Πώς η βιομηχανική επανάσταση βελτίωσε τη ζωή των εργαζομένων και των οικογενειών τους

0
109
Βιομηχανική επανάσταση
Η βιομηχανική επανάσταση έχει γίνει μια επιτυχημένη πολεμική κραυγή για τους πολέμιους του καπιταλισμού. Το φάντασμα της φτώχειας και της δυστυχίας της εργατικής τάξης κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης υπήρξε και παραμένει μια σημαντική δικαιολογία για την κυβερνητική παρέμβαση στις κοινωνικές και οικονομικές υποθέσεις

Η βιομηχανική επανάσταση έχει γίνει μια επιτυχημένη πολεμική κραυγή για τους πολέμιους του καπιταλισμού. Το φάντασμα της φτώχειας και της δυστυχίας της εργατικής τάξης κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης υπήρξε και παραμένει μια σημαντική δικαιολογία για την κυβερνητική παρέμβαση στις κοινωνικές και οικονομικές υποθέσεις

του John Majewski
Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής

Εισαγωγή

Από τότε που ξεκίνησε πριν από περίπου δύο αιώνες, η βιομηχανική επανάσταση απασχόλησε έναν τεράστιο αριθμό ιστορικών και οικονομολόγων. Μια εποχή σχετικού laissez-faire, η περίοδος 1760-1850 είναι για πολλούς ακαδημαϊκούς το κλειδί για την απελευθέρωση των μυστικών της οικονομικής ανάπτυξης, της τεχνολογικής αλλαγής και της οικονομικής εξέλιξης. Όμως, για τους υπερασπιστές της κλασσικής φιλελεύθερης παράδοσης της ελεύθερης αγοράς, η βιομηχανική επανάσταση είναι σημαντική για πιο «πονηρούς» λόγους. Οι συγγραφείς όπως ο Dickens, ο Engels και ο Hammonds έχουν κάνει τους όρους βιομηχανική επανάσταση και καπιταλισμός συνώνυμους με την υποβάθμιση της εργατικής τάξης. Οι δυσμενείς ερμηνείες της βιομηχανικής επανάστασης οδήγησαν στη λαϊκή αποδοχή των όσων ο R.M. Hartwell ορίζει την «θεωρία της φτωχοποίησης» – την πεποίθηση ότι ο ανεξέλεγκτος καπιταλισμός έκανε τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχού φτωχότερους κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης (Hartwell, 1974). Για το ευρύ κοινό, οι φρίκες της βιομηχανικής επανάστασης αποδεικνύουν τη φρίκη του καπιταλισμού.

Αλλά δεν είναι μόνο οι απλοί άνθρωποι που αντιλαμβάνονται τη βιομηχανική επανάσταση με όρους «σκοτεινών και σατανικών βιομηχανιών». Μια σύντομη ματιά σε σχεδόν σε οποιαδήποτε πανεπιστημιακά και αγγλικά ιστορικά εγχειρίδια αποκαλύπτει ότι οι περισσότεροι ακαδημαϊκοί που δεν μελετούν ειδικά τη βιομηχανική επανάσταση αποδέχονται χωρίς επιφυλάξεις την άποψη ότι καπιταλισμός οδήγησε σε επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης για την εργατική τάξη. Για παράδειγμα, ένα κείμενο που χρησιμοποιείται συνήθως σε μαθήματα βρετανικής λογοτεχνίας των κολεγίων περιγράφει τη βιομηχανική επανάσταση με αυτούς τους όρους:

«Για τη μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης τα αποτελέσματα της πολιτικής (laissez faire) ήταν ανεπαρκείς μισθοί, μακρόχρονες ώρες εργασίας υπό δύσκολες συνθήκες και η μεγάλης κλίμακας απασχόληση γυναικών και παιδιών για εργασίες που κατέστρεφαν το σώμα και την ψυχή. Οι εκθέσεις από τις εξεταστικές επιτροπές για τα ανθρακωρυχεία βρήκαν κορίτσια και αγόρια ηλικίας δέκα ή ακόμη και πέντε ετών, τα οποία χρησιμοποιούνταν σε βαριά έλκηθρα άνθρακα, τα οποία και έσερναν με τα χέρια και τα γόνατά τους…(Norton Anthology, σελ. 3)».

