Πώς οι Μπολσεβίκοι κατέστρεψαν το χρήμα στη Ρωσία

0
389
Πληθωρισμός

Ανεξαρτήτως του σκοπού της πολιτικής, ο πληθωρισμός χρησιμεύει μόνο για τη στρέβλωση των οικονομικών σημάτων και, τελικά, για την καταστροφή του νομίσματος και της οικονομίας που συνδέεται με το νόμισμα αυτό

του Chris Calton
Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής

Εισαγωγή

Τον Μάρτιο του 1919, το Κομμουνιστικό Κόμμα με επικεφαλής τον Βλαντιμίρ Λένιν δήλωσε στο πρόσφατα εκπονηθέν του πρόγραμμα ότι μεταξύ των στόχων του κόμματος ήταν η πλήρης κατάργηση των χρημάτων. Η κρατική τράπεζα της Ρωσίας θα «καταργηθεί και θα μετατραπεί σε κεντρικό γραφείο λογιστικής της κομμουνιστικής κοινωνίας».1 Θεωρητικά, το κυβερνών κόμμα θα μπορούσε απλώς να καταργήσει τα χρήματα εξ αρχής, αλλά αυτό θα αποτύγχανε να εξαλείψει την κυκλοφορία του νομίσματος σε μία μεγάλη χώρα την οποία οι Μπολσεβίκοι δεν είχαν ακόμη υπό πλήρη έλεγχο το 1919.

Αντ’ αυτού, η στρατηγική τους ήταν να προσφύγουν στην εκτυπωτική πρέσα χρήματος. Οι τράπεζες ήταν μεταξύ των πρώτων θεσμών που κατέλαβαν οι μπολσεβίκοι και ο έλεγχος της προσφοράς χρήματος τους επέτρεπε να πληρώνουν μισθούς στην πρόσφατα σχηματισμένη μυστική αστυνομία και τον Κόκκινο Στρατό, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για να εδραιώσουν τον Μπολσεβίκικο έλεγχο μετά την επανάσταση του 1917. Αλλά η ταχεία εκτύπωση χρημάτων αποτελούσε επίσης μέρος μιας σκόπιμης στρατηγικής που θα οδηγούσε στην αναπόφευκτη αχρήματη οικονομία του κομμουνισμού.

Η στρατηγική λειτούργησε, αλλά δεν επέφερε το αποτέλεσμα στο οποίο προσέβλεπε η μαρξιστική θεωρία. Μέχρι τη στιγμή που το κόμμα ενέκρινε το πρόγραμμά του για την κατάργηση των χρημάτων το 1919, το μπολσεβίκικο καθεστώς πρόσθεσε ήδη μεταξύ δύο και τρία δισεκατομμύρια ρούβλια στο κυκλοφορούν χρηματικό απόθεμα κάθε μήνα. Αλλά αυτό ήταν υπερβολικά μετριοπαθές. Τον Μάιο, το καθεστώς εξουσιοδότησε την κρατική τράπεζα (μετονομασθείσα σε «Λαϊκή Τράπεζα») να εκδώσει τόσα νέα νομίσματα όσα θεωρούσε σκόπιμο. Όταν οι μπολσεβίκοι πήραν την εξουσία, υπήρχαν λιγότερα από 20 δισεκατομμύρια ρούβλια σε κυκλοφορία. Μέχρι τα τέλη του 1919, η προσφορά χρήματος είχε αυξηθεί στα 225 δισεκατομμύρια ρούβλια και μέχρι τα μέσα του 1921 έφτασε στο επιβλητικό ποσό των 2,3 τρισεκατομμυρίων.2 Το επόμενο έτος, η προσφορά χρήματος υπολογίστηκε σε τετράκις εκατομμύρια.3

Καθώς η χώρα άρχισε να λιμοκτονεί, η παραγωγή «έγχρωμου χαρτιού» αποτελούσε τη μοναδική αναπτυσσόμενη βιομηχανία στην οικονομία. Ο μόνος περιορισμός στην ικανότητα του καθεστώτος να εκτυπώνει χάρτινο χρήμα ακόμα πιο γρήγορα, ήταν η ανάγκη για μελάνι και χαρτί. Ο χρυσός που απαλλοτρίωσαν από τα θησαυροφυλάκια των τραπεζών ήταν χρήσιμος για την αγορά υλικού εκτύπωσης από ξένες οικονομίες. Τα τυπογραφεία λειτουργούσαν ασταμάτητα, και μέχρι το τέλος του 1919, το νομισματοκοπείο απασχολούσε σχεδόν 14.000 εργαζόμενους.

