Πώς η Δημοκρατία θα καταρρεύσει υπό το ίδιο της το βάρος

0
120
Δημοκρατία

Πάντα, κατά μέσο όρο, μία δημοκρατία θα τείνει προς τον σοσιαλισμό: οποιαδήποτε εμπόδια τίθενται θα είναι προσωρινά και ευκαιριακά

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Η οικονομική ανάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος δεν έχει μείνει εκτός της πραξεολογικής μεθόδου της Αυστριακής σχολής, δίνοντας μάλιστα βάρος και στις κοινωνιολογικές επιπτώσεις του. Ο Hans-Hermann Hoppe έχοντας κάνει τη διάκριση ανάμεσα στην ιδιωτική διακυβέρνηση (απόλυτη μοναρχία – κατ’ αποκλειστικότητα διακυβέρνηση ενός ατόμου) και στη δημόσια (δημοκρατία – ο καθένας μπορεί να κυβερνήσει με κάποιον τρόπο) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μετάβαση από τη μοναρχία στη δημοκρατία δεν αποτελεί ούτε πολιτισμική αλλά ούτε και οικονομική πρόοδο λόγω της τάσης της δεύτερης να ευνοεί την διακυβέρνηση της υψηλής χρονικής προτίμησης, της επικέντρωσης στο παρόν, έναντι της διορατικότητας και εγκράτειας. Στην πραγματικότητα η δημοκρατία είναι ένα αυτοκαταστροφικό πολίτευμα, που οδηγεί στην αυξημένη κατανάλωση κεφαλαίου και αποταμιεύσεων, καθώς και σε έντονες κοινωνικές συγκρούσεις.

Παρόλο που η ανάλυση του Hoppe είναι σωστή, δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στη χρονική προτίμηση των αρχόντων στο εκάστοτε πολίτευμα. Σε αυτό το άρθρο θα πραγματοποιήσουμε την ίδια ανάλυση, αλλά από την άποψη των υπηκόων στα δημοκρατικά κράτη. Πρώτα όμως, οφείλω να δώσω ένα σαφές περίγραμμα της θεωρίας πάνω στην οποία θα βασίσω την επιχειρηματολογία μου, έπειτα θα εφαρμόσω τα πορίσματα στην πραγματικότητα, και δη στην Ελληνική πραγματικότητα, η οποία μας αφορά και περισσότερο.

H θεωρία – Η χρονική προτίμηση

Με τη δράση τους τα άτομα σε διαφορετικούς βαθμούς προσπαθούν να αντικαταστήσουν συνθήκες μικρότερης ικανοποίησης με συνθήκες μεγαλύτερης, δηλαδή προτιμούν περισσότερα ή ποιοτικότερα αγαθά από ότι λιγότερα ή υποδεέστερης ποιότητας και γενικά αποσκοπούν στη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους πάντα σύμφωνα με τις αξιακές προτιμήσεις τους. Επίσης, σε διαφορετικό βαθμό, το κάθε άτομο αναλογίζεται πότε στο μέλλον θα μπορέσει να αποκτήσει αυτά τα αγαθά, με άλλα λόγια το χρονικό διάστημα που απαιτείται μέχρι την απόκτησή τους. Λαμβάνει υπόψη και την αντοχή τους στο χρόνο όσον αφορά την χρήση τους. Επομένως, επιδεικνύει μία οικουμενική προτίμηση για όσο το δυνατόν πιο παρόντα αγαθά καθώς και για αγαθά περισσότερο ανθεκτικά από ότι λιγότερο ανθεκτικά.1

