Πληθωρισμός και η πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

0
1173
Ρώμη
O πληθωρισμός κατά τη διάρκεια του 3ου αι. μ.Χ. αποτέλεσε μία από τις αιτίες της πτώσης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

το ρωμαϊκό κράτος ήταν ο εχθρός. Οι βάρβαροι ήταν οι απελευθερωτές.  Ενώ το κράτος είχε λύσει το νομισματικό πρόβλημα για τους δικούς του ανθρώπους, δεν το είχε λύσει για τις μάζες. Η Ρώμη συνέχισε να χρησιμοποιεί ένα καταπιεστικό φορολογικό σύστημα για να γεμίσει το ταμείο των κυβερνώντων γραφειοκρατών και στρατιωτών.

Inflation and the Fall of Rome
του Joseph R. Reden

Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής

Εισαγωγή

Πριν από δύο αιώνες, το 1776, κυκλοφόρησαν δύο βιβλία στην Αγγλία, τα οποία διαβάζονται σήμερα πολύ. Ένα από αυτά ήταν «O πλούτος των Εθνών» του Adam Smith και το άλλο «Η Παρακμή και η πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» από τον Edward Gibbon. Το πολυδύναμο έργο του Gibbon είναι η ιστορία ενός κράτους που επιβίωσε για δώδεκα αιώνες στη Δύση και για άλλα χίλια χρόνια στην Ανατολή, στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Gibbon, εξετάζοντας αυτό το φαινόμενο, σχολίασε ότι το θαύμα δεν ήταν ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε πέσει, αλλά μάλλον ότι κράτησε τόσο πολύ. Και οι επιστήμονες μετά τον Gibbon έχουν αφιερώσει πολύ ενέργεια για να εξετάσουν αυτό το πρόβλημα: Γιατί η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διατηρήθηκε τόσο πολύ; Μήπως συρρικνώθηκε ή απλώς μεταμορφώθηκε σε κάτι άλλο (αυτό το άλλο είναι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός του οποίου είμαστε οι κληρονόμοι);

Νομισματική πολιτική και κίνητρα των πολιτικών ελίτ

Μου ζητήθηκε να μιλήσω για το θέμα της ιστορίας της Ρώμης, ιδιαίτερα για το πρόβλημα του πληθωρισμού και των επιπτώσεών του. Η ανάλυσή μου βασίζεται στην υπόθεση ότι η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να μελετηθεί ή να γίνει κατανοητή, ξεχωριστά από τις γενικές πολιτικές του κράτους. Τα νομισματικά, φορολογικά, στρατιωτικά, πολιτικά και οικονομικά θέματα είναι αλληλένδετα. Και όλα είναι αλληλένδετα, επειδή κάθε κράτος προσπαθεί κανονικά να μονοπωλήσει την προμήθεια χρημάτων στην επικράτειά του.

Επομένως, η νομισματική πολιτική εξυπηρετεί πάντα, ακόμη και αν εξυπηρετεί άσχημα, τις αντιλαμβανόμενες ανάγκες των κυβερνώντων του κράτους. Εάν συμβεί επίσης να ενισχύσει την ευημερία και την πρόοδο των μαζών του λαού, αυτό είναι ένα δευτερεύον όφελος. Αλλά ο πρώτος στόχος της είναι να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των ηγεμόνων, όχι των υπηκόων τους. Αυτό το σημείο είναι κεντρικό, πιστεύω, για μια κατανόηση της πορείας της νομισματικής πολιτικής στην ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Η νοοτροπία των Ρωμαίων ηγεμόνων

Μπορούμε να ξεκινήσουμε εξετάζοντας τη νοοτροπία των ηγεμόνων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ξεκινώντας από τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. μέχρι τα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. Οι Ρωμαίοι ιστορικοί αναφέρονται σε αυτή την περίοδο ως «Κρίση του 3ου αιώνα». Και ο λόγος είναι ότι τα προβλήματα της ρωμαϊκής κοινωνίας κατά την περίοδο αυτή ήταν τόσο βαθιά, τόσο τεράστια, που η ρωμαϊκή κοινωνία αναδύθηκε από τον 3ο αιώνα πολύ διαφορετική σχεδόν σε όλους τους τρόπους σε σχέση με τον 1ο και 2ο αιώνα.

Για να δούμε τη νοοτροπία των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, μπορούμε να δούμε ακριβώς τις συμβουλές που έδωσε ο αυτοκράτορας Σεπτίμιος Σεβήρος στους δύο γιους του, τον Καρακάλλα και τον Γέτα. Αυτά υποτίθεται ότι είναι τα τελευταία του λόγια στους κληρονόμους του. Είπε, «ζείτε σε αρμονία, εμπλουτίστε τα στρατεύματα, αγνοήστε όλους τους άλλους». Να μία νομισματική πολιτική της προκοπής!

Οι στρατιωτικές δαπάνες του Καρακάλλα

Ο Καρακάλλας δεν τήρησε το πρώτο μέρος αυτής της συμβουλής. Στην πραγματικότητα, μια από τις πρώτες του πράξεις ήταν να δολοφονήσει τον αδελφό του. Όσο για τον εμπλουτισμό των στρατευμάτων, το πήρε τόσο σοβαρά τη καρδία, που η μητέρα του αγανάκτησε μαζί του και τον προέτρεψε να είναι πιο μετριοπαθής και να περιορίσει τις αυξανόμενες στρατιωτικές του δαπάνες και τους επαχθείς νέους φόρους. Ανταποκρίθηκε λέγοντας ότι δεν υπάρχει πια έσοδο, δίκαιο ή άδικο, για να βρεθεί. Αλλά μην ανησυχείτε «για όσο διάστημα έχουμε αυτό», επέμεινε, δείχνοντας το σπαθί του, «δεν θα ξεμείνουμε από χρήματα».

Η αίσθηση των προτεραιοτήτων του έγινε σαφέστερη, όταν παρατήρησε πως «κανείς άλλος δεν πρέπει να έχει χρήματα παρά εγώ, για να μπορέσω να τα δώσω στους στρατιώτες». Και τήρησε τον λόγο του. Αυξήθηκε η αμοιβή των στρατιωτών κατά 50 τοις εκατό, και για να το πετύχει, διπλασίασε τους φόρους κληρονομιάς που κατέβαλαν οι Ρωμαίοι πολίτες. Όταν αυτό δεν ήταν αρκετό για να καλύψει τις ανάγκες τους, αναγνώρισε σε σχεδόν όλους τους κατοίκους της αυτοκρατορίας τη ρωμαϊκή ιθαγένεια. Αυτό που ήταν παλιό προνόμιο, τώρα, έγινε απλώς ένα μέσο επέκτασης της φορολογικής βάσης.

Υποτίμηση του δηναρίου

Στη συνέχεια πήγε πιο μακριά, προχωρώντας στην υποτίμηση του νομίσματος. Το βασικό νόμισμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας προς το παρόν – περίπου το 211 μ.Χ.- ήταν το ασημένιο δηνάριο που εισήγαγε ο Αύγουστος σε περίπου 95 τοις εκατό ασήμι στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. Το δηνάριο συνέχισε για το μεγαλύτερο μέρος των δύο αιώνων ως το βασικό μέσο ανταλλαγής στην αυτοκρατορία.

Μέχρι την εποχή του Τραϊανού το 117 μ.Χ., το δηνάριο ήταν μόνο περίπου 85 τοις εκατό ασήμι, κάτω από το 95 τοις εκατό του Αυγούστου. Μέχρι την εποχή του Μάρκου Αυρήλιου, το 180 μ.Χ., ήταν κάτω από περίπου 75 τοις εκατό ασήμι. Την εποχή του Σεπτιμίου είχε πέσει στο 60 τοις εκατό, και ο Καρακάλλας το οδήγησε στο 50 τοις εκατό.