 

Αυτή η σκληρή ερμηνεία της βιομηχανικής επανάστασης επηρέασε άμεσα τη δημόσια πολιτική. Η βιομηχανική επανάσταση έχει γίνει μια επιτυχημένη πολεμική κραυγή για τους πολέμιους του καπιταλισμού. Το φάντασμα της φτώχειας και της δυστυχίας της εργατικής τάξης κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης υπήρξε και παραμένει μια σημαντική δικαιολογία για την κυβερνητική παρέμβαση στις κοινωνικές και οικονομικές υποθέσεις. Ένας τεράστιος όγκος νομοθεσίας, από τον βασικό μισθό μέχρι τους αντιμονοπωλιακούς νόμους, οφείλεται στην ύπαρξη της αντικαπιταλιστικής νοοτροπίας που δημιουργούν οι δυσμενείς απόψεις της βιομηχανικής επανάστασης. Όπως επισημαίνει ο ίδιος ο F. A. Hayek, η βιομηχανική επανάσταση που απεικονίζεται από τους επικριτές είναι ο

«υπέρτατος μύθος που περισσότερο από κάθε άλλο χρησίμευσε για να δυσφημίσει το οικονομικό σύστημα στο οποίο οφείλουμε τον σύγχρονο πολιτισμό μας» (Hayek, σελ. 9-10).

 

Αυτή η εργασία θα προσπαθήσει να δείξει ότι οι δυσμενείς ερμηνείες, όσο δημοφιλείς και να είναι, είναι αβάσιμες. Θα υποστηριχθεί ότι το ποσοτικό (υλικό) βιοτικό επίπεδο βελτιώθηκε καθώς οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν, ενώ τα μειωμένα ποσοστά θνησιμότητας δείχνουν ότι βελτιώθηκε επίσης το ποιοτικό (κοινωνιολογικό) βιοτικό επίπεδο. Αν και υπήρξε σημαντική κοινωνική και οικονομική αναστάτωση καθ’ όλη τη διάρκεια της επανάστασης, το παρόν δοκίμιο θα προσπαθήσει να δείξει ότι αυτά τα προβλήματα προκλήθηκαν από διάφορες κυβερνητικές παρεμβάσεις, ιδιαίτερα από τους Ναπολεόντειους πολέμους. Αντί να είναι αιτία δυστυχίας και απόγνωσης, καταλήγει αυτό το δοκίμιο, ο καπιταλισμός στις αρχές του 19ου αιώνα βελτίωσε το βιοτικό επίπεδο και έθεσε το σκηνικό για τις σύγχρονες ανέσεις που απολαμβάνουμε σήμερα.

Αύξηση στους πραγματικούς μισθούς

Όπως προαναφέρθηκε, η δυσμενείς περίπτωση είναι ευρέως αποδεκτή τόσο από το ευρύ κοινό όσο και από τον ακαδημαϊκό κόσμο. Ωστόσο, είναι δίκαιο να πούμε ότι η πλειοψηφία των σύγχρονων οικονομικών ιστορικών που μελετούν τη βιομηχανική επανάσταση πιστεύει ότι σημειώθηκε τουλάχιστον μια μικρή αύξηση στο υλικό επίπεδο διαβίωσης. Από την εισαγωγή αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων στο έργο του Sir John Clapham «An Economic History of Modern Britain» του 1926, έχει γίνει όλο και πιο προφανές ότι οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν. Τα αποδεικτικά στοιχεία είναι πλέον τόσο πειστικά, ώστε ένας ιστορικός δήλωσε με βεβαιότητα ότι «αν δεν ανακαλυφθούν νέα σφάλματα, η συζήτηση για τους πραγματικούς μισθούς στις αρχές του 19ου αιώνα τελειώνει: ο μέσος εργαζόμενος ήταν πολύ καλύτερα σε κάθε δεκαετία ξεκινώντας τη δεκαετία του 1830, πριν από το 1820″(Williamson, σελ. 18).