Κάθε οικονομικός δρων χρειάζεται κάποιον χρόνο για να πετύχει τον σκοπό του και, εφόσον κάθε άνθρωπος κατά τη διάρκεια που εργάζεται ως προς αυτόν τον σκοπό, οφείλει να καταναλώνει κάτι για να ζήσει, ο χρόνος είναι πάντοτε πεπερασμένος. Επομένως, ceteris paribus, τα παρόντα έναντι των μελλοντικών αγαθών είναι, και πρέπει να είναι σε διαφορετικό βαθμό, πιο πολύτιμα από τα μελλοντικά ή πιο απομακρυσμένα στον χρόνο αγαθά. Στην πραγματικότητα, εάν ο άνθρωπος δεν περιορίζονταν από την χρονική του προτίμηση και, εάν ο μόνος του περιορισμός αφορούσε την προτίμηση περισσότερων ή ποιοτικότερων αγαθών έναντι λιγότερων ή υποδεέστερων, θα διάλεγε πάντα εκείνες τις διαδικασίες παραγωγής που παρήγαγαν το μεγαλύτερο ή ποιοτικότερο ποσό αγαθών ανά μονάδα συντελεστή παραγωγής, ανεξαρτήτως από το μήκος χρόνου που θα απαιτούταν, ώστε αυτές οι μέθοδοι να αποδώσουν καρπούς. Θα αποταμίευε συνεχώς χωρίς να καταναλώνει. Για παράδειγμα, αντί ο Ροβινσώνας Κρούσος να φτιάξει αρχικά ένα πρόχειρο δίχτυ για να πιάνει ψάρια, θα περίμενε τόσο, ώστε να μπορέσει να κατασκευάσει ένα αλιευτικό τάνκερ για να ψαρεύει τον μέγιστο αριθμό ψαριών που ήταν δυνατός. Το ότι κανένας, συμπεριλαμβανομένου και του Κρούσου δεν μπορεί να πράξει με αυτόν τον τρόπο, δείχνει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί παρά να εκτιμά «χρονικά διαστήματα διαφορετικού μήκους με διαφορετικούς τρόπους σύμφωνα με το αν αυτά βρίσκονται πιο μακριά ή πιο κοντά από το σημείο κατά το οποίο ο δρων έλαβε μία απόφαση. Αυτό που περιορίζει το ποσοστό αποταμίευσης και επένδυσης λοιπόν είναι η χρονική προτίμηση».2

Ο βαθμός της χρονικής προτίμησης, ο οποίος είναι (και μπορεί να είναι) διαφορετικός από άτομο σε άτομο, από το ένα χρονικό σημείο στο επόμενο, δεν μπορεί παρά να είναι πάντα θετικός για όλους μας. Αν ήταν αρνητικός, αυτό θα σήμαινε ότι εκτιμούμε τα μελλοντικά αγαθά παραπάνω από τα παρόντα αγαθά. Δεν θα καταναλώναμε ποτέ παρά μόνο θα αποταμιεύαμε. Κάτι τέτοιο είναι άτοπο, καθώς θα οδηγούμασταν γρήγορα στον αφανισμό του ανθρώπινου είδους λόγω του ότι θα απείχαμε από την παρούσα κατανάλωση, αλλά ποτέ δεν θα φτάναμε σε σημείο να παράξουμε και να καταναλώσουμε κάτι στο μέλλον.

Η ίδια ανάλυση μπορεί να χρησιμοποιηθεί γενικά για την απόκτηση εισοδήματος. Τα άτομα, περιορισμένα από την οικουμενική κατηγορική συνθήκη του χρόνου και της χρονικής προτίμησης, θα προτιμούν τις μεθόδους απόκτησης εισοδήματος εκείνες που τους επιτρέπουν ταχύτερη και αποτελεσματικότερη/μεγαλύτερη συγκέντρωσή του. Τηρουμένων των αναλογιών, συντομότερες και αποτελεσματικότερες μέθοδοι θα προτιμώνται έναντι πιο χρονικά απομακρυσμένων και λιγότερο αποτελεσματικών. Οι πιο χρονικά απομακρυσμένες μέθοδοι αλλά περισσότερο αποτελεσματικές θα προτιμώνται εφόσον το άτομο διαθέτει τέτοια χρονική προτίμηση για τα μελλοντικά έναντι των παρόντων αγαθών, ώστε να είναι πρόθυμο να απέχει από την παρούσα κατανάλωση αναμένοντας τα αποτελέσματα της μεθόδου στο μέλλον. Το συμπέρασμα αυτού του μέρους της θεωρίας είναι ότι τα άτομα σε διαφορετικούς βαθμούς θα προτιμούν περισσότερο εισόδημα στο τώρα, παρά στο μέλλον.