Ο Καρακάλλας δολοφονήθηκε το 217 μ.Χ.. Στη συνέχεια ακολούθησε μια εποχή που οι ιστορικοί αναφέρουν ως την εποχή των αυτοκρατόρων Barrack (σ.σ. barracks στα αγγλικά σημαίνει «στρατώνας»), επειδή κατά τη διάρκεια του 3ου αιώνα όλοι αυτοί οι αυτοκράτορες ήταν στρατιώτες και όλοι τους ήρθαν στην εξουσία τους με στρατιωτικά πραξικοπήματα ενός ή άλλου είδους.

Η πορεία της υποτίμησης του νομίσματος στην αυτοκρατορία

Υπήρχαν περίπου 26 νόμιμοι αυτοκράτορες σε αυτόν τον αιώνα και μόνο ένας από αυτούς πέθανε από φυσικό θάνατο. Οι υπόλοιποι είτε πέθαναν στη μάχη είτε δολοφονήθηκαν, κάτι που ήταν εντελώς πρωτοφανές στη ρωμαϊκή ιστορία, με δύο εξαιρέσεις: τον Νέρωνα, που αυτοκτόνησε και τον Καλιγούλα, που δολοφονήθηκε νωρίτερα.

Ο Καρακάλλας είχε επίσης υποτιμήσει το χρυσό νόμισμα. Κάτω από τον Αύγουστο κυκλοφορούσε σε ισοτιμία 45 νομίσματα για μια λίβρα χρυσού. Ο Καρακάλλας το έφερε στα 50 για μια λίβρα χρυσού. Σε 20 χρόνια μετά, κυκλοφόρησε στα 72 για μία λίβρα χρυσού, που μειώθηκε στα 60 στο τέλος του αιώνα από τον Διοκλητιανό, μόνο για να αυξηθεί και πάλι στα 72 από τον Κωνσταντίνο. Επομένως, ακόμη και το χρυσό νόμισμα ήταν στην πραγματικότητα πληθωρισμένο – υποτιμημένο.

Αλλά η πραγματική κρίση ήρθε μετά τον Καρακάλλα, μεταξύ 258 και 275 μ.Χ., σε μια περίοδο έντονου εμφυλίου πολέμου και ξένων εισβολών. Οι αυτοκράτορες απλώς εγκατέλειψαν, για όλους τους πρακτικούς σκοπούς, το ασημένιο νόμισμα. Μέχρι το 268 μ.Χ. υπήρχε μόνο 0,5 τοις εκατό ασήμι στο δηνάριο.

Αύξηση τιμών λόγω πληθωρισμού

Οι τιμές σε αυτή την περίοδο αυξήθηκαν στα περισσότερα μέρη της αυτοκρατορίας κατά σχεδόν 1.000 τοις εκατό. Οι μόνοι που πληρώνονταν σε χρυσό ήταν τα βάρβαρα στρατεύματα που προσλάμβαναν οι αυτοκράτορες. Οι βάρβαροι ήταν τόσο βάρβαροι που δέχονταν μόνο χρυσό σε πληρωμή για τις υπηρεσίες τους. Η κατάσταση δεν άλλαξε μέχρι την ανάδειξη του Διοκλητιανού το έτος 284 μ.Χ.. Λίγο μετά την στέψη του έθεσε το βάρος του χρυσού νομίσματος, το aureus, στα 60 νομίσματα ανά λίβρα – αυτό ήταν από το χαμηλό των 72 νομισμάτων ανά λίβρα.

Δέκα χρόνια αργότερα, εγκατέλειψε τελικά το aureus, το οποίο μέχρι τώρα ήταν απλά ένα χάλκινο νόμισμα βουτηγμένο σε ασήμι μάλλον γρήγορα. Το εγκατέλειψε τελείως και προσπάθησε να εκδώσει ένα νέο ασημένιο νόμισμα, που ονομάζεται argenteus, στα 96 νομίσματα έναντι μίας λίβρας αργύρου. Ο argenteus είχε σταθερή ισοτιμία σε 50 δηνάρια (το παλιό νόμισμα). Σχεδιάστηκε έτσι, ώστε να ανταποκρίνεται στην ανάγκη για κερδοφόρα κέρματα στην αγορά, ώστε να αντικατοπτρίζει τον πληθωρισμό.

Ο Διοκλητιανός εξέδωσε επίσης ένα νέο χάλκινο νόμισμα στα δέκα δηνάρια, τον nummus. Όμως, λιγότερο από μια δεκαετία αργότερα, ο nummus είχε φτάσει από τα δέκα δηνάρια να ισοδυναμεί με 20 δηνάρια και ο argenteus είχε περάσει από τα 50 δηνάρια στα 100. Με άλλα λόγια, παρά τις προσπάθειες του Διοκλητιανού, η αυτοκρατορία υπέστη 100 τοις εκατό πληθωρισμό.

Το νόμισμα του Μ. Κωνσταντίνου

Ο επόμενος αυτοκράτορας που παρενέβη με νόημα στο νόμισμα ήταν ο Κωνσταντίνος, ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας της Ρώμης. Το έτος 312, το οποίο είναι και το έτος που εξέδωσε το διάταγμα της Αναγνώρισης του Χριστιανισμού, ο Κωνσταντίνος εξέδωσε ένα νέο χρυσό κομμάτι, το οποίο κάλεσε με ένα νέο όνομα, τον solidus – στερεό χρυσό. Αυτό τιμολογήθηκε στα 72 νομίσματα η λίβρα, κι έτσι ήταν στην πραγματικότητα πιο υποτιμημένο νόμισμα από ό,τι του Διοκλητιανού.

Αυτές ήταν μεγάλες αυξήσεις στην παροχή νομισμάτων και οι ιστορικοί απορούσαν για το που βρήκε ο Κωνσταντίνος όλον αυτόν τον χρυσό. Αλλά νομίζω ότι το παζλ δεν είναι τόσο δύσκολο, όταν αρχίσετε να εξετάζετε τη νομοθεσία από πίσω του.

Κατάσχεση χρυσού από τους πολίτες και τα θησαυροφυλάκια των πόλεων

Πρώτα απ’ όλα, ο Κωνσταντίνος εξέδωσε δύο νέους φόρους. Ο ένας ήταν στα κτήματα των γερουσιαστών. Αυτό ήταν μάλλον νέο, επειδή οι γερουσιαστές ήταν συνήθως απαλλαγμένοι από τους περισσότερους φόρους στη γη τους. Επίσης, εξέδωσε φόρο επί του κεφαλαίου των εμπόρων. Όχι στα κέρδη τους, αλλά το κεφάλαιό τους. Αυτό έπρεπε να εισπράττεται ανά πενταετία και έπρεπε να καταβάλλεται σε χρυσό. Απαίτησε επίσης ότι τα ενοίκια από τα αυτοκρατορικά κτήματα, τα οποία εκμισθώνονταν στους μισθωτές, έπρεπε να καταβάλλονται μόνο σε χρυσό.

Ο Κωνσταντίνος ανέλαβε τα αποθέματα χρυσού του πρώην συνεργάτη του, του Λουκίνου, ο οποίος είχε εξάγει, με τη βία, ράβδους από τα θησαυροφυλάκια των πόλεων της Ανατολικής Αυτοκρατορίας. Με άλλα λόγια, κάθε πόλη που είχε χρυσές ράβδους ή ασημένιες ράβδους  στο θησαυροφυλάκιο της απλώς απαλλοτριώθηκε από τον Λουκίνο. Αυτός ο χρυσός πέρασε τώρα στα χέρια του Κωνσταντίνου, ο οποίος είχε απαλλαγεί από τον Λουκίνο σε έναν εμφύλιο πόλεμο.

Μας λένε επίσης ότι απογύμνωσε τους ειδωλολατρικούς ναούς από τους θησαυρούς τους. Αυτό το έκανε πολύ αργά στη βασιλεία του. Στις πρώτες μέρες ήταν προφανώς ακόμα φοβισμένος μήπως εξόργιζε τους θεούς της Ρώμης. Καθώς ο χριστιανισμός του έγινε πιο σταθερός, αισθάνθηκε μεγαλύτερη ευκολία στη ληστεία των ναών.

Τώρα, τρόπον τινά, η μεταρρύθμιση του Κωνσταντίνου άρχισε την αντιστροφή της διαδικασίας: το χρυσό κέρμα ήταν αρκετά μεγάλο, ώστε άρχισε να επικρατεί και να κυκλοφορεί πιο ελεύθερα. Ωστόσο, το ασημένιο νόμισμα απέτυχε και, το χειρότερο, ποτέ σε αυτή την περίοδο η κεντρική κυβέρνηση δεν προσπάθησε να ελέγξει την νομισματοκοπία. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το συμβολικό νόμισμα δεν επαργυρωνόταν μόνο στα αυτοκρατορικά νομισματοκοπεία, αλλά και στα νομισματοκοπεία των πόλεων. Με άλλα λόγια, αν μια πόλη δεν μπορούσε να πληρώσει τα έξοδά της ή να πληρώσει τους μισθούς των υπαλλήλων της, απλώς έφτιαχνε μερικά συμβολικά κέρματα και τα εξέδιδε.

Εμφάνιση πλαστών νομισμάτων

Από τα τέλη του 3ου αιώνα αρχίζουμε επίσης να έχουμε τη μαζική εμφάνιση αυτού που οι νομισματολόγοι ονομάζουν πλαστά νομίσματα. Θα έλεγα ότι σήμερα θα ονομαζόταν πιστωτικό χρήμα. Οι άνθρωποι χρειάζονται ψιλά και απλώς πηγαίνουν και τα κατασκευάζουν. Όλα αυτά φυσικά σήμαιναν ότι η ποσότητα νομίσματος που κυκλοφορούσε ήταν ανεξέλεγκτη και όλο και πιο μαζική.

Τώρα, ένα από τα πράγματα που είχαν συμβεί κατά τη διάρκεια αυτού του πληθωρισμού του 3ου αιώνα, ήταν ότι η κυβέρνηση διαπίστωσε ότι, όταν πληρώνονταν τα στρατεύματά της σε συμβολικό νόμισμα ή ακόμα και σε υποτιμημένα ασημένια νομίσματα, οι τιμές αυξάνονταν αμέσως. Κάθε φορά που πέφτει η ποσότητα αργύρου στο δηνάριο, οι τιμές φυσικά αυξάνονταν.Το αποτέλεσμα ήταν ότι η κυβέρνηση, για να προσπαθήσει να προστατέψει τους δημόσιους υπαλλήλους και τους στρατιώτες της από τις επιπτώσεις του πληθωρισμού, άρχισε να απαιτεί την καταβολή φόρων σε είδος και σε υπηρεσίες και όχι σε κέρματα. Τελικά, απέρριπταν τα δικά τους εκδοθέντα νομίσματα και δεν τα δέχονταν για σκοπούς είσπραξης φόρων.

Η μεταρρύθμιση του Μ. Κωνσταντίνου

Με τη μεταρρύθμιση του Κωνσταντίνου, η κατάσταση αυτή άλλαξε κάπως και σιγά σιγά η κυβέρνηση άρχισε να απομακρύνεται από τη συλλογή φόρων και την καταβολή μισθών σε είδος και άρχισε να αντικαθιστά την είσπραξη φόρων και την καταβολή μισθών σε χρυσό. Μακροπρόθεσμα, αυτό σήμαινε ότι ο χρυσός κανόνας ενισχύθηκε και ο χρυσός παρέμεινε το πραγματικό χρήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ωστόσο, ο πληθωρισμός δεν τελείωσε για τις μάζες του λαού. Με άλλα λόγια, ο χρυσός ήταν ένα αντιστάθμισμα για τον πληθωρισμό για όσους τον είχαν, και αυτοί ήταν κυρίως τα στρατεύματα και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Οι φορολογούμενοι έπρεπε να αγοράσουν αυτά τα χρυσά νομίσματα για να πληρώσουν τους φόρους τους. Εάν ήταν αρκετά πλούσιοι, μπορούσαν να αγοράσουν αυτά τα χρυσά νομίσματα, τα οποία γίνονταν όλο και πιο ακριβά σε συμβολικό χρήμα. Εάν ήταν φτωχότεροι απλά δεν μπορούσαν να πληρώσουν τους φόρους. Έχαναν τα εδάφη τους με τον έναν ή άλλον τρόπο ή γινόντουσαν παραβάτες. Υπάρχουν πολλές αναφορές για ανθρώπους που εξαφανίστηκαν, αφότου εγκατέλειψαν τη γη τους.

Αύξηση φόρων και κρατισμός

«Αν μια πόλη δεν μπορούσε να πληρώσει τα έξοδά της ή να πληρώσει τους μισθούς των υπαλλήλων της, απλά έκοβε συμβολικά νομίσματα και τα εξέδιδε.»

 

Στην πραγματικότητα τον 3ο αιώνα αυτό ήταν ένα διαρκές πρόβλημα στη Ρώμη: όλοι οι άνθρωποι προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τους αυξημένους φόρους, που χρειάζονταν οι στρατιωτικοί. Ο ίδιος ο στρατός είχε μεγαλώσει από την εποχή του Αυγούστου, όταν αριθμούσε περίπου 250.000 στρατιώτες, μέχρι την εποχή του Διοκλητιανού, όταν έφτασε σε κάπου πάνω από 600.000. Έτσι ο ίδιος ο στρατός είχε διπλασιαστεί σε μέγεθος κατά τη διάρκεια αυτής της πληθωριστικής πολιτικής και προφανώς συνέβαλε σημαντικά στον πληθωρισμό.

Επιπλέον, η διοίκηση του κράτους είχε αυξηθεί πάρα πολύ. Κάτω από τον Αύγουστο, ουσιαστικά, είχατε την αυτοκρατορική διοίκηση στη Ρώμη, το δευτεροβάθμιο επίπεδο διοίκησης στους διοικητές των διαφόρων επαρχιών, και οι πρωτεύουσες κυβερνητικές μονάδες στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε αυτή την εποχή ήταν οι πόλεις. Μέχρι την εποχή του Διοκλητιανού αυτό το μοτίβο είχε σπάσει. Δεν είχατε έναν αυτοκράτορα, αλλά τέσσερις αυτοκράτορες, που σήμαινε τέσσερα αυτοκρατορικά δικαστήρια, τέσσερις Πραιτοριανές Φρουρές, τέσσερα παλάτια, τέσσερα επιτελεία κλπ.

Το μοντέλο των τεσσάρων αυτοκρατόρων

Κάτω από αυτούς ήταν τέσσερις πραιτοριανές νομαρχίες, περιφερειακές διοικητικές μονάδες με το προσωπικό τους και τους προϋπολογισμούς τους. Κάτω από αυτούς τους τέσσερις νομούς υπήρχαν τότε 12 μητροπόλεις, κάθε μητρόπολη είχε το δικό της διοικητικό προσωπικό και ούτω καθεξής.

Υπό τους Εβραίους ηγεμόνες, τους ιερείς των επισκοπών, έχουμε τις επαρχίες. Την εποχή του Αυγούστου υπήρχαν περίπου 20 επαρχίες. Τριακόσια χρόνια αργότερα, χωρίς ουσιαστική αύξηση της επικράτειας, υπήρχαν πάνω από εκατό επαρχίες. Οι Ρωμαίοι είχαν απλώς διαιρέσει και υποδιαιρέσει τις επαρχίες με σκοπό τη διατήρηση του εσωτερικού στρατιωτικού ελέγχου των περιοχών. Με άλλα λόγια, το κόστος της αστυνόμευσης και της διαχείρισης του ρωμαϊκού κράτους έγινε όλο και πιο τεράστιο.

Όλα αυτά τα έξοδα, λοιπόν, είναι μερικοί από τους λόγους για τους οποίους πραγματοποιήθηκε ο πληθωρισμός. Θα φτάσω σε άλλους σε μια στιγμή. Για να σας δώσω κάποια ιδέα για την κατάσταση μετά τη μεταρρύθμιση του χρυσού του Κωνσταντίνου, επιτρέψτε μου να σας δώσω εν συντομία τα στοιχεία για το τι θα κόστιζε σε δηνάρια, σε ασημένιο νόμισμα ή σε συμβολικό νόμισμα τώρα, για να αγοράσετε μια λίβρα χρυσού τότε.

Κόστος χρυσού για την εποχή

Την εποχή του Διοκλητιανού, το έτος 301, ορίστηκε η τιμή στα 50.000 δηδάρια για μία λίβρα χρυσού. Δέκα χρόνια αργότερα είχε ανέλθει σε 120.000. Το 324, 23 χρόνια μετά την εποχή των 50.000, ήταν τώρα 300.000. Το 337, το έτος θανάτου του Κωνσταντίνου, μία λίβρα χρυσού κόστιζε 20.000.000 δηνάρια.

Και παρεμπιπτόντως, όπως είμαστε εξοικειωμένοι όλοι με το γερμανικό νόμισμα της δεκαετίας του 1920 όπου η αξία του οριζόταν, λόγω του υπερπληθωρισμού, με μία επιτόπια σφραγίδα πάνω του, το ρωμαϊκό νόμισμα έχει επίσης σφραγίδες πάνω του όπου αναγράφονται τα πολλαπλάσια της αξίας του.

Σε ένα σημείο, ένας από τους Ρωμαίους αυτοκράτορες είχε μια θαυμάσια ιδέα: αντί να εκδίδει νομίσματα, επινόησε μια μέθοδο αντιμετώπισης του πληθωρισμού. Πήρε κομμάτια μπρούτζου, τα έβαλε σε μια δερμάτινη θήκη και τα ονόμασε follis. Και οι άνθρωποι άρχισαν να διακινούν αυτά τα σακουλάκια πέρα ​​δώθε ως αξία. Υποθέτω ότι ήταν το Ρωμαϊκό ισοδύναμο με τα καλάθια με χάρτινα χρήματα που βλέπουμε στις φωτογραφίες της Γερμανίας στη δεκαετία του 1920.

Ενδιαφέρον είναι ότι, μέσα σε περίπου δέκα χρόνια μετά την έναρξη, η λέξη follis – που σήμαινε αυτή την τσάντα των νομισμάτων – είχε πλέον καταντήσει να αφορά μόνο μεμονωμένα κομμάτια μπρούτζου και όχι όλη τη σακούλα. Ένα από αυτά τα κομμάτια ήταν τώρα το follis. Δεν μπορούσαν να κρατήσουν ακόμη και τις τσάντες σταθερές, είχαν πληθωριστεί και αυτά.

Ο πληθωρισμός δεν επηρέασε την αγοραστική δύναμη του χρυσού 

Τώρα ένα ενδιαφέρον στοιχείο με αυτό τον πληθωρισμό πρέπει να μας καθησυχάζει: οι ιστορικοί των τιμών στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι παρά τον πληθωρισμό αυτό – ή ίσως πρέπει να πούμε – εξαιτίας αυτού του πληθωρισμού – η τιμή του χρυσού, όσον αφορά την αγοραστική του δύναμη, παρέμεινε σταθερή από τον πρώτο μέχρι τον τέταρτο αιώνα. Με άλλα λόγια, ο χρυσός παρέμεινε, από την άποψη της αγοραστικής του δύναμης, σταθερής αξίας, ενώ όλα αυτά τα άλλα κέρματα απλώς έγιναν όλο και πιο άχρηστα.

Ποιες ήταν οι αιτίες αυτού του πληθωρισμού; Πρώτα απ’ όλα, ο πόλεμος. Η αμοιβή των στρατιωτών αυξήθηκε από 225 δηνάρια κατά τη βασιλεία του Αυγούστου σε 300 denarii κατά το χρόνο του Domitian, περίπου εκατό χρόνια αργότερα. Έναν αιώνας μετά τον Δομιτιανό, κατά την εποχή του Σεπτιμίου, είχε πάει από 300 σε 500 δηνάρια. Και την εποχή του Καρακάλλα, περίπου 10 χρόνια αργότερα, είχε ξεπεράσει τα 750 δηνάρια. Με άλλα λόγια, το κόστος του στρατού αυξανόταν επίσης από άποψη νομισμάτων. Έτσι, καθώς το νόμισμα γινόταν πιο άχρηστο, το κόστος του στρατού έπρεπε να αυξηθεί.

Η πρόοδος στην αμοιβή των στρατιωτών στον υπόλοιπο 3ο αιώνα και στον 4ο αιώνα δεν είναι γνωστή. Δεν έχουμε αριθμητικά στοιχεία. Ένας λόγος είναι ότι οι στρατιώτες πληρώνονταν ολοένα και περισσότερο όσον αφορά τις παραγγελίες προμηθειών και αγαθών σε είδος. Τους δινόταν κυριολεκτικά δοθεί τροφή, ρούχα, καταφύγιο και άλλα προϊόντα αντί για χρηματική αμοιβή. Αυτό ισχύει και για τη δημόσια διοίκηση.

Δωρεές στο στρατό

Όταν ένας Ρωμαίος αυτοκράτορας αρνιόταν να πληρώσει μία δωρεά για την ένταξή του – αυτό ήταν ένα επίδομα που δινόταν στους στρατιώτες κατά την στέψη του αυτοκράτορα – απλώς δολοφονούταν από τα στρατεύματά του. Οι Ρωμαίοι είχαν αυτό το είδος προβλήματος ακόμη και στις ημέρες της Δημοκρατίας: αν οι στρατιώτες δεν πληρώνονταν, μάλλον κρατούσαν κακία.

Αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι οι δωρεές δίνονταν για την στέψη νέου αυτοκράτορα από την εποχή του Αυγούστου. Τον 3ο αιώνα άρχισαν να δίνονται κάθε πέντε χρόνια. Μέχρι την εποχή του Διοκλητιανού, δίνονταν δωρεές κάθε χρόνο, έτσι ώστε οι δωρεές στους στρατιώτες να είχαν πράγματι γίνει μέρος του βασικού μισθού τους.

Το μέγεθος του στρατού, όπως ήδη ανέφερα, είχε επίσης αυξηθεί. Διπλασιάστηκε από την εποχή του Αυγούστου σε σχέση με την εποχή του Διοκλητιανού. Και το μέγεθος της δημόσιας διοίκησης αυξήθηκε επίσης. Τώρα, όλα αυτά τα γεγονότα τέντωσαν τους δημοσιονομικούς πόρους του κράτους πέρα ​​από την ικανότητά του να διατηρηθεί. Και το πλοίο του κράτους συνέχιζε να πλέει, συχνά με την υποτίμηση, στη συνέχεια φορολογώντας και στη συνέχεια συχνά απλά κατηγορώντας τους ανθρώπους για προδοσία και κατάσχεση των κτημάτων τους.