Τα αποδεικτικά στοιχεία δικαιολογούν αυτή την σιγουριά. Παρόλο που οι χρηματικοί μσθοί παρέμειναν σταθεροί, οι τιμές των βιομηχανοποιημένων και αγροτικών αγαθών κατέρρευσαν, καθώς οι επιχειρηματίες αγωνίστηκαν να παραδώσουν στους καταναλωτές αγαθά και υπηρεσίες χαμηλού κόστους (Hartwell, 1971, σελ. 326-27). Αν και η έκταση της αύξησης των πραγματικών μισθών συζητείται έντονα, οι πιο πρόσφατες ενδείξεις δείχνουν ότι οι πραγματικοί μισθοί των εργατών διπλασιάστηκαν μεταξύ του 1810 και του 1850 (Williamson, σελ. 18), ο McCloskey, αν και λαμβάνοντας υπόψη ένα πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, κατέληξε στο ότι οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν σημαντικά. Υποστηρίζει ότι οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν από κατά μέσο όρο £ 11 κατά κεφαλή το 1780 σε 28 λίρες κατά κεφαλή το 1860 (McCloskey, σελ. 108).

Όπως μπορεί κανείς να φανταστεί, η αύξηση των πραγματικών μισθών είχε ως αποτέλεσμα σημαντικές βελτιώσεις στο βιοτικό επίπεδο. Ένα εξαιρετικό παράδειγμα είναι οι αλλαγές στη διατροφή που συνέβησαν. Η κατανάλωση κρέατος, ζάχαρης, τσαγιού, μπύρας και αυγών κατά κεφαλή αυξήθηκε. Μια ακόμη καλύτερη ένδειξη της αυξανόμενης ευημερίας ήταν η μεγάλη αύξηση των εισαγόμενων τροφίμων. Η κατανάλωση ξένου κακάο, τυριού, καφέ, ρυζιού, ζάχαρης και καπνού κατά κεφαλή αυξήθηκε. Εν τω μεταξύ, το κρέας, τα λαχανικά και τα φρούτα, που θεωρούνταν πολυτέλειες, μέχρι το 1850 τρώγονταν τακτικά (Hartwell, 1971, σελ. 328-29). Στην πραγματικότητα, η μέση εβδομαδιαία αγγλική δίαιτα του 1850 – πέντε ουγγιές βουτύρου, τριάντα ουγγιές κρέατος, πενήντα έξι ουγγιές πατάτας και δεκαέξι ουγγιές φρούτων και λαχανικών – είναι αρκετά παρόμοια με την αγγλική διατροφή σήμερα (Hartwell, 1971, σελ. 330).

Παρόλο που αυτές οι βελτιώσεις είναι προφανώς σημαντικές, λαμβάνουν πρόσθετη σημασία, όταν εξετάσουμε τη μεγάλη αύξηση του πληθυσμού που σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης. Λόγω της πτώσης του ποσοστού θνησιμότητας, ο πληθυσμός της Αγγλίας και της Ουαλίας αυξήθηκε κατά 1,25% ετησίως μεταξύ 1780 και 1860, μια ετήσια επέκταση που μεταφράζεται σε μια άνευ προηγουμένου τριπλή αύξηση (McCloskey, σελ. 105-108). Η άνοδος των πραγματικών μισθών (και οι επακόλουθες αυξήσεις στην κατανάλωση τροφίμων) σε συνδυασμό με τον ταχέως αυξανόμενο πληθυσμό ήταν η πρώτη στην ευρωπαϊκή ιστορία. Η παγίδα του Μalthus των γεωμετρικά αυξανόμενων πληθυσμών που ξεπερνούν την αριθμητικά αυξανόμενη προσφορά τροφίμων τελικά είχε σπάσει. Ενώ ο μεγαλύτερος πληθυσμός είχε πάντα ως αποτέλεσμα λιγότερα τρόφιμα ανά άτομο σε όλη την προηγούμενη ευρωπαϊκή ιστορία, η βιομηχανική επανάσταση παρείχε περισσότερα τρόφιμα ανά άτομο. Η διάσπαση των δεσμών του Mlthus είναι ίσως η κορυφαία ολοκλήρωση του καπιταλισμού γενικά και ειδικότερα της βιομηχανικής επανάστασης.