Η αποτυχία της πληθωριστικής πολιτικής

Δύο χρόνια μετά τη σύνταξη της πρώτης πλατφόρμας του Κόμματος, οι παρευρισκόμενοι στο συμβούλιο του Κόμματος ήταν εκστασιασμένοι για την επιτυχία τους στον πληθωρισμό του χρήματος στον βαθμό αχρήστευσης του. Ο Evgenii Preobrazhenskii, κορυφαίο στέλεχος των μπολσεβίκων στον οικονομικό σχεδιασμό, σημείωσε ότι οι Γάλλοι επαναστάτες είχαν υποτιμήσει το νόμισμά τους μόνο στο 1/500 της αρχικής αξίας του, ενώ το ρούβλι είχε μειωθεί στο 1/20.000 της αξίας του 1917. «Αυτό σημαίνει ότι έχουμε ξεπεράσει τη Γαλλική Επανάσταση κατά 40 προς 1», κόμπασε.4 Ο στόχος του πληθωρισμού ήταν η κατάργηση των χρημάτων και η κυρίαρχη ελίτ ήταν υπερήφανη για την επιτυχία της. Η αγροτιά, που αγωνιζόταν για να επιβιώσει, κατέφυγε στη χρήση αλατιού και ψωμιού ως μέσα ανταλλαγής.

Η καταστροφή των χρημάτων απέτυχε να επιφέρει την ορθολογική οικονομική τάξη που οι κομμουνιστές πίστευαν ότι είναι αναπόφευκτη. Αντί της ομαλής παραγωγής, το αποτέλεσμα ήταν η μαζική λιμοκτονία και οι αγροτικές εξεγέρσεις. Οι Μπολσεβίκοι, με την ανεπιφύλακτη πίστη τους στις προβλέψεις του Μαρξ, έπρεπε να αντιμετωπίσουν αυτό το μυστήριο προτού χάσουν τον αδύναμο έλεγχο τους πάνω στη ρωσική οικονομία.

Ενώ η Ρωσία πληθώρισε την οικονομία της σε επίπεδα κυριολεκτικού θανάτου, πολλοί δυτικοί διανοούμενοι έβλεπαν το αποτυχημένο σοβιετικό πείραμα λουσμένο με ροδοπέταλα. Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Ludwig von Mises έγραψε το πρωτοποριακό του δοκίμιο «Οικονομικός υπολογισμός στην Σοσιαλιστική Κοινοπολιτεία», με το «Socialism» – το δεύτερο μεγάλο του έργο να ακολουθεί σύντομα. Για τον Mises, το χάος της οικονομίας της Ρωσίας δεν ήταν μυστήριο: οι τιμές της αγοράς που διαμορφώνονται μέσω της εθελοντικής ανταλλαγής ιδιωτικής περιουσίας ήταν απαραίτητες για την ορθολογική κατανομή των πόρων.

Τουλάχιστον ένας κορυφαίος μπολσεβίκος αναγνώρισε με βεβαιότητα τις μεγάλες ιδέες του Mises ως βάση για τις μεταρρυθμίσεις της αγοράς που είναι γνωστές ως Νέα Οικονομική Πολιτική. Το 1925, ο Nikolai Bukharin έγραψε:

«Αν και οι αστοί επικριτές της πολιτικής της  δικτατορίας του προλεταριάτου στη Ρωσία έλεγαν κυρίως ανοησίες, μερικές από τις παρατηρήσεις τους δεν ήταν τόσο ανόητες και περιείχαν σχετική αλήθεια. Ένας από τους πιο γνωστούς επικριτές του κομμουνισμού, ο αυστριακός καθηγητής Ludwig von Mises, παρουσίασε τις ακόλουθες προτάσεις σε ένα βιβλίο για τον σοσιαλισμό που γράφτηκε το 1921-22. […] Όσο οι κομμουνιστές προσπαθούσαν να οργανώσουν την παραγωγή με εντολές υπό την απειλή ροπάλου, η πολιτική τους θα οδηγούσε, και ήδη οδηγούσε, σε μια αναπόφευκτη κατάρρευση».5

 

Μετά βίας θα λέγαμε ότι αποτελεί επευφημία το ότι οι κριτικές του Mises «δεν ήταν τόσο ανόητες», αλλά για έναν μπολσεβίκο ιδεολόγο, αυτό αποτελούσε μια μεγάλη υπαναχώρηση. Παρόλο που ο Bukharin δεν ήταν πρόθυμος να καταγγείλει τον σοσιαλισμό, αναγνώρισε ότι οι μεταρρυθμίσεις της αγοράς – αν και μέτριες – ήταν απαραίτητες για να αποφευχθεί η κατάρρευση του αναδυόμενου σοβιετικού κράτους. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις περιελάμβαναν την επαναφορά λειτουργικών χρημάτων.

