Πολιτικό χρήμα, υπολογιστική δύναμη και ζητήματα τιμών.

0
955
Ο ανταγωνισμός των τιμών και η συνεπακόλουθη πτώση τους, δεν αποτελεί αποπληθωρισμό.

Δεν πρέπει να υποτεθεί πως μια πτώση των τιμών που προκαλείται από αύξηση της παραγωγής των εμπλεκομένων προϊόντων, είναι απαραίτητα σημάδι κάποιας ανισορροπίας, η οποία μπορεί να εξαλειφθεί μόνο μέσω της αύξησης της ποσότητας χρήματος

Του Ευθύμη Μαραμή

Ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής κόστιζε 4,7 εκατομμύρια δολάρια το 1970, ενώ σήμερα μπορεί κάποιος να αποκτήσει έναν υπολογιστή απείρως ταχύτερο με 500 δολάρια. Να σημειωθεί ότι ο σημαντικός αποπληθωρισμός των τιμών στις βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας δεν έβλαψε αλλά, στην πραγματικότητα, διευκόλυνε την συνεχή αύξηση των κερδών τους, την παραγωγικότητα και την αποτελεσματικότητα τους. Αυτό αντικατοπτρίζεται στο γεγονός ότι το 1980 οι επιχειρήσεις υπολογιστών διέθεσαν συνολικά 490.000 υπολογιστές, το 2000 οι πωλήσεις υπερέβαιναν τις 43.000.000 μονάδες και το 2010 τις 350.000.000 μονάδες παρά το γεγονός ότι οι τιμές σε σχέση με την αύξηση της ποιότητας μειώνονταν με ταχύτατους ρυθμούς.

Μπορούμε να δηλώσουμε με βεβαιότητα ότι αυτό έχει αυξήσει την οικονομική ευημερία πάρα πολλών ανθρώπων. Σήμερα έχουμε στη διάθεση μας πρόσθετα προϊόντα που σχετίζονται ή έχουν αναπτυχθεί από τη βιομηχανία PC και τη σχετική διάρθρωση της παραγωγής (tablets, smart phones, ρομποτικά συστήματα παραγωγής, διαγνωστικά μέσα κλπ) σε όλο και χαμηλότερες τιμές με καμία βλαπτική επίδραση στις σχετικές βιομηχανίες. Οι κορυφαίες εταιρείες στον κλάδο των tablets, smartphones, όχι μόνο παρέχουν προσιτά προϊόντα, αλλά συγκεντρώνουν και αξιοσημείωτα επιχειρηματικά κέρδη.

Νομισματικές τιμές – τιμές αγαθών – τιμές χρόνου

Αν είχε λάβει γνώση των ιστορικών στατιστικών, o von Mises αναμφίβολα θα είχε κάνει καλή χρήση του παραδείγματος της πτώσης των τιμών στην υπολογιστική ισχύ από το 1965. Είναι μάλλον απίθανο για οποιονδήποτε οικονομολόγο να επιχειρήσει την παρουσίαση μιας θεωρητικής περίπτωσης σύμφωνα με την οποία ο κόσμος έγινε φτωχότερος λόγω της πτώσης των τιμών των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ποιος μηχανικός, λογιστής κλπ από τους παλαιότερους, θα εγκατέλειπε την πολλαπλών λειτουργιών, επιστημονική αριθμομηχανή ηλιακής ενέργειας των 20 ευρώ για να επιστρέψει στον αλγοριθμικό κανόνα των αναλογικών μηχανικών υπολογιστών; (Μάλλον κανένας δεν θα ήθελε να ψάχνει ξανά που στο διάολο έπρεπε να μπει εκείνη η υποδιαστολή.)

Η σταθερή πτώση των τιμών της υπολογιστικής ισχύος έχει αρχίσει τουλάχιστον από το 1910. Η υπολογιστική ταχύτητα ανά δολάριο διπλασιαζόταν κάθε τρία χρόνια (1910-1950), στη συνέχεια κάθε δύο χρόνια ( 1950-1965), αργότερα κάθε χρόνο (1966-2000) και συνεχίζεται αμείωτη. Τίποτα στην ανθρώπινη ιστορία δεν έχει αντιστοιχίσει τέτοια μείωση τιμών – αύξηση παραγωγής, με τέτοιο ρυθμό, για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Το γεγονός πως η σταθερή αύξηση της αγοραστικής καταναλωτικής δύναμης είναι συμβατή αλλά και οικονομικά συμφέρουσα για τους παραγωγούς, αναδεικνύει πως δεν είναι απαραίτητη η προσφορά χρήματος ώστε να διευκολυνθούν οι συναλλαγές. Αυτή η διαδικασία μείωσης των τιμών δεν αποτελεί ελάττωμα της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς. Αποτελεί πλεονέκτημα, όπως επισημαίνει και ο von Mises:

“Δεν πρέπει να υποτεθεί πως μια πτώση των τιμών που προκαλείται από αύξηση της παραγωγής των εμπλεκομένων προϊόντων, είναι απαραίτητα σημάδι κάποιας ανισορροπίας, η οποία μπορεί να εξαλειφθεί μόνο μέσω της αύξησης της ποσότητας χρήματος” 1

Όταν αναφερόμαστε σε αύξηση της ζήτησης για χρήμα, σημαίνει με άλλα λόγια πως υπάρχει αύξηση προσφορών έναντι χρήματος. Άνθρωποι εισέρχονται στην αγορά θέλοντας να ανταλλάξουν αγαθά και υπηρεσίες με χρήμα. Αν η προσφορά χρήματος ήταν σχετικά σταθερή, οι πωλητές θα πρέπει να προσφέρουν περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες για τα χρήματα που θέλουν να αποκτήσουν. Έτσι σε αυτή τη δημοπρασία προκύπτουν υψηλότερες προσφορές έναντι χρήματος.

«Οι υψηλότερες προσφορές έναντι χρήματος» είναι ένας άλλος τρόπος για να πούμε «χαμηλότερες προσφορές σε χρήμα.» Οι πωλητές των προϊόντων (αγοραστές χρήματος) προσφέρουν περισσότερα αγαθά στις ισχύουσες ως τότε τιμές. Οι τιμές που εκφράζονται σε χρήμα πέφτουν = οι τιμές που εκφράζονται σε αγαθά ανεβαίνουν. Έχουμε περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες διαθέσιμα για αγορά. Αυτό, για τους καταναλωτές (πωλητές χρήματος), σημαίνει πως υπάρχει αύξηση των διαθέσιμων επιλογών ανά μονάδα νομίσματος στις νεότερες, χαμηλότερες τιμές. Πιθανώς ο καλύτερος ορισμός της “αύξησης του πλούτου” να είναι η “αύξηση των επιλογών.” :

“Μια τέτοια πτώση των τιμών δεν περιορίζει ούτε στο ελάχιστο τα οφέλη που απορρέουν από τον πρόσθετο πλούτο που παράγεται” 2

Αυτό δεν είναι αποπληθωρισμός, όπως το όρισε αργότερα στην καριέρα του ο Αυστριακός οικονομολόγος. Πρόκειται για ανταγωνισμό τιμών ανάμεσα σε νομισματικές μονάδες και μονάδες αγαθών και υπηρεσιών.

Αντιφάσεις στη σύγχρονη οικονομική σκέψη

Οι οικονομολόγοι ορίζουν την σπανιότητα ως “μια υπέρβαση της ζήτησης έναντι της προσφοράς, σε μηδενική τιμή.» Μας διαβεβαιώνουν πως ο στόχος της παραγωγής, είναι να αυξηθεί η κατανάλωση. Με άλλα λόγια, ο στόχος είναι να μειωθεί η σπανιότητα. Η διαφορετικά, ο στόχος είναι να προσεγγίσουμε μηδενική τιμή ως όριο για όλους τους σπάνιους οικονομικούς πόρους. Ο στόχος της παραγωγής, κοντολογίς, είναι να επιτευχθεί διαρκής πτώση των τιμών.

Ωστόσο, μόνο ο von Mises και οι μαθητές του υπερασπίστηκαν την περίπτωση μιας ελεύθερα διαμορφωμένης νομισματικής τάξης, συνδυασμένης με την καπιταλιστική παραγωγικότητα: την πτώση δηλαδή των τιμών. Υπό αυτή την έννοια, θα λέγαμε πως οι “αυστριακοί” είναι οι πραγματικοί μακρο-οικονομολόγοι. Η θεωρία της αυτόνομης ( «ενδογενούς») επιχειρηματικής διαδικασίας, συνάδει με τη θεωρία τους για ένα ολοκληρωμένο, συνεκτικό αποτέλεσμα ελεύθερης οικονομίας. Η αγορά δεν απαιτεί παρέμβαση από κρατικούς οικονομικούς σχεδιαστές και, ειδικά, από τον αδειοδοτημένο εξ αυτών μονοπωλιακό οργανισμό της κεντρικής τράπεζας. Προϋπόθεση ελεύθερης αγοράς, αποτελεί συνεπώς και η ελεύθερη αγορά παραγωγής και εμπορίας χρήματος.

Όλες οι υπόλοιπες σχολές οικονομικής θεωρίας, προτείνουν τον νομισματικό πληθωρισμό ως τον μόνο τρόπο για να ξεπεραστεί η αυξημένη έκβαση της παραγωγικότητας στην μακροοικονομία που έχει ως αποτέλεσμα την μείωση των τιμών. Προτείνουν δηλαδή την διαρκή αύξηση των τιμών. Παράλληλα όμως, διακηρύσσουν ως στόχο της παραγωγής σε μικροοικονομικό επίπεδο, την πτώση των… τιμών. Οι αντιφάσεις που προκύπτουν στην θεωρία τους είναι πραγματικά εντυπωσιακές.

Κανένας από αυτούς δεν εμπιστεύεται την ελεύθερη αγορά στον τομέα της νομισματικής πολιτικής.

Δεν πιστεύουν ότι η ελεύθερη αγορά, ενδογενώς, μπορεί να παρέχει τη σωστή ποσότητα χρημάτων για να πραγματοποιούνται οικειοθελείς συναλλαγές. Βλέπουν την μακροοικονομία, ουσιαστικά, ασυμβίβαστη με την μικροοικονομία. Θέλουν τον “μεγάλο αδερφό” και την κεντρική τράπεζα να προμηθεύουν “επιστημονικά” με χρήμα την οικονομία, ώστε να λειτουργήσει “σωστά” η διαδικασία τιμολόγησης της αγοράς. Αυτό ισχύει και για τους κεϋνσιανούς και τους μονεταριστές, και τους οικονομολόγους “της προσφοράς”.

Ελεύθερη αγορά χρήματος vs Πολιτικού χρήματος

Εφόσον αυξάνεται η παραγωγική αποτελεσματικότητα και συνεπώς οι πόροι σε μια ελεύθερη αγορά (και η προσφορά χρήματος είναι σχετικά σταθερή), τότε οι τιμές θα πέσουν. Τιμή εκκαθάρισης της αγοράς είναι η τιμή που επιτρέπει μια πώληση στην οποία δεν υπάρχουν περαιτέρω αγοραστές ή πωλητές. Συνεπώς η υψηλότερη προσφορά κερδίζει. Όταν η παραγωγή αυξάνεται, οι αγοραστές χρήματος (πωλητές αγαθών) αυξάνουν την προσφορά παρέχοντας περισσότερα εμπορεύματα στην παλιά ισχύουσα τιμή. Αυτός είναι ένας άλλος τρόπος για να πούμε πως οι τιμές που εκφράζονται σε χρήματα πέφτουν, ή τουλάχιστον δεν αυξάνονται τόσο, όσο θα συνέβαινε αν δεν είχε υπάρξει αύξηση της ποσότητας των αγαθών και των υπηρεσιών που προσφέρονται προς πώληση.

Ο von Mises περιγράφει αυτή τη διαδικασία το 1951, στο δοκίμιο με τίτλο, “The principle of sound money«.

Αναφέρεται σε μια γενική τάση των τιμών των χρημάτων και των ονομαστικών μισθών (όχι της αγοραστικής δύναμης) να πέφτουν. Αυτό δεν είναι αποπληθωρισμός, τον οποίο ο von Mises ορίζει ως μια μείωση στην ποσότητα του χρήματος, των χαρτονομισμάτων σε κυκλοφορία και της ποσότητας των τραπεζικών καταθέσεων που υπόκεινται σε χρήση μέσω πιστωτικών μέσων (και πλαστικού χρήματος σήμερα). Ο ανταγωνισμός των τιμών δεν είναι ο αποπληθωρισμός. Σε μια ελεύθερη αγορά, δεν μπορούν να υπάρξουν είτε σταθερές τιμές είτε σταθερά χρήματα. Οι προϋποθέσεις της προσφοράς και της ζήτησης αλλάζουν διαρκώς, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπινων διαχρονικών προτιμήσεων κατανάλωσης και αποταμίευσης και των υποκειμενικών τους αξιολογήσεων.

Μπορεί να υπάρξει μια συντονισμένη σταθερή προσφορά χρήματος ελεύθερης αγοράς. Το αν οι τιμές σε γενικές γραμμές βρίσκονται σε άνοδο ή πτώση, ή το ποιες συγκεκριμένα τιμές αυξάνονται ή πέφτουν, καθορίζεται από τον συνδυασμό της παραγωγικότητας των συμμετεχόντων στην οικονομία τις χρονικές προτιμήσεις κατανάλωσης – αποταμίευσης και την ζήτησή για χρήματα. Εάν οι τιμές πέφτουν σε μια παραγωγική οικονομία με χρήματα ελεύθερης αγοράς, τότε ο στόχος της σταθερότητας των τιμών μπορεί να επιτευχθεί με την ανακατανομή των κεφαλαιακών πόρων, τις εκκαθαρίσεις και την παροδική αύξηση της κατανάλωσης.

Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να επιτραπεί στην αγορά να παράγει το συναλλακτικό της μέσο, όπως ακριβώς κάνει και με κάθε άλλο προϊόν.

***

 

 

  1. von Mises – Human Action, σελ. 428.
  2. von Mises – Human action σελ. 428