Αβάσιμα επιχειρήματα

Λαμβάνοντας υπόψη την υπεροχή των αποδεικτικών στοιχείων που δείχνουν ουσιαστική βελτίωση των πραγματικών μισθών, είναι σαφές ότι τα επιχειρήματα των πρώιμων επικριτών, όπως ο Ένγκελς, έχουν καταστεί αστήρικτα. Σαφώς, το υλικό επίπεδο ζωής δεν έπεσε. Με την έλευση αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων που υποστηρίζουν τις πραγματικές μισθολογικές αυξήσεις, οι ψαγμένοι επικριτές άρχισαν να τονίζουν τις ποιοτικές επιπτώσεις της εκβιομηχάνισης. Αναγνωρίζοντας ανοιχτά ότι η εργατική τάξη απολάμβανε υψηλότερους μισθούς, περισσότερα τρόφιμα και καλύτερο ιματισμό, αυτοί οι επικριτές υποστηρίζουν ότι το κόστος για τέτοια κέρδη στον υλικό πλούτο ήταν μεγάλο. Υποστηρίζουν ότι τα δεινά της παιδικής εργασίας, των άθλιων συνθηκών εργασίας, της αυξημένης ρύπανσης και των διαφόρων άλλων ενοχλήσεων αντισταθμίζουν κάθε πρόοδο που οφείλεται στην αύξηση των πραγματικών μισθών. Ο Ε.Ρ. Thompson, στο επιφανές βιβλίο του «The Making of the English Working Class», συνοψίζει αυτή τη νέα δυσμενής θέση, υποστηρίζοντας ότι

«Μέχρι το 1840 οι περισσότεροι ζούσαν «καλύτερα»από τους προκατόχους τους, αλλά υπέφεραν και συνέχισαν να υφίστανται αυτή τη μικρή βελτίωση ως μία καταστροφική εμπειρία»(Rude, σελ. 67-68).

 

Η δυσμενής ποσοτική εναντίον της ποιοτικής θέση είναι ανοικτή σε σημαντικές επικρίσεις. Για παράδειγμα, πολλές από τις κακές συνθήκες που ανέφεραν οι επικριτές υπήρχαν πολύ πριν από τη βιομηχανική επανάσταση. Η προβιομηχανική κοινωνία ήταν πολύ στατική και συχνά η σκληρή παιδική εργασία, οι ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης, τα μακρά ωράρια εργασίας, και μια σειρά άλλων δεινών που συνδέονται με τον καπιταλισμό του 19ου αιώνα ήταν εξίσου διαδεδομένα πριν από τη βιομηχανική επανάσταση. Αν και σε σχέση με τα σημερινά πρότυπα οι συνθήκες ήταν πράγματι κακές, δεν ήταν καθόλου χειρότερες από τις συνθήκες διαβίωσης πριν από την επανάσταση (Hartwell, 1971, σελ. 339-341).

Ένα δεύτερο γενικό πρόβλημα με τη νέα δυσμενής θέση είναι ότι δεν λαμβάνει υπόψη τη σημαντική βελτίωση του προσδόκιμου ζωής που σημειώθηκε. Η μεγάλη αύξηση του πληθυσμού που συνέβη κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης πυροδοτήθηκε από μια απότομη πτώση των ποσοστών θνησιμότητας. Ακόμη και στις πόλεις, όπου οι συνθήκες διαβίωσης λέγεται ότι ήταν οι χειρότερες, τα ποσοστά θνησιμότητας βελτιώθηκαν κάπως (McCloskey, σελ. 105-106). Οι επιβαρυντικές συνθήκες διαβίωσης και η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής είναι δύσκολες θέσεις να συμβιβαστούν. Σαφώς, η βελτίωση των ποσοστών θνησιμότητας δείχνει ότι το βιοτικό επίπεδο αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης.

Εκτός από τα δύο γενικά επιχειρήματα που περιγράφηκαν παραπάνω, η ποιοτική δυσμενής θέση μπορεί να αντικρουσθεί με μια προσεκτική εξέταση των συγκεκριμένων κατηγοριών που εκφράζει.