Το επιστέγασμα της πολιτικής πληθωρισμού

Στα τέλη του 1922, το κόμμα στράφηκε σε έναν «αστό» τραπεζίτη, τον Nicholas Kutler – έναν υπέρμαχο των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων πριν από την επανάσταση του 1917 – για να λύσει τη δημοσιονομική τους κρίση. Η λύση του Kutler ήταν η επιστροφή σε ένα χρυσό νόμισμα. Τα νέα τραπεζογραμμάτια, γνωστά ως chervonets, υποστηρίχθηκαν από χρυσές ράβδους και ξένα αποθέματα. Κατά τα επόμενα δύο χρόνια, το ρωσικό νόμισμα σταθεροποιήθηκε καθώς τα άχρηστα ρούβλια αντικαταστάθηκαν από τραπεζογραμμάτια με αντίκρυσμα σε χρυσό. Ο Lenin, ντροπιασμένος από τη σοσιαλιστική οπισθοδρόμηση, επέμεινε ότι το μέτρο ήταν προσωρινό και μόλις ο κομμουνισμός γινόταν παγκόσμιος, τα χρήματα θα εξαφανίζονταν (με επιτυχία αυτή τη φορά) και ο χρυσός θα χρησιμοποιούταν μόνο για την κατασκευή τουαλετών.

Είναι σημαντικό να μην υπερεκτιμηθούν οι μεταρρυθμίσεις της νέας οικονομικής πολιτικής. Αν και οι νομισματικές μεταρρυθμίσεις και το άνοιγμα των αγορών απέτρεψαν την πλήρη καταστροφή της ρωσικής οικονομίας, το Κόμμα εξακολούθησε να ελέγχει την πλειοψηφία της βιομηχανίας της χώρας. Το αποτέλεσμα της μετριοπαθούς οικονομικής ελευθέρωσης ήταν η ταυτόχρονη μικρή ανάκαμψη, σε συνδυασμό με την αύξηση του πολιτικού τρόμου για την ενίσχυση της κυριαρχίας του Κόμματος. Οι μπολσεβίκοι χαλάρωσαν την παρέμβαση τους στην οικονομία ακριβώς για να αφήσουν τους ανθρώπους να αναπνεύσουν για μια σύντομη περίοδο. Αντί να διδαχθούν τα διδάγματα από τις αρχικές αποτυχίες τους και τα επακόλουθα οφέλη που επιτεύχθηκαν από τις ήπιες μεταρρυθμίσεις, το Κόμμα – υπό την ηγεσία του Ιωσήφ Στάλιν – επέστρεψε σε άκαμπτους οικονομικούς ελέγχους μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Το αποτέλεσμα ήταν η σοβαρότερη οικονομική καταστροφή που είχε βιώσει ο κόσμος.

Κλείνοντας

Τα διδάγματα από τη μπολσεβίκικη πολιτική πληθωρισμού εξακολουθούν να ισχύουν σήμερα. Τα επιχειρήματα υπέρ της πληθωριστικής πολιτικής δεν δικαιολογούνται πλέον από τη μαρξιστική θεωρία και την επιδίωξη της οικονομίας χωρίς χρήματα, αλλά οι συνέπειες του πληθωρισμού λειτουργούν ανεξάρτητα από τις προθέσεις των θεωρητικών. Καθώς το πληθωριστικό δόγμα της σύγχρονης νομισματικής θεωρίας γίνεται όλο και πιο δημοφιλές, η ιστορία των μπολσεβίκων δεν πρέπει να ξεχαστεί. Ανεξαρτήτως του σκοπού της πολιτικής, ο πληθωρισμός χρήματος χρησιμεύει μόνο για τη στρέβλωση των οικονομικών σημάτων και, τελικά, για την καταστροφή του νομίσματος και της οικονομίας που συνδέεται με το νόμισμα αυτό.

***

Ο Chris Calton είναι ερευνητής του Ινστιτούτου Mises και οικονομικός ιστορικός. Είναι συντάκτης και οικοδεσπότης της στήλης και του podcast Historical Controversies.
Δημοσιευμένο στο Mises Institute

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1. Παράθεση από Richard Pipes, The Russian Revolution (New York: Vintage Books, 1991), σελ. 685.
  2. Ομοίως, σελ. 686
  3. Richard Pipes, Russia Under the Bolshevik Regime (New York: Alfred A. Knopf, 1993), σελ. 393.
  4. Pipes, The Russian Revolution, σελ. 687.
  5. Nikolai Bukharin, «Concerning the New Economic Policy and Our Tasks,» 1925.