Η θεωρία – Η αντι-ωφέλεια της εργασίας

Κάθε πράξη παραγωγής, σε κάποιο στάδιό της θα ενέχει αναγκαστικά και τη δαπάνη εργασίας. Τα άτομα θα δαπανήσουν τόση εργασίας (σε ώρες) όση θεωρούν ότι θα αποφέρει το εισόδημα που επιθυμούν. Κάθε ώρα παραπάνω εργασίας που αφιερώνεται υπάγεται στον νόμο της οριακής ωφέλειας, ήτοι ότι θα αντληθεί μεγαλύτερο όφελος από αυτή αλλά μικρότερο από το διπλάσιο της προηγούμενης ώρας (αν ίσχυε το αντίθετο θα δουλεύαμε για άπειρες ώρες). Ένα άτομο θα εργαστεί παραπάνω, εάν υπολογίζει ότι το όφελος που θα εισπράξει θα είναι μεγαλύτερο από το αν χρησιμοποιούσε αυτόν τον χρόνο για να κάνει κάτι άλλο.

Η εργασία έρχεται πάντα με κόστος την ανάπαυση (ή ψυχαγωγία, leisure), δηλαδή μία εναλλακτική δραστηριότητα (ή καμία δραστηριότητα), η οποία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αντί της εργασίας. Έτσι λοιπόν, η εργασία προτιμάται μόνο όταν η εναλλακτική χρήση του χρόνου δεν θεωρείται αρκετά επωφελής. Η ανάπαυση όπως και η εργασία αποτελεί αγαθό υποκείμενο στον νόμο της οριακής ωφέλειας. Κάποια στιγμή η επιπλέον ωφέλεια από μία ώρα παραπάνω ανάπαυσης δεν έχει καμία αξία για το άτομο. Τηρουμένων των αναλογιών όμως, η ανάπαυση είναι μία κατάσταση πιο ευχάριστη σε σχέση με την εργασία που απαιτεί κόπο, κούραση, άγχος κ.ο.κ. το άτομο θα επιλέγει την ανάπαυση έναντι της εργασίας, αν μπορεί να έχει τα ίδια αποτελέσματα. Προτιμούμε να δουλεύουμε λιγότερο και να κερδίζουμε περισσότερα. Αυτό οφείλουμε να κρατήσουμε από την ανάλυση αυτή.3

Κράτος και αναδιανομή

Καιρός να αναλύσουμε και τη λειτουργία του κράτους. Το κράτος είναι ο μονοπωλιακός μηχανισμός νόμιμης βίας και απόδοσης δικαιοσύνης και φορολογίας εντός συγκεκριμένων συνόρων. Η λειτουργία του και μόνο είναι αναδιανεμητική. Δεν καταβάλουν όλοι οι πολίτες του τα ίδια απόλυτα ποσά φόρων, εντούτοις κάποιοι λαμβάνουν περισσότερες και κάποιοι λιγότερες υπηρεσίες από αυτές που πληρώνουν. Για παράδειγμα πολίτες που είναι απαλλαγμένοι από τη φορολογική επιβάρυνση συνεχίζουν να λαμβάνουν τις κρατικές παροχές (δρόμους, εκπαίδευση κ.ο.κ.). Πιο πλούσιοι πολίτες μπορεί να μην χρησιμοποιούν δημόσιες δομές, αλλά πληρώνουν όπως και να έχει για να τις λαμβάνουν άλλοι. Στην πραγματικότητα το κράτος από την πρώτη στιγμή που θα εμφανιστεί εν μέσω της αγοράς αποτελεί μία εστία σοσιαλισμού εν μέσω καπιταλισμού, μία θεσμική δηλαδή επίθεση κατά των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων των ατόμων επί των εισοδημάτων και της περιουσίας τους, μία δύναμη αναδιανομής.