Τεχνολογική ανεργία και υποαπασχόληση

Πολλοί επικριτές ισχυρίζονται ότι οι μισθολογικές αυξήσεις της βιομηχανικής επανάστασης εξαλείφθηκαν από τα εξαιρετικά υψηλά ποσοστά ανεργίας και υποαπασχόλησης που προκλήθηκαν από την εισαγωγή τεχνολογίας εξοικονόμησης εργασίας. Παρόλο που υπήρχαν κάποιες εστίες τεχνολογικής ανεργίας, οι υπολογισμοί του Williamson υποδηλώνουν ότι το ποσοστό ανεργίας ήταν το πολύ 8% ετησίως και πιθανότατα ήταν πολύ χαμηλότερο (Williamson, σελ. 22). Επιπλέον, οι σταθεροί μισθοί μεταξύ 1820 και 1850 δείχνουν ότι υπήρχε περιορισμένος ανταγωνισμός από ανέργους που θα είχε μειώσει τους μισθούς (Hartwell, 1971, σελ. 318-319). Όσον αφορά την υποαπασχόληση, η τεράστια μεταστροφή από τη γεωργία, που παρείχε μόνο εποχική απασχόληση, στον πιο σταθερό μεταποιητικό τομέα, οδήγησε σε μείωση της υποαπασχόλησης (Hartwell 1971, σελ. 323).

Μόλυνση και αστικές συνθήκες διαβίωσης

Ένα άλλο δημοφιλές επιχείρημα των επικριτών είναι ότι οι πραγματικές αυξήσεις των μισθών ήταν απλώς «δωροδοκίες» για τους εργαζόμενους που αναγκάστηκαν να υπομείνουν τις μολυσμένες και ανθυγιεινές αστικές συνθήκες. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, το κέρδος από τους πραγματικούς μισθούς ήταν απλώς ένα μέσο προσελκύσεως των εργαζομένων στις τρομερές συνθήκες εργασίας των πόλεων και δεν αποτελούσε καθαρό κέρδος πλούτου. Παρόλο που είναι ασφαλώς αληθές ότι οι αστικές συνθήκες κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης ήταν τρομακτικές, η προαναφερθείσα βελτίωση των ποσοστών θνησιμότητας δείχνει ότι οι συνθήκες δεν ήταν αρκετά κακές για να επηρεάσουν σοβαρά την υγεία των κατοίκων της πόλης. Δεύτερον, οι εργαζόμενοι μεταφέρθηκαν οικειοθελώς σε αστικές περιοχές, υποδηλώνοντας ότι το «κόστος ευκαιρίας» της ρύπανσης και διάφορες άλλες αστικές εντάσεις δεν υπερέβαινε τα κέρδη των πραγματικών μισθών.

Παιδική εργασία

Ένα άλλο ποιοτικό επιχείρημα που προέβαλαν οι επικριτές είναι ότι τα παιδιά αναγκάστηκαν να υπομείνουν πολλές ώρες εργασίας σε ανθυγιεινές συνθήκες. Αν και η ύπαρξη παιδικής εργασίας δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, είναι σαφές ότι οι περισσότεροι επικριτές έχουν υπερτονίσει τόσο το μέγεθος όσο και τις επιπτώσεις στην υγεία των παιδιών που εμπλέκονται. Στην πραγματικότητα, πολλά από τα αποδεικτικά στοιχεία για τον ισχυρισμό των επικριτών προέρχονται από τις πολύ γνωστές, αλλά πολύ ανακριβείς, εκθέσεις των κυβερνητικών επιτροπών που διερευνούν το εργοστασιακό σύστημα. Σχεδόν όλα τα μυθιστορήματα «των συνθηκών της Αγγλίας» του Dickens, καθώς και τα έργα του Engels και του Hammonds βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε αυτές τις εκθέσεις επιτροπών (Jefferson, σελ. 189). Πολιτικά προκατειλημμένα και σοβαρά ελαττωματικά τα στοιχεία σε αυτές τις αναφορές υποβαθμίζονται από το γεγονός ότι οι γιατροί που κατέθεσαν κατά της παιδικής εργασίας στα εργοστάσια δεν είχαν ακόμη μεταβεί στο εργοστάσιο και αρνήθηκαν να καταθέσουν υπό όρκο (Hutt, σελ. 161-167). Επιπλέον, η μεγάλη βελτίωση των ποσοστών θνησιμότητας φαίνεται να δείχνει ότι είτε η παιδική εργασία δεν ήταν εκτεταμένη όσο πριν ή ήταν λιγότερο επιβλαβής. Πράγματι, η μεγάλη βελτίωση της παραγωγικότητας που προκάλεσε η βιομηχανική επανάσταση επέτρεψε στις δυτικές κοινωνίες να αποκηρύξουν την παιδική εργασία.

Καπιταλισμός και το «πνεύμα της εποχής»

Ίσως η πιο συνηθισμένη αλλά ακόμη πιο δύσκολη να προσδιοριστεί κατηγορία εναντίον του καπιταλισμού και της βιομηχανικής επανάστασης είναι ότι η εργατική τάξη ήταν γεμάτη με «πνευματική» απώλεια. Σύμφωνα με αυτό το επιχείρημα, οι εργαζόμενοι αγροτικών τεμαχίων αποκόπηκαν από τις ρίζες τους και πετάχθηκαν στις βιομηχανικές πόλεις, χάνοντας έτσι την αίσθηση της κληρονομιάς και του ατομικισμού τους. Ωστόσο, το ίδιο το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι μετακινήθηκαν οικειοθελώς από αγροτικές σε αστικές περιοχές υποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι τα πλεονεκτήματα του περισσότερου υλικού πλούτου υπερέβαιναν το «κόστος ευκαιρίας» που προέκυψε από την κίνηση. Επιπλέον, πολλές φιλικές κοινωνίες, εργατικές κοινωνίες και εθελοντικές οργανώσεις αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, θέτοντας υπό αμφισβήτηση ολόκληρη την έννοια της «απομόνωσης του ατόμου» (Ashton, σ. 137).

«Η νέα στάση απέναντι στα κοινωνικά προβλήματα που προέκυψαν από τη βιομηχανική επανάσταση ήταν ότι τα προβλήματα πρέπει να εντοπίζονται, να εξετάζονται, να αναλύονται, να δημοσιοποιούνται και να διορθώνονται είτε με εθελοντική είτε με νομοθετική δράση. Έτσι, τα κακά που υπήρχαν εδώ και πολύ καιρό – η παιδική εργασία, για παράδειγμα – και ήταν από καιρό αποδεκτή ως αναπόφευκτη, θεωρήθηκαν ως νέα προβλήματα που πρέπει να θεραπευθούν και όχι να γίνουν ανεκτά (Hartwell, 1971, σελ. 343)».

 

Κυβερνητική παρέμβαση

Όπως αποδεικνύει η παραπάνω ανάλυση, η βιομηχανική επανάσταση είχε ως αποτέλεσμα σημαντική βελτίωση της ποιότητας ζωής για την εργατική τάξη. Ωστόσο, η πρόοδος ήταν αργή, άνιση και μερικές φορές ανύπαρκτη σε πολλές περιόδους. Για παράδειγμα, στα πρώτα στάδια της επανάστασης η ανάπτυξη ήταν ελάχιστη, με αποτέλεσμα ελάχιστη ή καθόλου βελτίωση για την εργατική τάξη (Williamson, σελ. 162). Είναι ο καπιταλισμός ο οποίος φταίει για αυτόν τον αργό ρυθμό προόδου; Αντιθέτως, ήταν οι πολλές μορφές κυβερνητικής παρέμβασης, όχι του καπιταλισμού, που επιβράδυναν τη βρετανική οικονομική ανάπτυξη κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης.

Ίσως η πιο σημαντική από αυτές τις πολλές παρεμβάσεις που παρεμπόδισαν την πρόοδο ήταν η μακρά περίοδος έντονου πολέμου κατά τα πρώτα χρόνια της επανάστασης. Από το 1760 έως το 1815, η Βρετανία ασχολείτο συνεχώς με πόλεμο, είτε εναντίον της Γαλλίας είτε των αμερικανικών αποικιών. Στην πραγματικότητα, μεταξύ του 1780 και του 1810, η Αγγλία βρισκόταν στη μέση μιας μαζικής στρατιωτικής ανάπτυξης που ήταν αδιαμφισβήτητη μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (Williamson, σελ. 163). Οι πρώτοι σχολιαστές αναγνώρισαν γρήγορα τα εξασθενητικά αποτελέσματα αυτής της στρατιωτικής συσσώρευσης στην αγγλική οικονομία. Ο ιστορικός J.E. Thorold Rogers, για παράδειγμα, παρατήρησε ότι το κόστος των ναπολεόντειων πολέμων ήταν πράγματι υψηλό:

«Χιλιάδες νοικοκυριά λιμοκτόνησαν για να βρεθούν τα μέσα για τον μεγάλο πόλεμο […] οι πόροι πάνω στους οποίους βασιζόταν ο αγώνας και χωρίς τους οποίους θα κατέρρεε γρήγορα, είχε ως συνέπεια την κατάρρευση και την λιμοκτονία των εργατών, τα υπερφορτωμένα και υποσιτισμένα κάτεργα της παιδικής ηλικίας και η υπο-αμειβόμενη εργασία και αβέβαιη ανεργία των ανθρώπων (Rogers, 1891, που παρατίθεται στον Hartwell, 1971, σελ. 326)».

 

Τα σύγχρονα στατιστικά στοιχεία και η οικονομική θεωρία υποστηρίζουν τέτοιες παρατηρήσεις. Κυβερνητικές πολεμικές δαπάνες και δανεισμός αύξησαν τα επιτόκια, με αποτέλεσμα να «εξαφανιστούν» οι ιδιώτες επενδυτές που χρειάζονταν απεγνωσμένα κεφάλαια για να κατασκευάσουν νέα εργοστάσια, να οικοδομήσουν καλύτερα κανάλια και να σχεδιάσουν νέες εφευρέσεις. Η ανάπτυξη ήταν παρούσα κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά ήταν εξαιρετικά μικρή. Μακροπρόθεσμα, αυτό σήμαινε λιγότερες θέσεις εργασίας και χαμηλότερους μισθούς για την εργατική τάξη.

Αλλά, για τον μέσο άνθρωπο, ο πόλεμος είχε πιο οδυνηρές και άμεσες συνέπειες από την επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης. Διάφορα κυβερνητικά προγράμματα για τη χρηματοδότηση του χρέους του πολέμου οδήγησαν σε νομισματική αστάθεια και αβεβαιότητα. Αυτή η νομισματική αστάθεια, σε συνδυασμό με σοβαρές αποτυχίες γεωργικής συγκομιδής, οδήγησε σε ταχέως αυξανόμενες τιμές τροφίμων καθ’ όλη τη διάρκεια των Ναπολεόντειων πολέμων (Redford, σελ. 89-93). Στην πραγματικότητα, οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν προς τα πάνω κατά περισσότερο από είκοσι πέντε τοις εκατό (Williamson, σελ. 187). Θεωρώντας ότι η βρετανική εργατική τάξη κέρδιζε μόλις κατά μέσο όρο λίγο περισσότερο από £ 11 ετησίως, δεν είναι περίεργο πώς αυτές οι εξελίξεις οδήγησαν σε κακουχίες και στερήσεις που οδηγούσαν πάντοτε σε κοινωνικές αναταραχές.

Παρόλο που ήταν αποφασιστικά το πιο σημαντικό γεγονός, ο πόλεμος δεν ήταν η μόνη μορφή κυβερνητικής παρέμβασης που μείωσε την ποιότητα ζωής. Τα κρατικά μονοπώλια, όπως η εταιρεία της Ανατολικής Ινδίας και η εταιρεία Cutler’s Company, συνέβαλαν στη μείωση της οικονομικής αποδοτικότητας και της ανάπτυξης. Ολόκληρος ο τομέας του ξένου εμπορίου και συναλλαγών αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει μαζική κυβερνητική ρύθμιση (Ashton, σελ. 138-39).

Κλείνοντας

Παρά τη δημοτικότητα των δυσμενών ερμηνειών, τα στοιχεία για την αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων και τη βελτίωση των ποσοστών θνησιμότητας δείχνουν ότι σημειώθηκε σημαντική βελτίωση στο βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης. Αυτοί οι παράγοντες και άλλα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι οι περισσότερες ποιοτικές πτυχές της ποιότητας ζωής παρέμειναν τουλάχιστον σταθερές και μάλλον βελτιώθηκαν. Η πρόοδος αυτή σημειώθηκε παρά τον συνεχή πόλεμο και άλλες αντιπαραγωγικές μορφές κυβερνητικής παρέμβασης που εμπόδισαν σημαντικά τη βελτίωση.

Αν και αυτά τα άμεσα αποτελέσματα δεν πρέπει να παραβλεφθούν, τα πραγματικά οφέλη της βιομηχανικής επανάστασης απολαμβάνουν όσοι ζουν στον σημερινό κόσμο της συγκριτικής πολυτέλειας και απόλαυσης. Η βιομηχανική επανάσταση ήταν η «μεγάλη ασυνέχεια» που δημιούργησε τα θεμέλια για τη σύγχρονη κοινωνία μας (Hartwell, 1971). Μας έχει οδηγήσει σε μια εποχή χωρίς λιμούς, επιδημίες και άλλες καταστροφές που μάστιζαν συνεχώς τις προ-βιομηχανικές κοινωνίες. Ίσως ο μόνος τρόπος για να εκτιμήσουμε πλήρως τον αντίκτυπο της βιομηχανικής επανάστασης είναι να εξετάσουμε εκείνες τις χώρες στον σύγχρονο κόσμο που δεν έχουν ακόμη υποβληθεί σε εκβιομηχάνιση. Η μοίρα των πεινασμένων και ταλαιπωρημένων από ασθένειες αγροτών σε περιοχές όπως η Αφρική και η Ινδία είναι ίσως το πιο ισχυρό και πειστικό επιχείρημα υπέρ της βιομηχανικής επανάστασης του καπιταλισμού.

***

Ο John Majewski είναι οικονομικός διευθυντής στο Πανεπιστήμιο του Τέξας στο Ώστιν. Σήμερα υπηρετεί ως θερινός ασκούμενος στο Ινστιτούτο Ανθρωπιστικών Μελετών. Μετά την αποφοίτησή του το 1988, ο John ελπίζει να ακολουθήσει Ph.D. στην οικονομία. Στο παρόν δοκίμιο απονεμήθηκε το δεύτερο βραβείο, από το κολεγιακό τμήμα, στο FEE Freedom Essay Contest.
Αρχικά δημοσιευμένο σε έντυπη μορφή Τρίτη, 1η Ιουλίου 1986 στο Foundation of Economic Education. Αναδημοσίευση έγινε από την ιστοσελίδα του FEE.
Βιβλιογραφία:
  • Ashton, T.S,. The Industrial Revolution 17601830 (London: Methuen and Co., 1957).
  • Hartwell, R.M.,”Capitalism and the Historians,” Essays on Hayek (New York: New York University Press, 1976).
  • Hartwell, R.M., “History and Ideology,” Modern Age, Vol. 18, No- 4. Fall, 1974.
  • Hartwell, R.M., The Industrial Revolution and Economic Growth (London: Methuen and Co.. 1971).
  • Hayek, F.A., Capitalism and the Historians (London, Routledge and Kegan Paul. 1954).
  • Hurt. W.H., “The Factory System of the Early Nineteenth Century,” Capitalism and the Historians F.A. Hayek. editor. (London: Rout-ledge and Kegan Paul, 1954).
  • Jefferson, J.M., “Industrialization and Poverty: in Fact and Fiction,” The Long Debate on Poverty (London: Institute of Economic Affairs, 1972).
  • McCloskey, Donald, “The Industrial Revolution 1780-1860: A Survey.” The Economic History of Britain Since 1700 (Cambridge: Cambridge University Press, 1981).
  • North, Douglass. Structure and Change in Economic History (New York: Norton, 1981). The Norton Anthology of English Literature. Vol. 2 (London: Norton and Co., 1979).
  • Redford, Arthur. The Economic History of England (1760-1860) (London: Longmans, Green, and Co.. 1931).
  • Rude, George. Debate on Europe 1815-1850 (New York: Harper and Row, 1972).
  • Williamson, Jeffrey, Did British Capitalism Breed Inequality? (Boston: Allen and Unwin, 1985).

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: