Η προέλευση του χρήματος

0
260
Χρήμα

Το χρήμα δεν έχει δημιουργηθεί από το νόμο. Όσον αφορά την προέλευσή του είναι κοινωνικός και όχι κρατικός θεσμός. Η αναγνώριση από την εξουσία του κράτους είναι μια έννοια ξένη προς αυτό.

του Carl Menger
Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής

Ι. Εισαγωγή

Υπάρχει ένα φαινόμενο που από παλιά και σε ιδιόμορφο βαθμό έχει προσελκύσει την προσοχή των κοινωνικών φιλοσόφων και των πρακτικών οικονομολόγων, το γεγονός ότι ορισμένα εμπορεύματα (αυτά που βρίσκονται σε προηγμένους πολιτισμούς, νομίσματα χρυσού και αργύρου ακολουθούμενα από τραπεζογραμμάτια που αντιπροσωπεύουν αυτά τα νομίσματα) καθίστανται παγκοσμίως αποδεκτά μέσα ανταλλαγής. Είναι φανερό ακόμη και στον πιο συνηθισμένο άνθρωπο, ότι ένα εμπόρευμα πρέπει να εγκαταλειφθεί από τον ιδιοκτήτη του σε αντάλλαγμα για ένα άλλο πιο χρήσιμο γι’ αυτόν. Αλλά ότι κάθε οικονομική μονάδα ενός έθνους πρέπει να είναι έτοιμη να ανταλλάξει τα αγαθά του με μικρούς μεταλλικούς δίσκους προφανώς άχρηστους ή για έγγραφα που εκπροσωπούν τους τελευταίους, είναι μια διαδικασία τόσο αντίθετη στη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ώστε δεν μπορούμε να απορούμε αν ακόμη και ένας διακεκριμένος στοχαστής, όπως ο Savigny, το βρίσκει εντελώς «μυστηριώδες».

Δεν πρέπει να υποτίθεται ότι η μορφή του νομίσματος ή του εγγράφου που χρησιμοποιείται ως τρέχων χρήμα αποτελεί το αίνιγμα αυτού του φαινομένου. Μπορούμε να κοιτάξουμε μακρυά από αυτές τις μορφές και να επιστρέψουμε σε προηγούμενα στάδια της οικονομικής ανάπτυξης, ή μάλιστα σε αυτό που εξακολουθεί να υπάρχει στις χώρες εδώ και εκεί, όπου βρίσκουμε τα πολύτιμα μέταλλα σε μια κατάσταση χωρίς νομισματοκοπεία που χρησιμεύουν ως μέσο ανταλλαγής και ακόμη και κάποια άλλα εμπορεύματα, βοοειδή, δέρματα, κύβοι τσαγιού, πλάκες αλατιού, κελύφη, κλπ. Εξακολουθούμε ακόμη να αντιμετωπίζουμε αυτό το φαινόμενο, πρέπει να εξηγήσουμε γιατί ο οικονομικός άνθρωπος είναι έτοιμος να δεχτεί ένα συγκεκριμένο είδος αγαθού, ακόμη και αν δεν το χρειάζεται ή αν η ανάγκη του έχει ήδη ικανοποιηθεί, σε αντάλλαγμα για όλα τα εμπορεύματα που έχει εισάγει στην αγορά, ενώ παρά ταύτα χρειάζεται αυτά που διαβουλεύεται κατ’ αρχάς, όσον αφορά τα αγαθά που προτίθεται να αποκτήσει κατά τη διάρκεια των συναλλαγών του.

Και ως εκ τούτου, από τα πρώτα δοκίμια της ανακλαστικής σκέψης ενός κοινωνικού φαινομένου μέχρι τα δικά μας χρόνια τρέχει μια αδιάκοπη αλυσίδα διαφωνιών σχετικά με τη φύση και τις συγκεκριμένες ιδιότητες του χρήματος σε σχέση με όλα όσα συνιστούν κίνηση. Οι φιλόσοφοι, οι νομικοί και οι ιστορικοί, καθώς και οι οικονομολόγοι, ακόμη και οι φυσιοδίφες και οι μαθηματικοί, έχουν ασχοληθεί με αυτό το αξιοσημείωτο πρόβλημα και δεν υπάρχει κανένας πολιτισμένος λαός που να μην έχει προσδώσει κάτι στην άφθονη βιβλιογραφία επ’ αυτού. Ποια είναι η φύση αυτών των μικρών δίσκων ή εγγράφων, τα οποία από μόνα τους φαίνεται ότι δεν εξυπηρετούν κανένα χρήσιμο σκοπό και τα οποία όμως, σε αντίθεση με την υπόλοιπη εμπειρία, περνούν από το ένα χέρι στο άλλο με αντάλλαγμα τα πιο χρήσιμα προϊόντα, για τους οποίους όλοι είναι τόσο ανυπόμονοι να παραδώσουν τα προϊόντα τους; Είναι τα χρήματα ένα οργανικό μέλος στον κόσμο των αγαθών ή είναι μια οικονομική ανωμαλία; Πρέπει να παραπέμψουμε το εμπορικό νόμισμα και την αξία του στο εμπόριο στους ίδιους λόγους που ορίζουν εκείνη των άλλων αγαθών ή είναι το ξεχωριστό προϊόν σύμβασης και εξουσίας;

ΙΙ. Η παρούσα κατάσταση στη μελέτη του προβλήματος

Μέχρι στιγμής δύσκολα μπορούμε ισχυριστούμε ότι τα αποτελέσματα της έρευνας για το προαναφερθέν πρόβλημα, είναι ανάλογα είτε με τη μεγάλη εξέλιξη της ιστορικής έρευνας γενικά είτε με την δαπάνη χρόνου και διανόησης για τις προσπάθειες εύρεσης μίας λύσης. Το αινιγματικό φαινόμενο του χρήματος παραμένει ακόμη και αυτή τη μέρα χωρίς μια εξήγηση που να ικανοποιεί. Ούτε υπάρχει ακόμη συμφωνία για τα πιο θεμελιώδη ζητήματα της φύσης του και των λειτουργιών του. Ακόμη και σήμερα δεν έχουμε καμία ικανοποιητική θεωρία του χρήματος.

Η ιδέα που επινοήθηκε πρώτα για μια εξήγηση της συγκεκριμένης λειτουργίας του χρήματος ως παγκόσμιου σημερινού μέσου ανταλλαγής, ήταν η αναφορά του σε μια γενική σύμβαση ή μια νομική ρύθμιση. Το πρόβλημα, το οποίο η επιστήμη έχει εδώ να λύσει, συνίσταται στην παροχή εξήγησης για μια γενική και ομοιογενή πορεία δράσης που επιδιώκουν οι άνθρωποι, όταν ασχολούνται με το εμπόριο, η οποία, συγκεκριμένα, συνιστά αναμφισβήτητα το κοινό συμφέρον και παρ’ όλα αυτά φαίνεται να έρχεται σε σύγκρουση με τα πλησιέστερα και άμεσα συμφέροντα των συμβαλλομένων ατόμων. Υπό αυτές τις συνθήκες, τι θα μπορούσε να είναι πιο συναφές από την έννοια της παραπομπής της προαναφερθείσας διαδικασίας σε αιτίες που βρίσκονται έξω από τη σφαίρα ατομικών εκτιμήσεων; Το να υποθέσουμε ότι ορισμένα αγαθά, ειδικά τα πολύτιμα μέταλλα, είχαν ανυψωθεί στο μέσο ανταλλαγής με γενική σύμβαση ή νόμο, προς το συμφέρον της κοινότητας, έλυσε τη δυσκολία και την έλυσε προφανώς τόσο εύκολα και φυσικά όσο λόγω της μορφής των νομισμάτων που φαινόταν να αντιπροσωπεύει την κρατική νομοθετική ρύθμιση. Αυτή είναι στην πραγματικότητα η άποψη του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και των ρωμαϊκών νομικών, που ακολουθείται στενά από τους μεσαιωνικούς συγγραφείς. Ακόμα και οι πιο σύγχρονες εξελίξεις στη θεωρία του χρήματος δεν έχουν ουσιαστικά υπερβεί αυτή την άποψη.1

Υπό έναν αυστηρότερο έλεγχο, η υπόθεση που βασίζεται στη θεωρία αυτή έδωσε περιθώρια σε σοβαρές αμφιβολίες. Μια εκδήλωση τόσο μεγάλης και καθολικής σημασίας και φήμης τόσο αναπόφευκτης, όπως η καθιέρωση από το νόμο ή τη σύμβαση ενός παγκόσμιου μέσου ανταλλαγής, θα είχε ασφαλώς διατηρηθεί στη μνήμη του ανθρώπου, τόσο σίγουρα καθώς θα έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί σε έναν μεγάλο αριθμό περιοχών. Ωστόσο, κανένα ιστορικό μνημείο δεν μας δίνει αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με τις συναλλαγές που προσδίδουν ξεχωριστή αναγνώριση σε ήδη χρησιμοποιούμενα μέσα ανταλλαγής ή αναφορικά με την υιοθέτηση τους από τους λαούς ενός συγκριτικά πρόσφατου πολιτισμού, και πολύ λιγότερο μαρτυρούν την έναρξη των πρώτων εποχών του οικονομικού πολιτισμού όσον αφορά τη χρήση χρήματος.

Και στην πραγματικότητα η πλειοψηφία των θεωρητικών στο θέμα αυτό δεν σταματά στην εξήγηση του χρήματος, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Η ιδιόμορφη προσαρμοστικότητα των πολύτιμων μετάλλων για τους σκοπούς του νομίσματος και των κερμάτων παρατηρήθηκε από τον Αριστοτέλη, τον Ξενοφώντα και τον Pliny και σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τον John Law, τον Adam Smith και τους μαθητές του, οι οποίοι αναζητούν όλοι μια περαιτέρω εξήγηση για την επιλογή τους ως μέσα ανταλλαγής, ανάμεσα στα άλλα ειδικά χαρακτηριστικά τους. Εντούτοις είναι σαφές ότι η επιλογή των πολύτιμων μετάλλων νομοθετικά ή συμβατικά, έστω και αν γίνεται λόγω της ιδιαίτερης προσαρμοστικότητάς τους για νομισματικούς σκοπούς, προϋποθέτει την ρεαλιστική προέλευση του χρήματος και την επιλογή αυτών των μετάλλων και αυτή η προϋπόθεση είναι μη ιστορική. Ούτε οι παραπάνω θεωρητικοί αντιμετωπίζουν με ειλικρίνεια το πρόβλημα που πρέπει να λυθεί, δηλαδή να εξηγήσουμε πώς έγινε και ορισμένα αγαθά (τα πολύτιμα μέταλλα σε ορισμένα στάδια του πολιτισμού) να προωθηθούν ανάμεσα στη μάζα όλων των άλλων εμπορευμάτων και να γίνουν δεκτά ως τα γενικώς αναγνωρισμένα μέσα ανταλλαγής. Πρόκειται για ένα θέμα που αφορά όχι μόνο την προέλευση αλλά και τη φύση του χρήματος αλλά και τη θέση του σε σχέση με όλα τα άλλα εμπορεύματα.

ΙΙΙ. Το πρόβλημα της γέννησης ενός μέσου συναλλαγής

Στο πρωτόγονο εμπόριο ο οικονομικός άνθρωπος αντιλαμβάνεται, αλλά πολύ σταδιακά κατανοεί τα οικονομικά πλεονεκτήματα που θα αποκτήσει η εκμετάλλευση των υφιστάμενων ευκαιριών ανταλλαγής. Οι στόχοι του κατευθύνονται πρώτα απ’ όλα, σύμφωνα με την απλότητα όλων των πρωτόγονων πολιτισμών, μόνο σε ό,τι βρίσκεται εύκαιρο. Και μόνο σε αυτό το ποσοστό η αξία χρήσης των εμπορευμάτων που επιδιώκει να αποκτήσει, λαμβάνεται υπόψη κατά τις διαπραγματεύσεις του. Υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε άνθρωπος σκοπεύει να αποκτήσει μέσω ανταλλαγής μόνο τα αγαθά που χρειάζεται άμεσα και να απορρίψει εκείνα που δεν έχει καθόλου ανάγκη ή τα οποία έχει ήδη σε επαρκή ποσότητα. Είναι λοιπόν σαφές ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, ο αριθμός των συμφωνηθέντων συμφωνιών πρέπει να βρίσκεται εντός πολύ στενών ορίων. Εξετάστε πόσο σπάνια συμβαίνει ένα εμπόρευμα που ανήκει σε κάποιον να έχει χαμηλότερη αξία από ό,τι ένα άλλο εμπόρευμα που ανήκει σε κάποιον άλλο! Και για το τελευταίο ισχύει ακριβώς η αντίθετη σχέση. Αλλά πόσο σπανίως συμβαίνει να συναντώνται αυτά τα δύο σώματα! Σκεφθείτε, πράγματι, τις ιδιαίτερες δυσκολίες που παρεμποδίζουν την άμεση ανταλλαγή αγαθών στις περιπτώσεις εκείνες όπου η προσφορά και η ζήτηση δεν συμπίπτουν ποσοτικά. Όπου, π.χ., ένα αδιαίρετο εμπόρευμα πρέπει να ανταλλάσσεται για μια ποικιλία αγαθών που υπάρχουν στην κατοχή διαφορετικού προσώπου, ή μάλιστα για τέτοιου είδους εμπορεύματα, όπως αυτά που είναι μόνο σε ζήτηση σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και μπορούν να παρέχονται μόνο από διαφορετικά άτομα! Ακόμη και στην σχετικά απλή και συχνά επαναλαμβανόμενη περίπτωση, όπου μια οικονομική μονάδα Α απαιτεί ένα αγαθό που κατέχει ο Β και ο Β απαιτεί ένα που κατέχει ο Γ, ενώ ο Γ θέλει ένα που ανήκει στον Α – ακόμη και εδώ, σύμφωνα με τον κανόνα του αντιπραγματισμού, η ανταλλαγή των εν λόγω αγαθών θα ήταν κατά κανόνα αναγκαστικά αδύνατη.

Οι δυσκολίες αυτές θα είχαν αποδειχτεί απολύτως ανυπέρβλητα εμπόδια στην πρόοδο του εμπορίου και ταυτόχρονα στην παραγωγή αγαθών που δεν επιτύγχαναν τακτική πώληση, αν δεν υπήρχε κάποιο μέτρο στην ίδια τη φύση των πραγμάτων, για τους διαφορετικούς βαθμούς (Absatzfahigkeit) εμπορευματικότητας των εμπορευμάτων. Η διαφορά που υφίσταται εν προκειμένω μεταξύ των εμπορικών αντικειμένων είναι υψίστης σημασίας για τη θεωρία του χρήματος και της αγοράς εν γένει. Και η αποτυχία να το μετατρέψει κανείς επαρκώς σε εξήγηση των φαινομένων του εμπορίου, αποτελεί όχι μόνο μια τόσο θλιβερή παραβίαση της επιστήμης μας, αλλά και μία από τις βασικές αιτίες της παρακμιακής κατάστασης της νομισματικής θεωρίας. Η θεωρία του χρήματος προϋποθέτει απαραίτητα μια θεωρία της εμπορευσιμότητας των αγαθών. Εάν το κατανοήσουμε αυτό, θα κατανοήσουμε πώς η σχεδόν απεριόριστη εμπορευματικότητα του χρήματος είναι μόνο μια ειδική περίπτωση, η οποία παρουσιάζει μόνο μια διαφορά βαθμού, ενός γενικού φαινομένου της οικονομικής ζωής, δηλαδή τη διαφορά στην εμπορευσιμότητα των εμπορευμάτων γενικώς.

ΙV. Εμπορεύματα και εμπορευματικότητα

Πρόκειται για ένα σφάλμα στα οικονομικά, όπως είναι ευρέως γνωστό, ότι όλα τα εμπορεύματα, σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο και σε μια δεδομένη αγορά, μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκονται μεταξύ τους σε μια ορισμένη σχέση ανταλλαγής, με άλλα λόγια, να ανταλλάσσονται αμοιβαία σε καθορισμένες ποσότητες κατά βούληση. Δεν είναι αλήθεια ότι σε οποιαδήποτε δεδομένη αγορά 1000 κιλών ενός αγαθού ισούται με 200 κιλά ενός άλλου και ίσα με 3 λίβρες ενός τρίτου άρθρου και ούτω καθεξής. Η πιο σύντομη παρατήρηση των φαινομένων της αγοράς μας διδάσκει ότι δεν βρίσκεται μέσα στην εξουσία μας, όταν αγοράσουμε ένα αγαθό για μια συγκεκριμένη τιμή, να το πουλήσουμε ξανά αμέσως στην ίδια τιμή. Αν προσπαθήσουμε να πουλήσουμε ένα είδος ρουχισμού, ένα βιβλίο ή ένα έργο τέχνης, το οποίο μόλις αγοράσαμε στην ίδια αγορά, παρόλο που έγινε μία φορά, πριν αλλάξει η ίδια συνθήκη συνθηκών, εύκολα θα πείθαμε τους εαυτούς μας για την παρανόηση μιας τέτοιας παραδοχής. Η τιμή στην οποία ο καθένας με χαρά μπορεί να αγοράσει ένα εμπόρευμα σε μια συγκεκριμένη αγορά και σε ένα δεδομένο χρονικό σημείο και η τιμή με την οποία μπορεί να τα πουλήσει με ευχαρίστηση είναι δύο ουσιαστικά διαφορετικά μεγέθη.

Αυτό ισχύει τόσο για τις τιμές χονδρικής όσο και για τις τιμές λιανικής. Ακόμη και τα εμπορεύσιμα προϊόντα όπως το καλαμπόκι, το βαμβάκι, ο χυτοσίδηρος, δεν μπορούν να διατεθούν εκούσια στην τιμή στην οποία τα αγοράσαμε. Το εμπόριο και η κερδοσκοπία θα ήταν τα απλούστερα πράγματα στον κόσμο, εάν η θεωρία του «αντικειμενικού ισοδύναμου αγαθών» ήταν σωστή, εάν ήταν στην πραγματικότητα αλήθεια, ότι σε μια δεδομένη αγορά και σε μια δεδομένη στιγμή τα εμπορεύματα θα μπορούσαν να μετατραπούν αμοιβαία κατά βούληση σε συγκεκριμένες ποσοτικές σχέσεις – θα μπορούσαν, με λίγα λόγια, σε μια ορισμένη τιμή, να πουληθούν τόσο εύκολα όσο αποκτήθηκαν. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, όπως μια γενική δυνατότητα πώλησης προϊόντων με αυτήν την έννοια. Η αλήθεια είναι ότι ακόμη και στις πιο οργανωμένες αγορές, ενώ μπορούμε να είμαστε σε θέση να αγοράζουμε όποτε και ό,τι θέλουμε σε μια καθορισμένη τιμή, δηλαδή την αγοραστική τιμή, μπορούμε μόνο να πουλήσουμε ξανά όταν και όπως θέλουμε με μια απώλεια, δηλαδή στην τιμή πώλησης.2

Η απώλεια που υφίσταται οποιοσδήποτε είναι υποχρεωμένος να διαθέσει ένα είδος σε μια συγκεκριμένη στιγμή, σε σύγκριση με τις τρέχουσες τιμές αγοράς, είναι μια πολύ μεταβλητή ποσότητα, όπως θα μας έδειχνε μια ματιά στο εμπόριο και στις αγορές συγκεκριμένων προϊόντων. Αν το καλαμπόκι ή το βαμβάκι πρόκειται να διατεθούν σε μια οργανωμένη αγορά, ο πωλητής θα είναι σε θέση να το πράξει σχεδόν σε οποιαδήποτε ποσότητα, ανά πάσα στιγμή, με την τρέχουσα τιμή ή το πολύ με απώλεια μόνο λίγων ψιλών επί του συνολικού ποσού. Εάν πρόκειται για διάθεση, σε μεγάλες ποσότητες, υφασμάτων ή μετάξι κατά βούληση, ο πωλητής θα πρέπει κανονικά να αποδεχτεί ένα σημαντικό ποσοστό μείωσης της τιμής. Πολύ χειρότερη είναι η περίπτωση ενός ατόμου που σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα πρέπει να απαλλαγεί από αστρονομικά όργανα, ανατομικά παρασκευάσματα, γραπτά σε σανσκριτική γραφή και τέτοια αγαθά που είναι δύσκολα εμπορεύσιμα!

Αν χωρίσουμε τα αγαθά ή είδη σε αυτά που είναι περισσότερο ή λιγότερο εμπορεύσιμα, σύμφωνα με το πόσο εύκολα ή δύσκολα μπορούν να διατεθούν σε μια αγορά σε οποιαδήποτε βολική στιγμή με τρέχουσες τιμές αγοράς ή με λιγότερη ή μικρότερη μείωση της τιμής, μπορούμε να πούμε, σύμφωνα με τα παραπάνω, ότι υπάρχει προφανής διαφορά ανάμεσα στα εμπορεύματα. Παρόλα αυτά, παρά τη μεγάλη πρακτική σημασία του, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι το φαινόμενο αυτό έχει ληφθεί πολύ υπόψη στην οικονομική επιστήμη. Ο λόγος είναι εν μέρει το γεγονός ότι η έρευνα σχετικά με τα φαινόμενα τιμών κατευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά στις ποσότητες των εμπορευμάτων που ανταλλάσσονται και όχι τόσο στη μεγαλύτερη ή μικρότερη ευκολία με την οποία τα εμπορεύματα μπορούν να διατεθούν σε κανονικές τιμές. Εν μέρει,επίσης, η αιτία είναι η εμπεριστατωμένη αφηρημένη μέθοδος με την οποία αντιμετωπίστηκε η δυνατότητα πώλησης των αγαθών, χωρίς να ληφθούν δεόντως υπόψη όλες οι περιστάσεις του ζητήματος.

Ο άνθρωπος που μπαίνει στην αγορά με τα εμπορεύματά του σκοπεύει, κατά κανόνα, να τα διαθέσει, σε καμία περίπτωση σε οποιαδήποτε τυχαία τιμή, αλλά με τέτοιο τρόπο, ώστε να αντιστοιχεί στη γενική οικονομική κατάσταση. Αν θέλουμε να διερευνήσουμε τους διαφορετικούς βαθμούς εμπορευσιμότητας των εμπορευμάτων, ώστε να αποδείξουμε ότι επηρεάζουν την πρακτική ζωή, μπορούμε να το κάνουμε μόνο με την αναφορά στην μεγαλύτερη ή μικρότερη ευκολία με την οποία μπορούν να διατεθούν σε τιμές που αντιστοιχούν στη γενική οικονομική κατάσταση, δηλαδή σε οικονομικές τιμές.3 Ένα αγαθό είναι περισσότερο ή λιγότερο εμπορεύσιμο, όσο είμαστε σε θέση, με περισσότερες ή λιγότερες προοπτικές επιτυχίας, να το διαθέσουμε σε τιμές που αντιστοιχούν στη γενική οικονομική κατάσταση, σε οικονομικές τιμές.[/note]

Επιπλέον, το χρονικό διάστημα στο οποίο μπορεί να ληφθεί υπόψη η διάθεση ενός εμπορεύματος στην οικονομική τιμή, έχει μεγάλη σημασία για μια έρευνα σχετικά με τον βαθμό πώλησής του. Δεν έχει σημασία αν η ζήτηση για ένα εμπόρευμα είναι μικρή ή εάν για άλλους λόγους η εμπορευματικότητα του είναι μικρή. Εάν ο ιδιοκτήτης του μπορεί μόνο να περιμένει, τελικά και μακροπρόθεσμα θα μπορέσει να το διαθέσει σε οικονομικές τιμές. Δεδομένου όμως ότι η προϋπόθεση αυτή συχνά δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, προκύπτει για πρακτικούς λόγους μια σημαντική διαφορά μεταξύ αυτών των προϊόντων, αφενός, τα οποία αναμένουμε να διαθέσουμε ανά πάσα στιγμή σε οικονομικές ή τουλάχιστον περίπου οικονομικές τιμές και τα αγαθά αυτά, από την άλλη πλευρά, σε σχέση με τα οποία δεν έχουμε τέτοια προοπτική, ή τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό, και για τη διάθεση των οποίων σε οικονομικές τιμές ο ιδιοκτήτης προβλέπει ότι θα είναι απαραίτητο να περιμένει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ή μικρότερης διάρκειας περίοδο, ή αλλιώς να προσφέρει μια περισσότερο ή λιγότερο λογική μείωση της τιμής.

Και πάλι, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο ποσοτικός παράγοντας στην εμπορευσιμότητα των εμπορευμάτων. Ορισμένα εμπορεύματα, λόγω της εξέλιξης των αγορών και της κερδοσκοπίας, είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να πωληθούν σε σχεδόν οποιαδήποτε ποσότητα σε οικονομικές ή περίπου οικονομικές τιμές. Άλλα αγαθά μπορούν να πωληθούν σε οικονομικές τιμές σε μικρότερες ποσότητες, ανάλογα με τη σταδιακή αύξηση μιας πραγματικής ζήτησης, επιφέροντας μια σχετικά μειωμένη τιμή σε περίπτωση μεγαλύτερης προσφοράς.