Δυνητικά, ένα κράτος μπορεί να εξαντλήσει όλον τον πλούτο μίας κοινωνίας απαλλοτριώνοντας τον και δαπανώντας τον όπου αυτό επιθυμεί. Ένα κράτος υπό μοναρχία, ενώ θα μπορούσε να κάνει το ίδιο, εφόσον οι υπήκοοι γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να λάβουν μέρος αποσπώντας χρήματα από το φορολογικό πλιάτσικο, τηρουμένων των αναλογιών, δεν έχει τις ίδιες δυνατότητες απαλλοτρίωσης καθώς η οργή των υπηκόων θα αποτελέσει σύντομα και το σημείο θανάτου του θεσμού. Τα πράγματα όμως είναι διαφορετικά σε ένα δημοκρατικό κράτος.

Κράτος, δημοκρατία και αναδιανομή

Αντιθέτως, σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα ο καθένας που νομίμως μπορεί να ψηφίσει έχει λόγο πάνω στη λειτουργία του κράτους μέσω του κόμματος που επιλέγει να τον εκπροσωπήσει στη Βουλή. Σε αντίθεση με τη μοναρχία, όπου η εξουσία ήταν προνόμιο ενός ή μίας ομάδας ατόμων, πλέον η εξουσία είναι θεωρητικά δικαίωμα όλων: ο καθένας μπορεί να κυβερνήσει ή να επηρεάσει την κυβέρνηση δια της ψήφου. Ο αναδιανεμητικός χαρακτήρας του κράτους δεν παύει να υφίσταται σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα. Αντιθέτως, πλέον μπορεί και αποκτά κατεύθυνση με βάση τη λαϊκή βούληση (την πλειοψηφία).

Σε αυτό το σημείο, κάνω έκκληση στον αναγνώστη να λάβει υπόψη τα θεωρητικά στοιχεία που διαπιστώσαμε παραπάνω τηρουμένων των αναλογιών: 1) ότι προτιμούμε τα παρόντα έναντι των μελλοντικών αγαθών και 2) ότι προτιμούμε να εργαζόμαστε λιγότερο και να κερδίζουμε περισσότερα. Επιπλέον, τον καλώ να συνδέσει αυτά τα στοιχεία με τη δυνατότητα που υπάρχει σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα να κατευθύνεται η αναδιανομή εκεί όπου η πλειοψηφία επιθυμεί.

Δεδομένων των παραπάνω, η τάση των ψηφοφόρων θα είναι προς μεγαλύτερη αναδιανομή (άρα μεγαλύτερη φορολογία). Η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν έχει χαμηλή χρονική προτίμηση. Εάν κάτι τέτοιο ήταν αληθές, οι περισσότεροι θα γινόμασταν επιχειρηματίες και θα επενδύαμε σε κεφάλαιο, δηλαδή θα θυσιάζαμε παρούσα κατανάλωση προς αναμονή για μεγαλύτερη κατανάλωση-εισόδημα στο μέλλον. Μόνο μία μικρή μειοψηφία ανθρώπων διακατέχονται από χαμηλή χρονική προτίμηση, τέτοια, ώστε να γίνεται η συγκεκριμένη θυσία οδηγώντας την κοινωνία σε μεγαλύτερο κεφαλαιακό απόθεμα και μεγαλύτερη παραγωγικότητα.

