von Mises, το οποίο αναδείκνυε την αδυναμία οικονομικού υπολογισμού στην σοσιαλιστική οικονομία, προϋποθέτουν σιωπηρά αυτή τη μηχανιστική άποψη. Αλλά το αρχικό επιχείρημα του von Mises δεν βασίζεται σε μια τέτοια άποψη. Βασίζεται στο ότι η επιχειρηματικότητα είναι η κινητήρια δύναμη της αγοράς.

«Δημόσιες» επενδύσεις – σήραγγες για το πουθενά. Λίγο πριν από την Αθήνα, στο ύψος της λίμνης Κουμουνδούρου στον Σκαραμαγκά, δύο σήραγγες χάσκουν δίπλα από την εθνική οδό. Αρκετοί έχουν παρατηρήσει ότι δεν υπάρχει δρόμος σε καμία πλευρά των δύο σηράγγων και ότι δεν γίνεται καμία εργασία εδώ και πολλούς μήνες. Δείτε περισσότερα εδώ

Σε μια μηχανιστική, κυκλικής ροής οπτική της οικονομίας, οι ελάχιστες δαπάνες είναι πρόβλημα, καθώς αυτό προκαλεί μια γενική επιδείνωση, η οποία με τη σειρά της αναγκάζει τους εργοδότες να μειώσουν τα κόστη και να απολύσουν τους εργαζόμενους. Αυτός όμως δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η πραγματική οικονομία.

Όπως σημειώνει ο Ρικάρντο, «το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι οι άνθρωποι κάνουν λάθη στην παραγωγή, δεν υπάρχει ανεπαρκής ζήτηση».

Ο ρόλος της επιχειρηματικότητας

Οι οικονομολόγοι πριν από την καταιγίδα του Κεϋνσιανισμού, η οποία αφορούσε την απόρριψη της οργανικής άποψης για την οικονομία της αγοράς, είχαν, σε πολλά σημεία, ανάλογη κατανόηση της οικονομίας με αυτήν του von Mises. Αυτό που οδηγεί την οικονομία δεν είναι η ζήτηση ή η δαπάνη, αλλά η επιχειρηματικότητα και η παραγωγή.

Ο Τζον Στιουαρτ Μιλ σημειώνει ότι η «ζήτηση για εμπορεύματα δεν είναι ζήτηση για εργασία». Ενώ η δήλωση αυτή υπόκειται σε πολλή συζήτηση και οι περισσότεροι σύγχρονοι οικονομολόγοι δεν μπορούν να την κατανοήσουν, είναι στην πραγματικότητα πολύ ξεκάθαρη αν κάποιος αναγνωρίζει τον ρόλο των επιχειρηματιών.

Τι κάνουν οι επιχειρηματίες;

Παράγουν και αναμένουν την πιθανότητα πώλησης των αγαθών και των υπηρεσιών τους. Το αν υπάρχει «ζήτηση» για την ανάληψη επιχειρηματικής δραστηριότητας, εξαρτάται από τις εκτιμήσεις των ανθρώπων για τα αγαθά όταν αυτά προσφέρονται. Εξαρτάται επίσης από τα εναλλακτικά αγαθά και υπηρεσίες που μπορούν να επιλέξουν αντί άλλων διαθέσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Επίσης, είναι σχετικός και ο τρόπος με τον οποίο οι καταναλωτές βλέπουν τον κόσμο σε διάφορες χρονικές στιγμές. Σε ορισμένες περιπτώσεις προτιμούν την αποταμίευση αντί της κατανάλωσης ως την καλύτερη πορεία δράσης τους.

Με άλλα λόγια, οι επιχειρηματίες φέρουν εγγενώς την αβεβαιότητα και το ρίσκο στις επιχειρήσεις τους. Αναμένουν ότι οι καταναλωτές θα εκτιμήσουν τα αγαθά τους και, με βάση αυτή την εικασία, προσπαθούν να προσεγγίσουν μία τιμή. Η τιμή αυτή, με τη σειρά της, καθορίζει το ποσό που μπορεί να αναμένει ο επιχειρηματίας πως θα καλύψει το κόστος της παραγωγής του. Αυτό, ακολούθως, μας δείχνει ξεκάθαρα πως: αυτό που πραγματικά μπορεί να επιλέξει ο επιχειρηματίας, είναι η δομή του κόστους της παραγωγής του – η τιμή πώλησης των παραγόμενων προϊόντων, είναι μια εικασία σχετική με την αποτίμηση του καταναλωτή και δεν μπορεί να την εγγυηθεί κανείς.

Για την ακρίβεια, ο επιχειρηματίας δεν ξέρει καν αν θα πουληθούν τα παραγόμενα εξ αυτού αγαθά. Αυτό το τελευταίο είναι βεβαίως και η πιο ασφαλής επιβεβαίωση της υποκειμενικότητας της αξίας, μιας θεωρίας που οφείλουμε στην Αυστριακή οικονομική σκέψη. Η Αυστριακή θεώρηση αντικατέστησε τις, εσφαλμένες έως τότε, αντικειμενικές θεωρίες του κόστους και της εργασίας.

Οι δαπάνες είναι άσχετες

Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι οι επιχειρηματίες εικάζουν για το μέλλον στο οποίο θα προσφέρουν τα προϊόντα που προορίζονται για πώληση. Κατά συνέπεια, η επένδυση για την παραγωγή συμβαίνει είτε υπάρχει είτε όχι «δαπάνη» στην αγορά. Οι επιχειρηματίες δεν λαμβάνουν αποφάσεις με βάση το τι συμβαίνει, αλλά βασίζονται σε αυτά που προβλέπουν ότι θα συμβούν στο μέλλον. Η παραγωγή, φυσικά, απαιτεί χρόνο, οπότε αυτό που συμβαίνει κατά τη στιγμή της λήψης της απόφασης, δεν έχει μεγάλη σημασία για το τι θα συμβεί όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία παραγωγής.

Αυτό αντικρούει επαρκώς την κεϋνσιανή άποψη για την οικονομία

Ο επιχειρηματίας θα απασχολήσει προσωπικό πριν γίνει γνωστή η ζήτηση – στην πραγματικότητα, ακόμη και πριν καταστεί δυνατή η γνώση για αυτή τη ζήτηση. Όταν ο επιχειρηματίας είναι επιτυχής στην εικασία του, πράγμα που σημαίνει ότι τα εμπορεύματα τελικά πωλούνται σε τιμή που καλύπτει το κόστος παραγωγής, υπάρχει σχέση μεταξύ των δαπανών (για τα αγαθά αυτά) και της κερδοφορίας της επιχείρησης.

Αν όμως ο επιχειρηματίας αποτύχει, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχει επαρκής ζήτηση για την παραγωγή εσόδων που θα καλύψουν το κόστος, η επιχείρηση εξακολουθεί να απασχολεί εργαζομένους. Εάν ο επιχειρηματίας δεν πιστεύει ότι η κατάσταση θα βελτιωθεί, οι εργαζόμενοι αυτοί ενδέχεται να χάσουν τη δουλειά τους. Αλλά το σημείο που παρατηρούμε εδώ, είναι ότι οι θέσεις εργασίας δημιουργούνται είτε υπάρχει δαπάνη είτε όχι.

Η περίπτωση της επιτυχίας του επιχειρηματία ενισχύει στην πραγματικότητα το επιχείρημα ότι οι δαπάνες δεν αυξάνουν την απασχόληση.

Αν ο επιχειρηματίας συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει πολύ μεγαλύτερη ζήτηση από αυτήν που ήλπιζε, αυτό δεν θα οδηγήσει στην αύξηση της απασχόλησης; Όχι απαραίτητα: δεν υπάρχει τίποτα που να μας λέει ότι ο επιχειρηματίας πρέπει να απασχολήσει περισσότερους εργαζόμενους.

Αντίθετα, εάν η ζήτηση αναμένεται να παραμείνει σε ισχύ (εξακολουθεί να είναι εικασία αυτό), ο επιχειρηματίας θα επενδύσει για να αυξήσει την παραγωγή. Αυτό μπορεί να γίνει απλά με διπλασιασμό των υφιστάμενων διαδικασιών, αλλά είναι πιθανότερο να πραγματοποιηθούν επενδύσεις σε αυτοματοποίηση. Ο υψηλότερος όγκος παραγωγής διευκολύνει την κάλυψη του προκαθορισμένου κόστους των μηχανημάτων ενώ, από την άλλη, τα κέρδη θα μπορούσαν να υποστούν απώλειες αν βασιστούν σε μεταβλητά κόστη όπως αυτά των μισθών. Επίσης, η απασχόληση περισσότερων ανθρώπων θα απαιτήσει κατάρτιση τους – μια επίσης πρόσθετη επένδυση.

Αποτυχία κατανόησης της οικονομίας της αγοράς

Αλλά ακόμη και αν παραβλέψουμε την παρατήρηση ότι το κεφάλαιο αντικαθιστά την ανθρώπινη εργασία (καθιστώντας την πιο αποδοτική προς όφελος της κοινωνίας όπως είδαμε σε προηγούμενη ανάλυση) και αντ’ αυτού υποθέσουμε ότι ο επιχειρηματίας απλά διπλασιάζει την υφιστάμενη έως εκείνη τη στιγμή παραγωγική διαδικασία, η κεϋνσιανή άποψη που βασίζεται στη ζήτηση εξακολουθεί να αποτυγχάνει. Η επένδυση για αύξηση του όγκου της παραγωγής, εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλεψη για μελλοντική ζήτηση – όχι για την αντιμετώπιση της παρούσας ζήτησης.

Δεν μπορούμε να αποδράσουμε από την πραγματικότητα. Η παραγωγή προηγείται της κατανάλωσης με μια πολύ απτή και θεμελιώδη έννοια: οι επιχειρηματίες εμπλέκονται στην παραγωγή πριν να ξέρουν ότι θα είναι σε θέση να πουλήσουν τα παραγόμενα εξ αυτών αγαθά. Αυτό δεν επιδέχεται καμίας αμφισβήτησης. Για να το πούμε και με πιο απλά λόγια, δεν μπορείς να καταναλώσεις κάτι το οποίο δεν υπάρχει.

Οι δαπάνες είναι ένα πιθανό αποτέλεσμα της επιχειρηματικής παραγωγής, αλλά όχι αντίστροφα. Οι δαπάνες δεν απασχολούν τους ανθρώπους. Τους απασχολεί η επιχειρηματική παραγωγή.

 

***