Ένας από τους χριστιανούς πατέρες, ο Άγιος Γρηγόριος Ναζιανζός, σχολίασε ότι ο πόλεμος είναι η μητέρα των φόρων. Νομίζω ότι αυτό είναι ένα θαυμάσιο πράγμα που πρέπει να θυμάστε: ο πόλεμος είναι η μητέρα των φόρων. Και είναι επίσης, φυσικά, η μητέρα του πληθωρισμού.

Συνέπειες του πληθωρισμού

Τώρα, ποιες ήταν οι συνέπειες του πληθωρισμού; Ένα από τα περίεργα πράγματα για τον πληθωρισμό είναι, στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ότι ενώ το κράτος επιβίωσε – το ρωμαϊκό κράτος δεν καταστράφηκε από τον πληθωρισμό – αυτό που καταστράφηκε από τον πληθωρισμό ήταν η ελευθερία του ρωμαϊκού λαού. Ιδιαίτερα, το πρώτο θύμα ήταν η οικονομική τους ελευθερία.

Η Ρώμη διέθετε βασικά μια οργάνωση laissez-faire σχετικά με τις σχέσεις κράτους/οικονομίας. Εκτός από τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, οι οποίες συνήθως σχετίζονταν με τον πόλεμο, η ρωμαϊκή κυβέρνηση ακολούθησε γενικά μια πολιτική ελεύθερου εμπορίου και ελάχιστου περιορισμού στις οικονομικές δραστηριότητες του πληθυσμού της. Αλλά τώρα υπό την πίεση αυτής της ανάγκης να πληρώσουν τα στρατεύματα και υπό την πίεση του πληθωρισμού, η ελευθερία των ανθρώπων άρχισε να διαβρώνεται σοβαρά – και πολύ γρήγορα.

Τρόπος φορολόγησης και φοροείσπραξης

Θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με την τάξη που είναι γνωστή ως βουλευτική τάξη (decurions). Αυτή ήταν η ευημερούσα, μικρή και μεσαία τάξη που ήταν τo κυρίαρχο στοιχείo των πόλεων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ήταν η τάξη από την οποία επιλέγονταν οι δημοτικοί σύμβουλοι, οι δικαστές και οι υπάλληλοι. Παραδοσιακά, έβλεπαν την υπηρεσία στις κυβερνήσεις των πόλεων τους ως τιμή και είχαν δωρίσει όχι μόνο τον χρόνο τους, αλλά και τον πλούτο τους για την βελτίωση του αστικού περιβάλλοντος. Η κατασκευή των σταδίων και των λουτρών, η επισκευή των οδών και η παροχή καθαρού νερού θεωρούνταν ευεργεσίες. Ήταν ένα είδος φιλανθρωπικής δράσης και η ανταμοιβή τους ήταν, βεβαίως, δημόσια αναγνώριση και εκτίμηση.

Σε αυτήν την τάξη, στα μέσα του 3ου αιώνα, ανατέθηκε το έργο της είσπραξης των φόρων στο δήμο. Η κεντρική κυβέρνηση δεν μπορούσε πλέον να εισπράττει αποτελεσματικά τους φόρους της, έτσι έκαναν την τάξη των βουλευτών συλλογικά υπεύθυνη για την απόκτηση εσόδων και τη μεταβίβασή τους στην αυτοκρατορική κυβέρνηση.

Δυσκολίες στην φοροείσπραξη και φυγή των φοροεισπρακτόρων

Οι βουλευτές βέβαια είχαν τόσο μεγάλες δυσκολίες όσο και οι υπόλοιποι, και οι αποδόσεις ήταν και πάλι συχνά ανεπαρκείς. Έτσι, η κυβέρνηση έλυσε αυτό το πρόβλημα απλώς με τη θέσπιση ενός νόμου, σύμφωνα με τον οποίο οι τυχόν φόροι που δεν θα μπορούσαν να εισπράξουν από τους άλλους, θα έπρεπε να πληρωθούν από τις δικές τους τσέπες. Αυτό είναι γνωστό ως η μέθοδος παροχής κινήτρων για τον φοροεισπράκτορα.

Όπως μπορείτε να φανταστείτε, καθώς οι κρίσεις έγιναν μεγαλύτερες και η οικονομία διαταρασσόταν από πολιτικές συγκρούσεις και εισβολές και από τις επιπτώσεις του πληθωρισμού, οι βουλευτές, περιέργως, δεν ήθελαν πλέον να είναι βουλευτές. Άρχισαν να εγκαταλείπουν τα εδάφη τους, να εγκαταλείπουν τις πόλεις τους και να ξεφεύγουν όπου και αν έβρισκαν καταφύγιο σε άλλες μεγαλύτερες πόλεις ή άλλες επαρχίες. Αλλά δεν τους επιτράπηκε να το πράξουν με ατιμωρησία και έπειτα περάστηκε ένας νόμος όπου όποιος βουλευτής ανακαλύπτονταν κάπου αλλού έπρεπε να συλληφθεί, να δεθεί σαν δούλος και να επιστρέψει στην πατρίδα του όπου θα αποκαθίστατο η αξιοπρέπεια του ως βουλευτή.

Ο 3ος αιώνας είναι επίσης η περίοδος της δίωξης της εκκλησίας. Βλέπουμε ότι τουλάχιστον κάποιοι από τους αυτοκράτορες έπρεπε να είχαν χιούμορ επειδή ψήφισαν έναν κανονισμό ότι, αν ένας Χριστιανός συλλαμβάνονταν και κρινόταν ένοχος για ένα θανάσιμο έγκλημα, δηλαδή πίστευε στον Χριστό, δεν χρειαζόταν να εκτελεσθεί αλλά να του προσφερθεί η επιλογή να γίνει ένας βουλευτής-φοροεισπράκτορας.

Οι επιπτώσεις του πληθωρισμού στους επιχειρηματίες της εποχής

Τώρα, οι έμποροι και οι τεχνίτες οργανώνονταν παραδοσιακά σε συντεχνίες και εμπορικούς συλλόγους ή αλλιώς. Τώρα, επίσης, έτυχαν υπό κυβερνητική πίεση επειδή η κυβέρνηση δεν μπορούσε να εξασφαλίσει αρκετό υλικό για την πολεμική μηχανή της μέσω τακτικών καναλιών – οι άνθρωποι δεν ήθελαν όλα αυτά τα πληθωρισμένα νομίσματα. Έτσι, οι έμποροι και οι τεχνίτες ήταν τώρα υποχρεωμένοι να πραγματοποιούν παραδόσεις αγαθών.

Έτσι, αν είχατε ένα εργαστήρι για την κατασκευή ενδυμάτων, θα έπρεπε τώρα να παραδώσετε συγκεκριμένη ποσότητα ενδυμασιών στην κυβέρνηση. Εάν είχατε πλοία, έπρεπε να μεταφέρετε κυβερνητικά αγαθά στα πλοία σας. Με άλλα λόγια, αυτό που έχουμε εδώ είναι ένα είδος εθνικοποίησης ιδιωτικών επιχειρήσεων και αυτή η εθνικοποίηση σημαίνει ότι οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν τα χρήματά τους και το ταλέντο τους είναι υποχρεωμένοι να υπηρετούν το κράτος είτε τους αρέσει είτε όχι. Όταν οι άνθρωποι προσπαθούσαν να ξεφύγουν από αυτό, τότε ήταν νόμιμα υποχρεωμένοι να παραμείνουν στο επάγγελμα που είχαν. Με άλλα λόγια, δεν θα μπορούσατε να αλλάξετε τη δουλειά σας ή την επιχείρησή σας.