V. Οι αιτίες της διαβάθμισης στην εμπορευσιμότητα των διάφορων αγαθών

Ο βαθμός στον οποίο ένα εμπόρευμα διαπιστώνεται από την εμπειρία ότι θα πωληθεί, σε μια δεδομένη αγορά, ανά πάσα στιγμή, σε τιμές που αντιστοιχούν στην οικονομική κατάσταση (οικονομικές τιμές), εξαρτάται από τις ακόλουθες περιστάσεις:

  1. Από τον αριθμό των ατόμων που εξακολουθούν να επιθυμούν το εν λόγω εμπόρευμα και από την έκταση και την ένταση αυτής της επιθυμίας, η οποία δεν έχει ικανοποιηθεί ή επανεμφανίζεται συνεχώς.
  2. Από την αγοραστική δύναμη αυτών των προσώπων.
  3. Από τη διαθέσιμη ποσότητα του εμπορεύματος σε σχέση με την ανικανοποίητη (ολική) επιθυμία για αυτό.
  4. Από τη διαιρεσιμότητα του εμπορεύματος και από κάθε άλλο τρόπο με τον οποίο μπορεί να προσαρμοστεί στις ανάγκες μεμονωμένων πελατών.
  5. Από την ανάπτυξη της αγοράς και ειδικότερα από την κερδοσκοπία. Και τελικά,
  6. Από τον αριθμό και τη φύση των περιορισμών που επιβάλλονται πολιτικά και κοινωνικά στην ανταλλαγή και την κατανάλωση σε σχέση με το εν λόγω εμπόρευμα.

Μπορούμε να προχωρήσουμε, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο εξετάσαμε τον βαθμό της εμπορευσιμότητας των εμπορευμάτων σε συγκεκριμένες αγορές και συγκεκριμένα χρονικά σημεία, στο να καθορίσουμε τα χωρικά και χρονικά όρια της πώλησής τους. Από την άποψη αυτή παρατηρούμε επίσης στις αγορές μας ορισμένα εμπορεύματα, των οποίων η δυνατότητα πώλησης είναι σχεδόν απεριόριστη από τον τόπο ή χρόνο και άλλα η πώληση των οποίων είναι περισσότερο ή λιγότερο περιορισμένη.

Τα χωρικά όρια στην εμπορευσιμότητα των εμπορευμάτων εξαρτώνται κυρίως:

  1. Από τον βαθμό στον οποίο η επιθυμία για τα εμπορεύματα διαταράσσεται στον χώρο.
  2. Από τον βαθμό στον οποίο τα εμπορεύματα μπορούν να μεταφερθούν και το κόστος μεταφοράς που υφίστανται ανάλογα με την αξία τους.
  3. Από τον βαθμό στον οποίο τα μέσα μεταφοράς και το εμπόριο γενικά αναπτύσσονται σε σχέση με διαφορετικές κατηγορίες προϊόντων.
  4. Με την τοπική επέκταση των οργανωμένων αγορών και τη διασύνδεσή τους μέσω «διαιτησίας».
  5. Με τις διαφορές στους περιορισμούς που επιβάλλονται στις εμπορικές επικοινωνίες μεταξύ διαφορετικών αγαθών, δια-τοπικά και, ιδίως, στο διεθνές εμπόριο.

Τα χρονικά όρια στην εμπορευσιμότητα των εμπορευμάτων εξαρτώνται κυρίως:

  1. Από τη μονιμότητα στην ανάγκη τους (ανεξαρτησία των διακυμάνσεων σε αυτή).
  2. Την αντοχή τους, δηλαδή η καταλληλότητά τους να διατηρούνται.
  3. Το κόστος διατήρησης και αποθήκευσης τους.
  4. Το επιτόκιο.
  5. Η περιοδικότητα μιας αγοράς για τα ίδια αγαθά.
  6. Η εξέλιξη της κερδοσκοπίας και ειδικότερα των χρονολογικών ευκαιριών σε σχέση με τα ίδια αγαθά.
  7. Τους περιορισμούς που επιβάλλονται από πολιτική και κοινωνική άποψη στη μεταφορά τους από τη μια χρονική στιγμή στην άλλη.

Όλες αυτές οι περιστάσεις, από τις οποίες εξαρτώνται οι διαφορετικοί βαθμοί και τα διαφορετικά τοπικά και χρονικά όρια της εμπορευσιμότητας των εμπορευμάτων, εξηγούν γιατί ορισμένα προϊόντα μπορούν να διατεθούν με ευκολία και βεβαιότητα σε συγκεκριμένες αγορές, δηλαδή εντός τοπικών και χρονικών ορίων ανά πάσα στιγμή και σε πρακτικά οποιεσδήποτε ποσότητες, σε τιμές που αντιστοιχούν στη γενική οικονομική κατάσταση, ενώ η δυνατότητα πώλησης άλλων αγαθών περιορίζεται στα στενά χωρικά, και πάλι, χρονικά, όρια: ακόμη και εντός αυτών η διάθεση των βασικών προϊόντων υπό εξέταση είναι δύσκολη και, στο βαθμό που η ζήτηση δεν μπορεί να αναμένεται, δεν πρόκειται να επιτευχθεί χωρίς μια κατά το μάλλον ή ήττον λογική μείωση των τιμών.

VI. Περί της εμφάνισης ενός μέσου συναλλαγής4

Αποτελεί από καιρό το θέμα παγκόσμιας προσοχής στα κέντρα ανταλλαγής, ότι για ορισμένα αγαθά υπήρχε μια μεγαλύτερη, πιο σταθερή και πιο αποτελεσματική ζήτηση απ’ ό,τι για άλλα προϊόντα λιγότερο επιθυμητά από ορισμένες απόψεις, τα πρώτα να αντιστοιχούν σε μια επιθυμία εκ μέρους εκείνων που είναι ικανοί και πρόθυμοι να πωλούν, η οποία είναι ταυτόχρονα καθολική και, λόγω της σχετικής σπανιότητας των εν λόγω προϊόντων, είναι πάντοτε ατελώς ικανοποιημένη. Επιπλέον, το πρόσωπο που επιθυμεί να αποκτήσει ορισμένα συγκεκριμένα αγαθά ως αντάλλαγμα για τα δικά του, βρίσκεται σε ευνοϊκότερη θέση, εάν φέρει εμπορεύματα αυτού του είδους στην αγορά, παρά εάν επισκέπτεται τις αγορές με εμπορεύματα που δεν μπορούν να επιδείξουν τέτοια πλεονεκτήματα ή τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό. Εφοδιασμένο με αυτόν τον τρόπο, έχει την προοπτική να αποκτήσει τέτοια αγαθά, όπως τελικά επιθυμεί να αποκτήσει, όχι μόνο με μεγαλύτερη ευκολία και ασφάλεια, αλλά και λόγω της σταθερότερης και επικρατούσας ζήτησης των δικών του προϊόντων, σε τιμές που αντιστοιχούν στη γενική οικονομική κατάσταση – δηλαδή οικονομικές τιμές. Υπό αυτές τις συνθήκες, όταν κάποιος έχει φέρει αγαθά που δεν είναι ιδιαίτερα εμπορεύσιμα στην αγορά, η ιδέα που βρίσκεται στο επίκεντρο του μυαλού του είναι να τα ανταλλάσσει όχι μόνο για τις ανάγκες που χρειάζεται, αλλά εάν αυτό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί άμεσα, για άλλα αγαθά, τα οποία, αν και δεν τα θέλησε ο ίδιος, ήταν ωστόσο πιο εμπορεύσιμα από τα δικά του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ασφαλώς δεν επιτυγχάνει τον τελικό σκοπό της εμπορίας του, δηλαδή της απόκτησης αγαθών που είναι απαραίτητα για τον εαυτό του. Ωστόσο, προσεγγίζει τον σκοπό αυτό. Με τον κακό τρόπο μιας μεσολαβητικής ανταλλαγής, κερδίζει την προοπτική να επιτύχει τον σκοπό του πιο σίγουρα και οικονομικά από ό,τι εάν είχε περιοριστεί σε απευθείας ανταλλαγή. Τώρα, όπως φαίνεται, αυτό συμβαίνει παντού. Οι άνθρωποι έχουν οδηγηθεί με αυξανόμενη γνώση των ατομικών συμφερόντων τους, κάθε ένας από τα δικά του οικονομικά συμφέροντα, χωρίς σύμβαση, χωρίς νόμιμο καταναγκασμό, ακόμα και χωρίς να νοιάζονται για το κοινό συμφέρον να μην ανταλλάσσουν αγαθά προοριζόμενα για ανταλλαγή (τα «αγαθά» τους) για άλλα αγαθά εξίσου προοριζόμενα για ανταλλαγή, αλλά περισσότερο εμπορεύσιμα.

Με την επέκταση του εμπορίου στον χώρο και με την επέκταση σε όλο και μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα με την πρόθεση για ικανοποίηση υλικών αναγκών, κάθε άτομο θα μάθει, από τα δικά του οικονομικά συμφέροντα, να λαμβάνει δεόντως υπόψη ότι αντάλλαξε τα λιγότερο εμπορεύσιμα αγαθά του για τα συγκεκριμένα προϊόντα τα οποία επιδείκνυαν, εκτός από την ελκυστική εμπορευσιμότητά τους στη συγκεκριμένη τοποθεσία, ένα ευρύ φάσμα εμπορευσιμότητας τόσο στον χρόνο όσο και στον τόπο. Αυτά τα εμπορεύματα θα έχουν τα κατάλληλα προσόντα λόγω του κόστους τους, της εύκολης μεταφοράς τους και της καταλληλότητας για συντήρηση (σε συνάρτηση με την περίσταση όπου αντιστοιχούν σε μια σταθερή και ευρέως κατανεμημένη ζήτηση), ώστε να εξασφαλίσουν στον κάτοχο μια δύναμη, όχι μόνο «εδώ και τώρα» αλλά όσο το δυνατόν πιο απεριόριστη στον χώρο και τον χρόνο γενικά, πάνω από όλα τα άλλα αγαθά της αγοράς σε οικονομικές τιμές.

Και έτσι έγινε, καθώς ο άνθρωπος γνώριζε ολοένα και περισσότερο αυτά τα οικονομικά πλεονεκτήματα, κυρίως από την κατανόηση ότι έγιναν παραδοσιακά και από τη συνήθεια της οικονομικής δράσης, τα αγαθά αυτά, τα οποία είναι σχετικά εμπορεύσιμα έγιναν το εμπόρευμα, το οποίο δεν είναι μόνο προς το συμφέρον όλων να δεχτούν ως αντάλλαγμα για τα δικά τους λιγότερο εμπορεύσιμα αγαθά, αλλά και για εκείνα που πραγματικά δέχεται εύκολα. Και η ανώτερη εμπορευσιμότητά τους εξαρτάται μόνο από τη σχετικά κατώτερη δυνατότητα πώλησης κάθε άλλου είδους εμπορεύματος, με την οποία και μόνο μπορούν να γίνουν γενικά αποδεκτά μέσα ανταλλαγής.

Είναι προφανές πόσο σημαντικός είναι ένας συνήθης παράγοντας στη γένεση τέτοιων γενικώς εξυπηρετικών μέσων ανταλλαγής. Αποτελεί το οικονομικό συμφέρον κάθε ατόμου που εμπορεύεται να ανταλλάσσει λιγότερο εμπορεύσιμα για περισσότερο εμπορεύσιμα προϊόντα. Αλλά η επιθυμητή αποδοχή του μέσου ανταλλαγής προϋποθέτει ήδη μια γνώση αυτών των συμφερόντων εκ μέρους των οικονομικών υποκειμένων που αναμένεται να δεχθούν σε αντάλλαγμα για τα εμπορεύματά τους ένα εμπόρευμα, το οποίο και είναι από μόνο του ίσως εντελώς άχρηστο γι’ αυτούς. Είναι βέβαιο ότι αυτή η γνώση δεν προκύπτει ποτέ σε όλα τα μέρη ενός έθνους ταυτόχρονα. Μόνο στην πρώτη περίπτωση ένας περιορισμένος αριθμός οικονομικών υποκειμένων θα αναγνωρίσει το πλεονέκτημα σε μια τέτοια διαδικασία, ένα πλεονέκτημα το οποίο, από μόνο του, είναι ανεξάρτητο από τη γενική αναγνώριση ενός εμπορεύματος ως μέσου ανταλλαγής, καθόσον μια τέτοια ανταλλαγή, πάντοτε και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, φέρνει την οικονομική μονάδα πλησιέστερα στον στόχο της, στην απόκτηση χρήσιμων πραγμάτων τα οποία πραγματικά έχει ανάγκη. Αλλά γίνεται δεκτό ότι δεν υπάρχει καλύτερη μέθοδος διαφώτισης οποιουδήποτε για τα οικονομικά συμφέροντά του παρά μέσω του ότι αντιλαμβάνεται την οικονομική επιτυχία εκείνων που χρησιμοποιούν τα σωστά μέσα για να εξασφαλίσουν τα δικά τους. Ως εκ τούτου, είναι επίσης σαφές ότι τίποτα δεν μπορεί να ήταν τόσο ευνοϊκό για τη γένεση ενός μέσου ανταλλαγής, όσο η αποδοχή από μέρους των πιο απαιτητικών και ικανών οικονομικών υποκειμένων για το δικό τους οικονομικό κέρδος και για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, κυρίως εμπορεύσιμων αγαθών έναντι άλλων. Με αυτόν τον τρόπο η πρακτική και η συνήθεια συνέβαλαν σίγουρα όχι ελάχιστα, ώστε να γίνουν δεκτά αγαθά, τα οποία ήταν πιο εμπορεύσιμα ανά πάσα στιγμή, να γίνονται αποδεκτά όχι μόνο από πολλά, αλλά τελικά από όλα, τα οικονομικά υποκείμενα σε αντάλλαγμα για τα λιγότερο εμπορεύσιμα προϊόντα τους. Και όχι μόνο έτσι, αλλά να γίνουν αποδεκτά με την πρώτη με την πρόθεση να τα ανταλλάξουν ξανά. Τα αγαθά που έγιναν έτσι γενικά αποδεκτά μέσα ανταλλαγής κλήθηκαν από τους Γερμανούς Geld, από το gelten, δηλαδή «πληρώνω», «διαπράττω», ενώ άλλα έθνη κατέληξαν στην ονομασία τους για χρήματα κυρίως από την χρησιμοποιούμενη ουσία,5 το σχήμα του νομίσματος,6 ή ακόμα και από ορισμένα είδη νομισμάτων.7

Δεν είναι αδύνατο για τα μέσα ανταλλαγής, τα οποία υπηρετούν το κοινό, με την πιο εμφατική έννοια της λέξης, να θεσπιστούν και μέσω νομοθεσίας, όπως και άλλων κοινωνικών θεσμών. Αλλά αυτό δεν είναι ούτε ο μόνος ούτε ο κύριος τρόπος με τον οποίο εμφανίστηκε το χρήμα. Αυτός είναι πολύ περισσότερο δυνατό να εντοπιστεί στη διαδικασία που απεικονίζεται παραπάνω, παρά το ότι η φύση αυτής της διαδικασίας θα εξηγούνταν πολύ ελλιπώς αν την ονομάζαμε «οργανική» ή υποτιμούσε τα χρήματα ως κάτι «πρωτόγονο» ή «πρωτόγονη ανάπτυξη» και ούτω καθεξής. Θέτοντας κατά μέρος τις παραδοχές που είναι ιστορικά αβλαβείς, μπορούμε να κατανοήσουμε πλήρως την προέλευση των χρημάτων, μαθαίνοντας να βλέπουμε την καθιέρωση της κοινωνικής διαδικασίας, με την οποία ασχολούμαστε, ως αυθόρμητη έκβαση, την απροσδιόριστη συνέπεια, συγκεκριμένων, ατομικών προσπαθειών των μελών μιας κοινωνίας, τα οποία λίγο-λίγο δούλεψαν προς τη διάκριση των διαφόρων βαθμών εμπορευσιμότητας στα εμπορεύματα.8

VII. Η Διαδικασία Διαφοροποίησης μεταξύ των Βασικών Προϊόντων που έχουν καταστεί Μέσα Ανταλλαγής και των υπολοίπων

Όταν τα σχετικά πιο εμπορεύσιμα προϊόντα έχουν γίνει «χρήματα», το μεγάλο γεγονός έχει καταρχήν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική αύξηση της αρχικά υψηλής εμπορευσιμότητας. Κάθε οικονομικό υποκείμενο που φέρνει λιγότερο εμπορεύσιμα εμπορεύματα στην αγορά, για να αποκτήσει αγαθά άλλου είδους, έχει από τώρα ένα ισχυρότερο ενδιαφέρον να μετατρέψει αυτά που έχει σε πρώτη φάση σε προϊόντα που έχουν γίνει χρήματα. Διότι τα πρόσωπα αυτά, με την ανταλλαγή των λιγότερο εμπορεύσιμων προϊόντων τους για εκείνα τα οποία, ως χρήματα, είναι πιο εμπορεύσιμα, δεν επιτυγχάνουν απλώς, όπως μέχρι τώρα, μεγαλύτερη πιθανότητα, αλλά βεβαιότητα, να αποκτήσουν αμέσως ισοδύναμες ποσότητες κάθε είδους εμπορευμάτων στην αγορά. Και ο έλεγχός τους εξαρτάται απλώς από την ευχαρίστησή τους και την επιλογή τους. Pecuniam habens, habet omnem rem quem vult habere.

Από την άλλη πλευρά, αυτός που φέρνει άλλα εμπορεύματα εκτός από χρήματα στην αγορά, βρίσκεται σε μειονεκτική θέση περισσότερο ή λιγότερο. Για να αποκτήσει την ίδια ισχύ για να ζητήσει αυτά που προσφέρει η αγορά, πρέπει πρώτα να μετατρέψει τα ανταλλάξιμα αγαθά σε χρήμα. Η φύση της οικονομικής του αναπηρίας αποδεικνύεται από το γεγονός ότι υποχρεώνεται να ξεπεράσει μια δυσκολία προτού μπορέσει να επιτύχει το σκοπό του, η οποία δυσκολία δεν υπάρχει, δηλαδή, έχει ήδη ξεπεραστεί από τον άνθρωπο που κατέχει ένα χρηματικό απόθεμα.

Αυτό έχει όλο και μεγαλύτερη σημασία για την πρακτική ζωή, διότι η υπερπήδηση αυτής της δυσκολίας δεν βρίσκεται άνευ όρων προσβάσιμη σε αυτόν που φέρνει στην αγορά λιγότερο εμπορεύσιμα προϊόντα, αλλά εξαρτάται εν μέρει από περιστάσεις στις οποίες ο επιμέρους διαπραγματευτής δεν έχει κανέναν έλεγχο. Όσο λιγότερο εμπορεύσιμα είναι τα εμπορεύματά του, τόσο πιο σίγουρα θα έχει είτε να υποστεί την ποινή στην οικονομική τιμή είτε να ικανοποιήσει τον εαυτό του περιμένοντας τη στιγμή που θα είναι σε θέση να πραγματοποιήσει μια μετατροπή σε οικονομικές τιμές. Όποιος επιθυμεί, σε μια εποχή νομισματικής οικονομίας, να ανταλλάξει αγαθά οποιουδήποτε είδους, τα οποία δεν είναι χρήματα, για άλλα αγαθά που παρέχονται στην αγορά, δεν μπορεί να είναι βέβαιο ότι θα επιτύχει αυτό το αποτέλεσμα αμέσως ή σε οποιοδήποτε προκαθορισμένο χρονικό διάστημα, σε οικονομικές τιμές. Και όσο λιγότερο εμπορεύσιμα είναι τα αγαθά που εισάγονται από ένα οικονομικό υποκείμενο στην αγορά, τόσο πιο αρνητικά θα μπορούσε για τους δικούς του σκοπούς η οικονομική θέση του να συγκριθεί με τη θέση εκείνων που φέρνουν χρήματα στην αγορά. Εξετάστε, π.χ., τον ιδιοκτήτη ενός αποθέματος χειρουργικών οργάνων, ο οποίος υποχρεούται μέσω αιφνίδιας δυσφορίας ή μέσω πιέσεων από τους πιστωτές να τα μετατρέψει σε χρήμα. Οι τιμές που θα συγκεντρώσει θα είναι εξαιρετικά τυχαίες, καθώς τα εμπορεύματα είναι τόσο περιορισμένης εμπορευσιμότητας, θα είναι αρκετά ασαφείς. Και αυτό ισχύει για όλα τα είδη μετατροπών που σε σχέση με το χρόνο καταλήγουν να είναι υποχρεωτικές πωλήσεις.9 Άλλο παράδειγμα είναι η περίπτωση του που κάποιος θέλει σε μια αγορά να μετατρέψει το εμπόρευμα, το οποίο έχει γίνει χρήμα, αμέσως σε άλλα αγαθά που παρέχονται σε αυτή την αγορά. Θα εκπληρώσει το σκοπό του, όχι μόνο με βεβαιότητα, αλλά συνήθως και σε τιμή που αντιστοιχεί στη γενική οικονομική κατάσταση.

Όχι, η συνήθεια της οικονομικής δράσης μας έκανε τόσο σίγουρους ότι μπορούμε να προμηθεύσουμε με αντάλλαγμα για χρήματα οποιαδήποτε αγαθά στην αγορά, όποτε το επιθυμούμε, σε τιμές που αντιστοιχούν στην οικονομική κατάσταση, ότι είμαστε ως επί το πλείστον βρισκόμαστε σε άγνοια για το πόσες αγορές που προτείνουμε να κάνουμε καθημερινά, οι οποίες, σε σχέση με τις επιθυμίες μας και την ώρα της σύναψής τους, είναι υποχρεωτικές αγορές. Οι υποχρεωτικές πωλήσεις, αφετέρου, εξαιτίας του οικονομικού μειονεκτήματος που συνήθως συνεπάγεται, αναγκάζονται να αποτελούν επίκεντρο της προσοχής των εμπλεκόμενων μερών κατά τρόπο αναμφισβήτητο.Επομένως, η ιδιαιτερότητα ενός εμπορεύματος που έχει γίνει χρήμα είναι ότι η κατοχή του εξασφαλίζει για μας ανά πάσα στιγμή, δηλαδή σε κάθε στιγμή που θεωρούμε κατάλληλη, εξασφαλισμένη την εποπτεία κάθε αγαθού που πρέπει να κατέχεται στην αγορά και αυτό συνήθως σε τιμές προσαρμοσμένες στην οικονομική κατάσταση της στιγμής. Ο έλεγχος, από την άλλη πλευρά, που παρέχεται από άλλα είδη αγαθών πάνω στα αγαθά της αγοράς είναι, όσον αφορά το χρόνο και εν μέρει και την τιμή, αβέβαιος, σχετικά αν όχι απολύτως.

Έτσι, η επίδραση που παράγουν τα αγαθά αυτά καθώς είναι τα πλέον εμπορεύσιμα, γίνεται η μεγαλύτερη διαφοροποίηση μεταξύ του βαθμού πώλησής τους και του βαθμού πώλησης όλων των άλλων αγαθών. Και αυτή η διαφορά στην εμπορευσιμότητα παύει να είναι τελείως βαθμιαία και πρέπει να θεωρηθεί ως απόλυτη από μια άποψη. Η πρακτική της καθημερινής ζωής, καθώς και η νομολογία, η οποία προσεγγίζει στενά τις περισσότερες από τις έννοιες που επικρατούν στην καθημερινή ζωή, διακρίνει δύο κατηγορίες στα μέσα εμπορίου – αγαθά που έχουν γίνει χρήματα και αγαθά που δεν έχουν γίνει.

Και το λόγο αυτής της διάκρισης, τον βρίσκουμε, βασικά, στην διαφορά στην εμπορευσιμότητα των εμπορευμάτων που αναφέρθηκε παραπάνω – μια διαφορά τόσο σημαντική για την πρακτική ζωή και η οποία υπογραμμίζεται περαιτέρω από την παρέμβαση του κράτους. Αυτή η διάκριση, εξάλλου, εκφράζεται στη γλώσσα στη διαφορά της έννοιας που συνδέεται με τα «χρήματα» και τα «αντικείμενα» με την «αγορά» και την «ανταλλαγή». Αλλά παρέχει επίσης την κύρια εξήγηση της ανωτερότητας του αγοραστή έναντι του πωλητή, η οποία έχει βρει πολλαπλή εκτίμηση, αλλά μέχρι στιγμής έχει μείνει ανεπαρκώς επεξηγημένη.

VIII. Πώς τα πολύτιμα μέταλλα έγιναν χρήμα

Τα εμπορεύματα, τα οποία υπό τις δεδομένες τοπικές και χρονικές σχέσεις είναι τα πλέον εμπορεύσιμα, έχουν γίνει χρήματα μεταξύ των ίδιων εθνών σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και μεταξύ διαφορετικών εθνών ταυτόχρονα και είναι ποικίλα σε είδος. Ο λόγος για τον οποίο τα πολύτιμα μέταλλα έχουν γίνει το γενικό μέσο ανταλλαγής μεταξύ ενός έθνους πριν από την εμφάνισή του στην ιστορία και στη συνέχεια μεταξύ όλων των λαών του προηγμένου οικονομικού πολιτισμού, είναι επειδή η εμπορευσιμότητά τους είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή όλων των άλλων προϊόντων και ταυτόχρονα επειδή διαπιστώνεται ότι έχουν τα ειδικά προσόντα για τις συνακόλουθες και επικουρικές λειτουργίες του χρήματος.

Δεν υπάρχει κανένα κέντρο πληθυσμού, το οποίο δεν έχει από την αρχή του πολιτισμού θελήσει και επιθυμήσει με ανυπομονησία τα πολύτιμα μέταλλα, σε πρωτόγονες εποχές για τη χρησιμότητά τους και την ιδιαίτερη ομορφιά τους ως διακοσμητικά, στη συνέχεια ως υλικά επιλογής για πλαστική και αρχιτεκτονική διακόσμηση και ειδικά για στολίδια και αγγεία κάθε είδους. Παρά τη φυσική τους έλλειψη, είναι καλά κατανεμημένα γεωγραφικά και, αναλογικά με τα περισσότερα άλλα μέταλλα, είναι εύκολο να εξαχθούν και να τεθούν υπό επεξεργασία. Περαιτέρω, ο λόγος της διαθέσιμης ποσότητας των πολύτιμων μετάλλων προς τη συνολική απαίτηση είναι τόσο μικρός, που ο αριθμός εκείνων των οποίων η ανάγκη τους δεν έχει ικανοποιηθεί ή τουλάχιστον ανεπαρκώς τροφοδοτηθεί, μαζί με την έκταση αυτής της ανεπαρκούς ανάγκης, είναι πάντα σχετικά μεγάλου μεγέθους περισσότερος ή λιγότερος από ό,τι στην περίπτωση άλλων πιο σημαντικών, αν και πιο άφθονων, εμπορευμάτων. Και πάλι, η κατηγορία των προσώπων που επιθυμούν να αποκτήσουν τα πολύτιμα μέταλλα, είναι, λόγω των τύπων επιθυμιών που ικανοποιούνται από αυτά, τέτοια ειδικά για να συμπεριλάβει εκείνα τα μέλη της κοινότητας που μπορούν να ανταλλάξουν αποτελεσματικά. Και έτσι η επιθυμία για τα πολύτιμα μέταλλα είναι κατά κανόνα πιο αποτελεσματική. Ωστόσο, τα όρια της πραγματικής επιθυμίας για τα πολύτιμα μέταλλα επεκτείνονται και στα στρώματα του πληθυσμού που μπορούν να εμπορευθούν λιγότερο αποτελεσματικά, λόγω της μεγάλης διαιρετότητας των πολύτιμων μετάλλων και της απόλαυσης που τους εξασφαλίζει η δαπάνη ακόμη και πολύ μικρών ποσοτήτων αυτών στην ατομική τους οικονομία. Εκτός αυτού υπάρχουν και τα ευρεία όρια χρόνου και χώρου της πώλησης των πολύτιμων μετάλλων. Μία συνέπεια, αφενός, της σχεδόν απεριόριστης διανομής στο χώρο όπου υπάρχει ανάγκης τους, σε συνδυασμό με το χαμηλό κόστος των μεταφορών σε σύγκριση με την αξία τους και, αφετέρου, της απεριόριστης διάρκειας ζωής τους και του σχετικά μικρού κόστους αποθηκών τους. Σε καμία εθνική οικονομία που έχει προχωρήσει πέρα από τα πρώτα στάδια της ανάπτυξης δεν υπάρχουν εμπορεύματα, η δυνατότητα πώλησης των οποίων είναι τόσο περιορισμένη από τόσο πολλές απόψεις – προσωπικά, ποσοτικά, χωρικά και χρονικά – όπως τα πολύτιμα μέταλλα. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι, πολύ πριν γίνουν τα γενικά αναγνωρισμένα μέσα ανταλλαγής, είχαν, μεταξύ πολλών λαών, ικανοποιητική και αποτελεσματική ζήτηση ανά πάσα στιγμή και τόπο και σχεδόν σε κάθε ποσότητα που έβρισκε το δρόμο της στην αγορά.

Έτσι προέκυψε μια περίσταση, η οποία κατ’ ανάγκην έγινε ειδικά βαρυσήμαντη για να μετατραπούν σε χρήματα, που για κάποιον κάτω από αυτές τις συνθήκες, έχοντας κάποιο από τα πολύτιμα μέταλλα στη διάθεσή του, δεν υπήρχε μόνο η λογική προοπτική του να είναι σε θέση να τα μετατρέψει σε όλες τις αγορές σε οποιαδήποτε στιγμή και πρακτικά σε όλες τις ποσότητες, αλλά και – και αυτό είναι τελικά το κριτήριο της εμπορευσιμότητα – η προοπτική της μετατροπής τους σε τιμές που αντιστοιχούν ανά πάσα στιγμή στη γενική οικονομική κατάσταση, σε οικονομικές τιμές. Η αναγκαστικά ισχυρή, επίμονη και πανταχού παρούσα επιθυμία των πιο αποτελεσματικών εμπόρων εξακολούθησε να εξαιρεί τις τιμές της στιγμής, έκτακτης ανάγκης, ατυχήματος, στην περίπτωση των πολύτιμων μετάλλων, από ό,τι στην περίπτωση οποιωνδήποτε άλλων αγαθών , ιδίως επειδή αυτά, λόγω της δαπανηρότητάς τους, της ανθεκτικότητας και της εύκολης διατήρησής τους, είχαν γίνει το πιο δημοφιλές όχημα για συσσώρευση καθώς και προϊόντα που ευνοούσαν περισσότερο το εμπόριο.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, έγινε η κορυφαία ιδέα στο μυαλό των πιο ευφυών εμπόρων και, στη συνέχεια, καθώς η κατάσταση έγινε πιο κατανοητή στο μυαλό του καθενός, ότι το απόθεμα αγαθών που προορίζονταν να ανταλλάσσονται με άλλα αγαθά πρέπει να υπολογιστεί πρώτα σε πολύτιμα μέταλλα ή να μετατραπούν σε αυτά ή είχε ήδη οργανώσει τις επιθυμίες του προς αυτήν την κατεύθυνση. Αλλά μέσα και από αυτή τη λειτουργία, τα πολύτιμα μέταλλα αποτέλεσαν ήδη γενικά τρέχοντα μέσα ανταλλαγής. Με άλλα λόγια, λειτουργούν ως εμπορεύματα για τα οποία ο καθένας επιδιώκει να ανταλλάξει τα εμπορεύματά του, όχι κατά κανόνα για κατανάλωση, αλλά εξ ολοκλήρου λόγω της ειδικής εμπορευσιμότητας τους, με την πρόθεση να τα ανταλλάξουν στη συνέχεια για άλλα αγαθά κερδοφόρα σε αυτόν. Αυτό δεν έγινε στην τύχη, ούτε ήταν η συνέπεια του κρατικού καταναγκασμού ή της εθελοντικής σύμβασης των εμπόρων. Ήταν η δίκαιη κατανόηση του ατομικού συμφέροντός τους που το έφερε εις πέρας, ότι όλα τα πιο οικονομικά προχωρημένα έθνη δέχθηκαν τα πολύτιμα μέταλλα ως χρήμα μόλις μία επαρκής προσφορά είχε συγκεντρωθεί από αυτά και εισαχθεί στο εμπόριο. Η πρόοδος από λιγότερο σε πιο δαπανηρά χρήματα εξαρτάται από ανάλογες αιτίες.

Η εξέλιξη αυτή προωθήθηκε ουσιαστικά από την αναλογία ανταλλαγής μεταξύ των πολύτιμων μετάλλων και άλλων εμπορευμάτων που υφίσταντο μικρότερες διακυμάνσεις, περισσότερο ή λιγότερο, από εκείνες που υπάρχουν μεταξύ των περισσότερων άλλων αγαθών, – μια σταθερότητα που οφείλεται στις ιδιαιτερότητες που επικρατούν στην παραγωγή, στην κατανάλωση, και την ανταλλαγή των πολύτιμων μετάλλων και συνεπώς συνδέεται με τους λεγόμενους εγγενείς λόγους που καθορίζουν την αξία ανταλλαγής τους. Είναι ένας άλλος λόγος για τον οποίο ο καθένας, σε πρώτη φάση (δηλαδή μέχρι να επενδύσει σε αγαθά που είναι άμεσα χρήσιμα γι’ αυτόν), θα πρέπει να καθορίσει το ανταλλάξιμο στοκ του σε πολύτιμα μέταλλα ή να το μετατρέψει σε αυτά. Επιπλέον, η ομοιογένεια των πολύτιμων μετάλλων και η επακόλουθη δυνατότητα με την οποία μπορούν να λειτουργήσουν ως ανθεκτικές στις σχέσεις υποχρεώσεων οδήγησαν σε μορφές σύμβασης με τις οποίες η κυκλοφορία έγινε πιο εύκολη. Αυτό επίσης έχει προωθήσει σημαντικά την εμπορευσιμότητα των πολύτιμων μετάλλων, και ως εκ τούτου την υιοθέτησή τους ως χρήμα. Τέλος, τα πολύτιμα μέταλλα, λόγω της ιδιαιτερότητας του χρώματος, του ήχου τους και εν μέρει και της ειδικής βαρύτητάς τους, δεν είναι δύσκολο να ταυτοποιηθούν με κάποια εξάσκηση και με τη λήψη τους υπάρχει η δυνατότητα έγκυρης διαπίστωσης της ποιότητας και του βάρους τους. Αυτό επίσης συνέβαλε ουσιαστικά στην αύξηση της εμπορευσιμότητας και στην προώθηση της υιοθέτησης και διάδοσής τους ως χρήμα.

IX. Η επιρροή των αρχών

Το χρήμα δεν έχει δημιουργηθεί από το νόμο. Όσον αφορά την προέλευσή του είναι κοινωνικός και όχι κρατικός θεσμός. Η αναγνώριση από την εξουσία του κράτους είναι μια έννοια ξένη προς αυτό. Από την άλλη όμως, με την αναγνώριση από το κράτος και την κρατική ρύθμιση, αυτός ο κοινωνικός θεσμός των χρημάτων έχει τελειοποιηθεί και προσαρμοσθεί στις πολλαπλές και ποικίλες ανάγκες ενός εξελισσόμενου εμπορίου, όπως τα τελωνειακά δικαιώματα έχουν τελειοποιηθεί και προσαρμοσθεί από τον νόμο. Επεξεργασμένα αρχικά κατά βάρος, όπως και άλλα προϊόντα, τα πολύτιμα μέταλλα έχουν αποκτήσει βαθμιαία ως νομίσματα ένα σχήμα με το οποίο η εγγενώς υψηλή εμπορευσιμότητα τους έχει σημειώσει σημαντική αύξηση. Ο καθορισμός ενός νομίσματος για να συμπεριλάβει όλες τις ποιότητες αξίας (Wertstufen) και η δημιουργία και συντήρηση των κομμένων τεμαχίων, ώστε να κερδηθεί η εμπιστοσύνη του κοινού και, στο μέτρο του δυνατού, να αποφευχθεί ο κίνδυνος όσον αφορά την γνησιότητα, το βάρος και την ποιότητα τους, και κυρίως η διασφάλιση της κυκλοφορίας τους σε γενικές γραμμές, αναγνωρίστηκαν παντού ως σημαντικές λειτουργίες της κρατικής διοίκησης.

Οι δυσκολίες που συναντώνται στο εμπόριο και στους τρόπους πληρωμής οποιασδήποτε χώρας από την ανταγωνιστική δράση των διαφόρων εμπορευμάτων που χρησιμεύουν ως νόμισμα και, επιπλέον, από το γεγονός ότι τα ταυτόχρονα πρότυπα προκαλούν πολλαπλή ανασφάλεια στο εμπόριο και καθιστούν αναγκαίες διάφορες μετατροπές των κυκλοφορούντων μέσων, οδήγησαν στη νομική αναγνώριση ορισμένων εμπορευμάτων ως χρημάτων (σε νομικά πρότυπα). Και όταν περισσότερα από ένα εμπορεύματα έχουν συγκατατεθεί ή αναγνωριστεί ως νόμιμη μορφή πληρωμής, ο νόμος ή κάποιο σύστημα αξιολόγησης έχει καθορίσει έναν ορισμένο λόγο αξίας μεταξύ τους.

Όλα αυτά τα μέτρα, ωστόσο, δεν έχουν μετατρέψει τα πολύτιμα μέταλλα σε χρήμα, αλλά τα έχουν τελειοποιήσει μόνο στη λειτουργία τους ως χρήμα.

***
On the Origins of Money (1892) του Carl Menger
Ο Carl Menger (1840-1921) ήταν ένας από τους ιδρυτές της Αυστριακής Σχολής Οικονομικών Επιστημών. Ο Menger, μαζί με τους Jevons και Walras, δημοσίευσαν ένα έργο το 1871 το οποίο έφερε την επανάσταση στον τρόπο που οι οικονομολόγοι εξέφραζαν την αξία και τη θεωρία των τιμών εισάγοντας καινοτομίες στη θεωρία της οριακής ωφέλειας. Το έργο του αποτέλεσε βαθιά επιρροή στην Ευρώπη, όπου ενέπνευσε το έργο του Ludwig von Mises και του Friedrich Hayek.

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1. Roscher, System Der Volkswirthscaft, I μέρος, σελ 116. Το δικό μου, Grunsatze der Volkswirischaftslehre, 1871, σελ. 255, και έπειτα. M. Block, Les Progres de la Science economique depuis A. Smith, 1890, II. σελ. 59, και έπειτα.
  2. Πρέπει να κάνουμε διάκριση μεταξύ των υψηλότερων τιμών αγοράς για τις οποίες ο αγοραστής είναι υπεύθυνος λόγω της επιθυμίας να αγοράσει σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο και των (χαμηλότερων) τιμών πώλησης, στις οποίες ο ίδιος, ο οποίος υποχρεούται να απαλλαγεί από τα εμπορεύματα εντός μίας ορισμένης περιόδου, πρέπει δεχτεί. Όσο μικρότερη είναι η διαφορά μεταξύ της αγοράς και της πώλησης ενός αντικειμένου, τόσο περισσότερο εμπορεύσιμο τείνει να είναι.
  3. Το ύψος της εμπορευσιμότητας σε ένα εμπόρευμα δεν αποκαλύπτεται από το γεγονός ότι μπορεί να διατεθεί σε οποιαδήποτε τιμή, συμπεριλαμβανομένης και της περίπτωσης που προκύπτει από αγωνία ή ατύχημα. Υπό αυτή την έννοια, όλα τα προϊόντα είναι εξίσου καλά εμπορεύσιμα. Ένα υψηλό ποσοστό πωλήσεων σε ένα εμπόρευμα συνίσταται στο γεγονός ότι μπορεί σε κάθε στιγμή να διατεθεί εύκολα και σίγουρα σε τιμή που αντιστοιχεί ή γενικά δεν διαφέρει από τη γενική οικονομική κατάσταση σε οικονομική ή σχεδόν οικονομική, τιμή.

    Η τιμή ενός εμπορεύματος μπορεί να χαρακτηριστεί ως μη οικονομική για δύο λόγους: (1) ως συνέπεια σφάλματος, άγνοιας, καπρίτσιου κ.ο.κ. (2) ως συνέπεια του γεγονότος ότι μόνο ένα μέρος της προσφοράς είναι διαθέσιμο στη ζήτηση, ενώ το υπόλοιπο για κάποιον ή άλλο λόγο παρακρατείται και, ως εκ τούτου, η τιμή δεν είναι ανάλογη με την πραγματική οικονομική κατάσταση.

  4. Bλ. Το άρθρο μου “Money” στο Handwurterbuch der Staatswissenschaften (Dictionary of Social Science), Jena, 1891, iii, σελ. 730 και μετά.
  5. Οι Εβραίοι Keseph, οι Έλληνες αργύριον, οι Λατίνοι argentum, ο Γάλλοι argent, κλπ.
  6. Στα αγγλικά money, στα ισπανικά moneda, στα πορτογαλικά moeda, στα γαλλικά monnaie, στα Εβραϊκά maoth, στα αραβικά fulus, στα ελληνικά νόμισμα, κλπ.
  7. Το ιταλικό danaro, το ρωσικό dengi, το πολωνικό pienondze, το μποέμικο και σλαβονικό penise, το δανικό pengear, το σουηδικό penningar, το μαγιάρικο pens κ.λπ. (δηλ., Denare = Pfennige = penny).
  8. Βλ. σε αυτό το σημείο το έργο μου Grunsatze der Volkswirtschaftslehre, 1871, σ. 250 και έπειτα.
  9. Στο σημείο αυτό εξηγείται η περίπτωση κατά την οποία οι υποχρεωτικές πωλήσεις και ιδίως οι κατασχέσεις αφορούν, κατά κανόνα, την οικονομική καταστροφή του προσώπου στου οποίου τα περιουσιακά έχουν εκτελεσθεί και ότι, σε μικρότερο βαθμό, τα αγαθά αυτά είναι λιγότερο εμπορεύσιμα . Σωστή διάκριση του αντιοικονομικού χαρακτήρα αυτών των διαδικασιών θα οδηγήσει αναγκαστικά σε μεταρρύθμιση του διαθέσιμου νομικού μηχανισμού.