Η πλειοψηφία της κοινωνίας διακατέχεται από υψηλότερη χρονική προτίμηση, δεν θυσιάζει τόση κατανάλωση εις βάρος μίας επένδυσης και δεν έχει χρονικό ορίζοντα τέτοιον, ώστε να υπολογίζει τις επιπτώσεις των επιλογών της σε βάθος χρόνου, πόσο μάλλον πέραν της τετραετίας διακυβέρνησης ενός κόμματος. Αυτό τείνει να ωθεί και τους ανθρώπους με χαμηλότερη χρονική προτίμηση προς υψηλότερη. Αναμένοντας το φορολογικό πλιάτσικο επιβεβλημένο από την πλειοψηφία, θα επιχειρήσουν να πιέσουν το κράτος για προνόμια (επιδοτήσεις, δασμούς κ.ο.κ.) γνωρίζοντας ότι έτσι θα εξασφαλίσουν μεγαλύτερη κέρδος σε μικρότερο χρόνο με μικρότερη προσπάθεια, απλά για τον λόγο του ότι μπορεί στο μέλλον η φορολογία να αυξηθεί τόσο ώστε τα εισοδήματά τους να μειωθούν.

Η αναδιανομή επίσης εξυπηρετεί και στην απόκτηση εισοδήματος χωρίς την καταβολή παραγωγικής εργασίας εκ μέρους του ατόμου. Μέσω των κρατικών προγραμμάτων στήριξης και της κοινωνικής ασφάλισης κάποιος μπορεί να αποκτήσει εισόδημα χωρίς να έχει παραγάγει τίποτα εις βάρος όλων των παραγωγών αγαθών και υπηρεσιών. Στη χώρα μας, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης είναι ενδεικτικό τόσο της τάσης των ανθρώπων να το στηρίζουν λόγω της εισοδηματικής απολαβής άνευ παραγωγής (στον βαθμό που αναδιανέμει τις εισφορές), αλλά και της τάσης των ανθρώπων να μην έχουν μακρινό χρονικό ορίζοντα στον βαθμό που το σύστημα αυτό μπορεί να αποδίδει πληρωμές στον παρόντα πληθυσμό δημιουργώντας χρέος προς τον μελλοντικό παραγωγικό πληθυσμό. Χρέος που θα πληρωθεί μέσω των φόρων του τελευταίου.

Συνέπειες

Με βάση την παραπάνω ανάλυση, τρία πράγματα αναμένουμε από ένα δημοκρατικό πολίτευμα: 1) αύξηση του κρατισμού και της φορολογίας, ώστε να αποκτά το κράτος πρόσβαση σε μεγαλύτερα έσοδα για αναδιανομή, μαζί με περισσότερες ρυθμιστικές παρεμβάσεις στην αγορά, 2) κατανάλωση κεφαλαίου και αποταμιεύσεων λόγω της συνολικής ανόδου της χρονικής προτίμησης του πληθυσμού και 3) μεγαλύτερο πληθωρισμό από το σύστημα κεντρικών τραπεζών, ώστε να χρηματοδοτούνται τα ελλείμματα των κρατών και να διατηρείται ο λεβιάθαν εν ζωή, αλλά και να αποσπώνται αγαθά από την αγορά.

Το πρόβλημα, εδώ, θα ενίστατο κάποιος, είναι καθαρά θέμα παιδείας, δηλαδή εκπαίδευσης των ψηφοφόρων προς επιμήκυνση του χρονικού τους ορίζοντα και καλλιέργεια της νοοτροπίας της αποταμίευσης και εγκράτειας, ίσως και κάποια εκπαίδευση πάνω στα οικονομικά κ.ο.κ. Ισχυρίζομαι ότι κάτι τέτοιο είναι εντελώς εσφαλμένο και ότι η επίκληση στη «σωστή» εκπαίδευση και παιδεία αποτελεί μεγάλη πλάνη. Το σφάλμα έγκειται στο γεγονός ότι η χρονική προτίμηση αποτελεί κατηγορία της ανθρώπινης δράσης, ένα απαράλλαχτο και αιώνιο φαινόμενο.

Πάντα οι άνθρωποι θα προτιμούν περισσότερο τα παρόντα από τα μελλοντικά αγαθά, τηρουμένων πάντα των αναλογιών. Οποιαδήποτε παραγωγική (ή μη παραγωγική) μέθοδος θα προτιμηθεί που επιτυγχάνει μεγαλύτερο εισόδημα στο παρόν παρά το ίδιο εισόδημα στο μέλλον. Η κρατική αναδιανομή θα προτιμάται από τη συγκριτική πλειοψηφία των ανθρώπων και, εφόσον η πλειοψηφία έχει τον έλεγχο στο δημοκρατικό πολίτευμα, η αναδιανομή θα αποτελεί πάντα ένα συστατικό των δημοκρατικών κρατών. Το ότι η δημοκρατία «πάσχει» δεν είναι αποτέλεσμα ενός απαίδευτου και ανήθικου πληθυσμού: είναι αποτέλεσμα της ίδιας της φύσης του ανθρώπου ως προς τη δράση του.

Τώρα, οποιαδήποτε τάση υπάρχει για αλλαγή του οικονομικού συστήματος (δείτε για παράδειγμα τις μεταρρυθμίσεις στις χώρες της βαλτικής) θα αποτελεί αντιδραστικό κίνημα στην καλύτερη περίπτωση και δεν θα έχει διάρκεια τέτοια, ώστε να συντηρηθεί, λόγω των κινήτρων που δημιουργούνται σε αυτό το πολίτευμα. Πάντα, κατά μέσο όρο, μία δημοκρατία θα τείνει προς τον σοσιαλισμό: οποιαδήποτε εμπόδια τίθενται θα είναι προσωρινά και ευκαιριακά.

Κλείνοντας

Καθώς ο πλούτος εξαντλείται, κοινωνικές ομάδες που βασίζονταν στην αναδιανομή θα αρχίσουν να εξεγείρονται, ενώ οι ομάδες-θύματα της αναδιανομής θα δείχνουν ολοένα και πιο αντικοινωνικό πρόσωπο. Η κοινωνική σύγκρουση θα είναι αναπόφευκτη. Δεδομένης της τάσης του κράτους να αυξάνεται και ενώ η λύση θα μπορούσε να δοθεί παύοντας την αναδιανομή, η κρατική παρέμβαση θα συνεχίσει να κάνει τα πράγματα χειρότερα. Η κοινωνική συνοχή θα τραυματιστεί και εν τέλει καταστάσεις που ευνοούν απολυταρχικές και ψυχικά διαταραγμένες προσωπικότητες στην άνοδο στην εξουσία θα οδηγήσουν σε μεγαλύτερο κλοιό ενάντια στις ατομικές ελευθερίες. Από εκεί και πέρα η δημοκρατία θα αποτελεί μία χαρωπή ανάμνηση, ένα σύστημα καλύτερο από αυτό που θα επικρατήσει. Ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως από που πηγάζουν οι δυναμικές που κατασκευάζουν αυτές τις συνθήκες παρακμής. Καιρός να σκεφτούμε και την περίπτωση άλλων πολιτευμάτων ή και καθόλου πολιτεύματος.

***

Ο Μιχάλης Γκουντής είναι φιλελεύθερος αναρχοκαπιταλιστής, ανεξάρτητος αναλυτής της Αυστριακής Σχολής οικονομικών. Εργάζεται επί του παρόντος ως εκπαιδευτικός για παιδιά με ειδικές ανάγκες.

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1. Σχετικά με αυτό μπορείτε να δείτε Ludwig von Mises, Human Action (1949) κεφ. 18 και 19, καθώς και Murray N. Rothbard, Man economy and state (1962) κεφ. 6
  2. Ludwig von Mises, Human Action, σελ. 483 και 491.
  3. Δείτε περεταίρω, Ludwig von Mises, Socialism An Economic and Sociological Analysis (1962), σελ. 163-173