Αυτό δεν ήταν αρκετό γιατί, τελικά, ο θάνατος είναι απαλλαγή από τους φόρους. Έτσι τα επαγγέλματα έγιναν τώρα κληρονομικά. Όταν πέθαινες, ο γιος σου έπρεπε να αναλάβει το επάγγελμά σου. Αν ο πατέρας σου ήταν υποδηματοποιός, έπρεπε να είσαι υποδηματοποιός. Αυτοί οι νόμοι ξεκίνησαν περιορίζοντάς τους στις αμυντικές βιομηχανίες, αλλά φυσικά, σιγά-σιγά έγινε αντιληπτό ότι όλα είναι προσανατολισμένα στην άμυνα.

Συνέπειες στους αγρότες και γαιοκτήμονες

Η αγροτιά, γνωστή ως coloni, ήταν μισθωτές τόσο σε αυτοκρατορικό όσο και σε ιδιωτικό κτήμα. Ήταν επίσης πρώην ελεύθερη τάξη. Τώρα υπό τις ίδιες πιέσεις που όλοι οι μικροί ιδιοκτήτες υπέφεραν σε αυτή την κατάσταση, άρχισαν να περιπλανιούνται, προσπαθώντας να βρουν καλύτερες ευκαιρίες, καλύτερες μισθώσεις ή καλύτερα επαγγέλματα. Έτσι, κάτω από τον Διοκλητιανό, οι αγρότες ήταν πλέον δεσμευμένοι στο χώμα.

Όποιος είχε μίσθωση σε ένα συγκεκριμένο κομμάτι γης δεν μπορούσε να δώσει αυτή τη μίσθωση. Περισσότερο από αυτό, έπρεπε να παραμείνουν στη γη και να δουλέψουν. Στην πραγματικότητα, αυτή είναι η αρχή της δουλείας στο Μεσαίωνα, αλλά στην πραγματικότητα έχει τις ρίζες της εδώ στην ύστερη ρωμαϊκή κοινωνία.

«Ο πόλεμος είναι η μητέρα των φόρων».

 

Γνωρίζουμε για παράδειγμα από τις μελέτες στην Παλαιστίνη, ιδιαίτερα στα ραβινικά κείμενα, ότι στη διάρκεια του 3ου και των αρχών του 4ου αιώνα η δομή της ιδιοκτησίας στην Παλαιστίνη άλλαξε πολύ δραματικά. Η Παλαιστίνη τον 2ο αιώνα αποτελούταν κυρίως από αγρότες με πολύ μικρές εκτάσεις, ίσως κατά μέσο όρο δυόμισι στρέμματα.

Μέχρι τον 4ο αιώνα αυτοί οι μικροί ιδιοκτήτες είχαν σχεδόν εξαφανιστεί και αντικαταστάθηκαν από τεράστια κτήματα που ελέγχονταν από μερικούς μεγάλους γαιοκτήμονες. Οι αγρότες που εργάζονταν στα κτήματα ήταν οι ίδιοι, αλλά στο μεταξύ είχαν χάσει τη γη τους στους μεγαλύτερους γαιοκτήμονες. Με άλλα λόγια, η ιδιοκτησία γης έγινε ένα είδος μαζικής αγροτικής δραστηριότητας.

Κατά τη διάρκεια αυτού του γεγονότος, ο πληθυσμός της Παλαιστίνης, ο οποίος εξακολουθεί να είναι κυρίως εβραϊκός, άλλαξε επίσης στο ότι η ιδιοκτησία της γης περάστηκε από τους Εβραίους στους Ειδωλολάτρες. Ο λόγος για αυτό αναμφισβήτητα ήταν ότι οι μόνοι άνθρωποι με μεγάλα ποσά μετρητών που μπορούσαν να εξαγοράσουν αυτούς τους μικροκαλλιεργητές που βρίσκονταν σε κίνδυνο ήταν, φυσικά, οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι. Και ακούμε ότι αυτοί ονομάζονται potetantes, ισχυροί. Στην πραγματικότητα υπάρχει μια μετατόπιση στην κατανομή του πλούτου στην Παλαιστίνη. Kαι προφανώς, από άλλα στοιχεία, παρόμοια πράγματα συνέβαιναν και σε άλλα μέρη.

Η παρέμβαση του Διοκλητιανού στη μέθοδο φορολόγησης

Όσον αφορά τους φόρους, αυτοί αυξήθηκαν φυσικά, αλλά ο Διοκλητιανός αποφάσισε ότι αυτό που είχε κληρονομήσει ήταν ένα πολύ αναποτελεσματικό σύστημα. Κάθε επαρχία είχε λίγο πολύ το δικό της σύστημα φορολόγησης που χρονολογούταν από την προ-ρωμαϊκή εποχή. Και έτσι, με το στρατιωτικό του μυαλό, απαίτησε τυποποίηση.

Κεντρικός σχεδιασμός της αγροτικής παραγωγής

Και αυτό που έκανε ήταν να έχει όλο τον πλούτο, ο οποίος βέβαια προσγειώθηκε πλούτος, αξιολογούμενος από μια τυποποιημένη μονάδα παραγωγικότητας, το iugum. Με άλλα λόγια, κάθε άτομο που είχε γη είτε μεμονωμένα, αν ήταν μεγάλος γαιοκτήμονας, είτε συλλογικά, για όσους ήταν μικρότεροι γαιοκτήμονες, τοποθετούνταν σε ένα iugum. Αυτό σήμαινε ότι ο αυτοκράτορας είχε για πρώτη φορά τη βάση ενός εθνικού προϋπολογισμού, κάτι που οι Ρωμαίοι δεν είχαν ποτέ πριν. Ως εκ τούτου, ήξερε ανά πάσα στιγμή πόσες φορολογικές μονάδες πλούτου υπήρχαν σε οποιαδήποτε επαρχία. Θα μπορούσε απλώς να επιβάλει μια αξιολόγηση και να περιμένει να πάρει ένα σταθερό χρηματικό ποσό.

Δυστυχώς, αυτό δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι στη γεωργία η παραγωγικότητα ποικίλλει σημαντικά από εποχή σε εποχή και ότι εάν ένας στρατός έχει περάσει από την περιοχή σας μπορεί να χρειαστούν χρόνια για να ανακάμψει. Το αποτέλεσμα είναι ότι έχουμε μαζικές αναφορές από ολόκληρες περιοχές ζητώντας από τον αυτοκράτορα να τους μειώσει τους φόρους τους, να παραγράψει πέντε χρόνια προηγούμενων οφειλών ή να μειώσει τον αριθμό μονάδων παραγωγικότητας για να αντικατοπτρίζει την απώλεια πληθυσμού ή υλικών.

Στην πραγματικότητα, όταν οι άνθρωποι άρχισαν να λένε ότι «είχα πετύχει πέντε ανθρώπους να πληρώνουν αυτή τη φορολογική μονάδα, αλλά δύο από αυτούς έχουν φύγει και χρησιμοποιείται μόνο το ήμισυ της γης στην παραγωγή», η κυβέρνηση απάντησε ότι: «αυτό δεν έχει σημασία, πρέπει να πληρώσετε για τη γη που είναι πλέον εκτός παραγωγής». Έτσι, εννοώ, δεν υπήρχε σχέση μεταξύ φόρων και πραγματικής παραγωγικότητας.

Επιβολή πληρωμών σε χρυσές ράβδους

Πώς οι άνθρωποι προστατεύονταν από αυτό; Λοιπόν, πρώτα απ ‘όλα, οι μακροπρόθεσμες υποθήκες ουσιαστικά έπαψαν να δίδονται. Μακροπρόθεσμα δάνεια οποιουδήποτε είδους εξαφανίστηκαν. Κανείς δεν θα μπορούσε να δανείσει, αν δεν ήταν εγγυημένη η πληρωμή σε χρυσό ή αργυρό χρυσό.

Στην πραγματικότητα, η ίδια η κυβέρνηση, κάτω από τον Διοκλητιανό και τον Κωνσταντίνο, αρνήθηκε να δεχτεί χρυσά νομίσματα σε καταβολή φόρων, αλλά επέμεινε αντ’ αυτού σε χρυσές ράβδους. Έτσι ώστε τα νομίσματα που αγοράσατε στην αγορά έπρεπε τότε να λιωθούν και να παρουσιαστούν με τη μορφή ράβδων χρυσού. Ο λόγος ήταν ότι η κυβέρνηση δεν ήταν ποτέ σίγουρη πόσο νοθευμένο ήταν το δικός της νόμισμα στην πραγματικότητα.

Οι δημοπρασίες και οι εγγυήσεις για τις καλλιέργειες και τα δάνεια ήταν πάντα σε χρυσό, ασήμι ή και στις ίδιες τις καλλιέργειες. Στην Αίγυπτο έχουμε ένα έγγραφο στο οποίο φαίνεται ότι οι τράπεζες αρνούνταν να δέχονται τα νομίσματα με τη θεϊκή εικόνα του αυτοκράτορα. με άλλα λόγια, κρατικά ζητήματα. Η αντίδραση της κυβέρνησης σε αυτό, βέβαια, ήταν να αναγκάσει τις τράπεζες να αποδεχθούν το νόμισμα. Αυτό οδήγησε στη χονδρική διαφθορά στη ρωμαϊκή κοινωνία, καθώς οι άνθρωποι αρνούνταν να ανταλλάσσουν νομίσματα με τα επίσημα καθορισμένα τιμολόγια, αλλά αντ ‘αυτού χρησιμοποίησαν τη μαύρη αγορά για να ανταλλάξουν νομίσματα βάσει μιας αρχής της αγοράς.

Υπήρχε προφανώς φυγή από τη γη, μαζική φοροδιαφυγή, άνθρωποι εγκατέλειπαν τη δουλειά τους, άφηναν τα σπίτια τους, άφηναν την κοινωνική τους θέση. Τώρα, η τελική συμβολή του Διοκλητιανού σε αυτή τη συνεχιζόμενη καταστροφή ήταν να εκδώσει το διάσημο του διάταγμα για τις μέγιστες τιμές, το 301 μ.Χ. Πρόκειται για μια πολύ γνωστή περίπτωση μιας τεράστιας προσπάθειας από την κυβέρνηση να περιορίσει τον πληθωρισμό με ελέγχους τιμών.

Οι ιδιαιτερότητες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας

Πρέπει να συνειδητοποιήσετε ότι υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα: η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αποτελούσα μια απέραντη περιοχή από τη Βρετανία στη Δύση, στο Ιράκ στην Ανατολή, από το Ρήνο και το Δούναβη έως τη Σαχάρα. Περιλάμβανε περιοχές πολύ εξελιγμένων και πολύ πρωτόγονων οικονομιών, με αποτέλεσμα το κόστος ζωής να ποικίλλει σημαντικά από επαρχία σε επαρχία: η Αίγυπτος φαίνεται ότι είχε το χαμηλότερο κόστος ζωής. Η Παλαιστίνη είχε κόστος ζωής δύο φορές υψηλότερη από εκείνη της Αιγύπτου, και η Ρωμαϊκή Ιταλία είχε κόστος ζωής δύο φορές εκείνης της Παλαιστίνης.

«Ο λαός της Ρώμης, η μάζα του πληθυσμού, είχε μια μόνο ευχή μετά την κατάληψή του από τους βαρβάρους: να μην πέσει ποτέ ξανά κάτω από την εξουσία της ρωμαϊκής γραφειοκρατίας».

 

Ο Διοκλητιανός το αγνόησε. Απλά εξέδωσε μία ενιαία τιμή για ολόκληρη την αυτοκρατορία. Το αποτέλεσμα ήταν ότι στην Αίγυπτο, ο νόμος πιθανότατα δεν είχε καμία επίδραση, επειδή η μέγιστη τιμή που καθορίστηκε ήταν σπάνια επιτεύξιμη στην Αίγυπτο. Ήταν οι άνθρωποι στη Ρώμη, φυσικά, που βρήκαν τη μέγιστη τιμή χαμηλότερη από την τιμή της αγοράς. Το αποτέλεσμα αυτού ήταν βέβαια οι ταραχές στους δρόμους και εξαφάνιση των αγαθών. Η ποινή για παραβίαση αυτού του νόμου ήταν ο θάνατος, μια πολύ κοινή ποινή στη Ρώμη για σχεδόν τα πάντα. Η νοοτροπία του Διοκλητιανού, και η αιτία του ανώτατου ορίου τιμών, φανερώνεται στον πρόλογο του νόμου. Θα αναφέρω απλά μερικά χωρία. Όταν ακούτε αυτές τις πρώτες λέξεις, θα ήθελα να δώσετε προσοχή, γιατί μπορεί να έχετε μια διαφορετική ερμηνεία από αυτά που εννοούσε ο Διοκλητιανός.

Λέει:

«Εάν οι υπερβολές που διαπράττονται από πρόσωπα απεριόριστης και φρενήρους απληστίας μπορούσαν να ελεγχθούν», (σ.σ. δεν εννοεί τον εαυτό του φυσικά) «αν η γενική ευημερία μπορούσε να αντέξει αυτήν την ταραχή χωρίς πρόβλημα, αν αυτοί οι ανεξέλεγκτοι τρελοί, αδίστακτοι, ασυνείδητοι, ηδονιστές, μπορούσαν να πεισθούν να αποφύγουν να λεηλατήσουν τον πλούτο όλων, τότε όλα θα ήταν καλά».

 

Τώρα ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι; Είναι οι έμποροι, είναι οι άπληστοι τύποι που προκαλούν τον πληθωρισμό, όπως όλοι γνωρίζουμε.

Μετά μιλάει για τον εαυτό του και τους τρεις συνεργάτες του:

«Εμείς, οι προστάτες της ανθρώπινης φυλής, (σ.σ. σαν να το έχουμε ξανακούσει αυτό, έτσι δεν είναι;) συμφωνούμε ότι είναι απαραίτητη η θέσπιση αποφασιστικής νομοθεσίας, έτσι ώστε να βρεθούν οι λύσεις που περιμένουμε για καιρό, τις οποίες η ίδια η ανθρωπότητα δεν θα μπορούσε να προσφέρει από μόνη της».

 

Κάθε φορά τα ίδια, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα οι ίδιοι, χρειαζόμαστε τον νομοθέτη.

«Με τα διορθωτικά μέτρα που παρέχονται από την προνοητικότητα μας, αυτά τα πράγματα μπορούν να θεραπευτούν για τη γενική ευημερία όλων».

 

Στην πραγματικότητα, καθώς διαβάζετε τα υπόλοιπα, καθίσταται σαφές ότι ο λόγος για τον οποίο δόθηκε ο διάταγμα για τις τιμές, ήταν ότι οι στρατιώτες ήταν τα κυριότερα θύματα του πληθωρισμού. Ο Διοκλητιανός φοβόταν ότι έχασε τον έλεγχο του στρατού του. Και έτσι οι άνθρωποι που έπρεπε να προστατευθούν ήταν οι στρατιώτες και οι άλλοι υπάλληλοι του κράτους.

Οι αποτυχίες των παρεμβάσεων

Τώρα, οι νομισματικές μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού ήταν προσωρινά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Εκτός από το διάταγμα για τις τιμές, το οποίο, παρεμπιπτόντως, απλά δεν λειτούργησε και σταδιακά απορρίφθηκε. Αλλά τα βήματά του δεν ήταν αρκετά ριζοσπαστικά. Λόγω της ανικανότητάς του να δημιουργήσει επαρκή ποσότητα χρυσού και αργύρου, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη εξάρτηση από τις πληρωμές σε είδος για τους φόρους και τους μισθούς και τη συνεχή έκδοσή ακάλυπτου χάλκινου νομίσματος, σε ατελείωτες ποσότητες, απέτυχε στο να αγγίξει καν το πρόβλημα.

Οι μεταρρυθμίσεις του Κωνσταντίνου ήταν επίσης αποσπασματικές, αλλά με επαρκές σθένος και ριζοσπαστικό χαρακτήρα για να κάνουν τη διαφορά. Μέσα από την προθυμία του να απαλλοτριώσει με καταναγκασμό τα αποθέματα χρυσού των φορολογουμένων, αναγκάζοντάς τους να αποχωριστούν τις χρυσές ράβδους τους, τοποθετούσε μια συνεχώς αυξανόμενη προσφορά χρυσού στα χέρια κυβερνητικών αξιωματούχων. Αυτός χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο για να καταβληθούν στρατιωτικά επιδόματα, μισθοί για γραφειοκράτες, ακόμη και πληρωμές για ορισμένα δημόσια έργα. Όλο και περισσότερο, εμφανιζόταν ένα διμερές νομισματικό σύστημα στο οποίο η κυβέρνηση, οι στρατιώτες και οι γραφειοκράτες απολάμβαναν τα οφέλη ενός χρυσού κανόνα, ενώ το μη κυβερνητικό τμήμα της οικονομίας συνέχισε να αγωνίζεται με ένα ταχέως διογκούμενο ακάλυπτο χρήμα.

Ο νέος χρυσός (solidus) – που κυκλοφόρησε ευρέως από τους κατόχους του, τους μισθωτούς της κυβέρνησης – πωλούνταν σε διάφορες τιμές αγοράς σε πελάτες που τον χρειάζονταν απελπισμένα για να πληρώσουν τους φόρους τους. Έτσι, το κράτος βρήκε έναν τρόπο να προστατεύσει τον εαυτό του και τους υπηρέτες του από τις επιζήμιες επιδράσεις του προηγούμενου πληθωριστικού κύκλου του, αποχωρώντας αργά από το δυσκίνητο και σπάταλο σύστημα αποδοχής φόρων και πληρωμών μισθών σε είδος. Εν τω μεταξύ, οι μάζες υπέφεραν από μια τεράστια έγχυση ακάλυπτου fiat χρήματος, το οποίο έπρεπε να δεχθούν ως πληρωμή των κυβερνητικών επιταγών χρυσού, αργύρου ή άλλων αγαθών.

Μαθαίνοντας από την ιστορία

Τώρα, ίσως να θέλουμε να βρούμε κάποια διδάγματα σε αυτή την ιστορία της νομισματικής πολιτικής της ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το πρώτο μάθημα, νομίζω, πρέπει να είναι ότι, αν ο πόλεμος είναι η υγεία του κράτους, όπως είπε ο Randolph Bourne, είναι δηλητήριο για ένα σταθερό και υγιές χρήμα. Επομένως, η ρωμαϊκή νομισματική κρίση ήταν στενά συνδεδεμένη με το ρωμαϊκό στρατιωτικό πρόβλημα.

Ένα άλλο μάθημα είναι ότι τα προβλήματα μπορούν να επιλυθούν, όταν ένας κυβερνήτης αποφασίσει ότι κάτι μπορεί να γίνει και πρέπει να γίνει. Ο Διοκλητιανός και ο Κωνσταντίνος ήταν προφανώς πρόθυμοι να ενεργήσουν για να προστατεύσουν τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης τους, τον στρατό και τη δημόσια διοίκηση. Οι νομισματικές μεταρρυθμίσεις ήταν απαραίτητες για να κερδίσουν την υποστήριξη των στρατευμάτων και των γραφειοκρατών, οι οποίοι συνέθεταν τη μόνη πραγματική εκλογική περιφέρεια του ρωμαϊκού κράτους, και το διττό σύστημα σχεδιάστηκε για το σκοπό αυτό. Εγκαθίδρυσε ένα σταθερό νομισματικό κανόνα για την κυρίαρχη ομάδα, που δεν δίστασε να τον εξασφαλίσει εις βάρος της μάζας του πληθυσμού.

Το κράτος επέζησε, η οικονομική ελευθερία των ανθρώπων όχι

Το ρωμαϊκό κράτος επέζησε. Η ελευθερία του ρωμαϊκού λαού όχι. Όταν η ελευθερία κατέστη δυνατή στη Δύση τον 5ο αιώνα, με τις εισβολές βαρβάρων, οι άνθρωποι επωφελήθηκαν από τη δυνατότητα αλλαγής. Η αγροτιά είχε απολύτως αποξενωθεί από το ρωμαϊκό κράτος επειδή δεν ήταν πλέον ελεύθερη. Επίσης, η επιχειρηματική κοινότητα δεν ήταν πλέον ελεύθερη. Ούτε και η μεσαία τάξη των πόλεων.

Η οικονομία της Δύσης ήταν ίσως πιο μοιραία εξασθενημένη από αυτή της Ανατολής. Ο χριστιανός ιερέας Σαλβιανός της Μασσαλίας στις αρχές του 5ου αιώνα έγραψε έναν λόγο για τον οποίο η ρωμαϊκή πολιτεία κατέρρεε στη Δύση – γράφει από τη Γαλλία (Γαλατία). Ο Σαλβιανός λέει ότι το ρωμαϊκό κράτος καταρρέει γιατί αξίζει να καταρρεύσει. Επειδή είχε αρνηθεί την πρώτη προϋπόθεση της καλής κυβέρνησης, η οποία είναι δικαιοσύνη για τον λαό.

Με τον όρο «δικαιοσύνη» εννοούσε ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα. Ο Σαλβιανός μας λέει και δεν νομίζω ότι υπερβάλλει, ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους παρήκμασε το ρωμαϊκό κράτος τον 5ο αιώνα ήταν ότι ο ρωμαϊκός λαός, η μάζα του πληθυσμού, είχε μόνο μια επιθυμία αφού καταλήφθηκε από τους βάρβαρους: να μην υπαχθεί ξανά στην εξουσία της ρωμαϊκής γραφειοκρατίας.

Με άλλα λόγια, το ρωμαϊκό κράτος ήταν ο εχθρός. Οι βάρβαροι ήταν οι απελευθερωτές. Και αυτό αναμφίβολα οφείλεται στον πληθωρισμό του 3ου αιώνα. Ενώ το κράτος είχε λύσει το νομισματικό πρόβλημα για τους δικούς του ανθρώπους, δεν το είχε λύσει για τις μάζες. Η Ρώμη συνέχιζε να χρησιμοποιεί ένα καταπιεστικό φορολογικό σύστημα για να γεμίζει το ταμείο των κυβερνώντων γραφειοκρατών και στρατιωτών.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.



Διαβάστε περισσότερα: