Πώς να χρησιμοποιείτε τον μεθοδολογικό ατομικισμό

0
745
Μεθοδολογικός ατομικισμός

Ο μεθοδολογικός ατομικισμός, μας βοηθά να κατανοήσουμε γιατί και πώς μπορούν να προκύψουν αθροιστικά φαινόμενα από μεμονωμένες ενέργειες. Αλλά δεν μας βοηθά να επιδείξουμε προτάσεις σχετικά με αμετάβλητες – ή ακόμα και απαραίτητες – σχέσεις μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος

του Jörg Guido Hülsmann
Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής και Μιχάλης Γκουντής

I

Πολλοί συγγραφείς, οι οποίοι έχουν αναλάβει να περιγράψουν τον λογικό και επιστημολογικό χαρακτήρα της οικονομικής επιστήμης, θεωρούν ότι η αρχή του μεθοδολογικού ατομικισμού, είναι ένα από τα διακριτικά χαρακτηριστικά της οικονομικής ανάλυσης. 1 Αυτή η άποψη είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη μεταξύ των Αυστριακών οικονομολόγων. 2 Σύμφωνα με αυτή την αρχή, η ανάλυση της ατομικής συμπεριφοράς δεν είναι απαραίτητη μόνο για την κατανόηση των μίκρο φαινομένων, όπως είναι οι καταναλωτικές δαπάνες, αλλά είναι επίσης απαραίτητο για να κατανοήσουμε τα μάκρο φαινόμενα όπως ο πληθωρισμός, η ανεργία και οι οικονομικές κρίσεις. Ο λόγος είναι ότι αυτά τα αθροίσματα ή τα μάκρο φαινόμενα δεν υφίστανται ανεξάρτητα από την ανθρώπινη δράση, αλλά προκύπτουν από την αλληλεπίδραση μεταξύ διαφόρων ατόμων.

Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι αυτή η βασική λογική για τον μεθοδολογικό ατομικισμό είναι απλή, συμπαγής και σαφής. Όποιος θέλει να ανιχνεύσει την ανάκυψη, τον μετασχηματισμό και την επιδείνωση των αθροιστικών κοινωνικών φαινομένων στις βαθύτερες αιτίες τους, δεν μπορεί να παρακάμψει την ανάλυση των επιμέρους ατομικών δράσεων. 3 Πρέπει να ασχοληθεί με τις επιλογές των ατόμων. Πρέπει να ασχοληθεί με το νόημα που αποδίδουν οι άνθρωποι στο πλαίσιο στο οποίο ενεργούν και τις εναλλακτικές επιλογές που πιστεύουν ότι διακυβεύονται.

Είναι, εντούτοις, ένα πολύ διαφορετικό θέμα αν ο μεθοδολογικός ατομικισμός αποτελεί μέθοδο οικονομικών ή, πιο συγκεκριμένα, οικονομικής θεωρίας. Στη συνέχεια του άρθρου, θα υποστηρίξουμε ότι δεν είναι. Με βάση τον διαχωρισμό του von Mises μεταξύ θεωρίας και ιστορίας, θα δείξουμε ότι, ενώ ο μεθοδολογικός ατομικισμός εφαρμόζεται σωστά στην ιστορία, δεν αποτελεί μέθοδο που χρησιμοποιούμε στη θεωρία.

II

Στην αιτιώδη ανάλυση της ατομικής συμπεριφοράς, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ αμετάβλητων και ενδεχόμενων παραγόντων.

Οποιαδήποτε ανθρώπινη δράση έχει κάποιες αμετάβλητες αιτίες και συνέπειες. Οι αμετάβλητες συνέπειες προκύπτουν από ανάλογη ενέργεια σε οποιοδήποτε μέρος και ανά πάσα στιγμή και λέγεται ότι ακολουθούνται από αυτή με αναγκαιότητα ή νόμο. Για παράδειγμα, η αύξηση της ποσότητας των χρημάτων, τείνει να οδηγεί σε αύξηση του επιπέδου των τιμών πάνω από το επίπεδο στο οποίο θα αυξανόταν σε άλλη περίπτωση, ανεξάρτητα από πότε και πού αυξάνεται η προσφορά χρήματος. Σύμφωνα με τον Ludwig von Mises, η μελέτη τέτοιων συνεπειών είναι το καθήκον της πραξεολογίας και της οικονομικής θεωρίας.

Αλλά και η ανθρώπινη δράση έχει και ενδεχόμενες αιτίες και συνέπειες. Η ίδια ενέργεια – η αύξηση της ποσότητας των χρημάτων – μπορεί να αποτελεί έμπνευση από διαφορετικές ιδέες και εκτιμήσεις αξίας. Και οι αντικειμενικές συνέπειες που προκύπτουν από οποιαδήποτε ενέργεια, μπορούν να προκαλέσουν πολύ διαφορετικές ατομικές αντιδράσεις σε διαφορετικούς χρόνους και τόπους. Με άλλα λόγια, οι αιτιώδεις σχέσεις μέσω των οποίων οι ιδέες και οι εκτιμήσεις αξίας συνδέονται με την ανθρώπινη δράση αλληλο-εξαρτώνται. Σύμφωνα με τον von Mises, η διευκρίνιση αυτών των εξαρτημένων αιτιακών σχέσεων είναι το ειδικό καθήκον της ιστορικής έρευνας. 4

Ο von Mises δεν απέκλεισε ότι οι ατομικές εκτιμήσεις αξίας και οι ιδέες είχαν ποικίλες αιτίες, αλλά ούτε ο ίδιος ούτε κανένας άλλος δεν ήξερε ποιες ήταν. Προς το παρόν, μόνο μερικά από τα ενδεχόμενα αίτια της ανθρώπινης δράσης μπορούν να εντοπιστούν από την ιστορική κατανόηση κατά περίπτωση. Και ακόμη και αυτή η ανάλυση δεν είναι πιθανό να δώσει την πλήρη εικόνα. Υπάρχει ένα ανυπέρβλητο υπόλοιπο που αψήφησε οποιαδήποτε εξήγηση: ιστορική ατομικότητα. Ο von Mises εξήγησε:

«Τα χαρακτηριστικά των μεμονωμένων ατόμων, οι ιδέες τους και οι κρίσεις αξίας, καθώς και οι ενέργειες που καθοδηγούνται από αυτές τις ιδέες και κρίσεις, δεν μπορούν να αναχθούν σε κάτι από το οποίο θα ήταν παράγωγα. Δεν υπάρχει καμία απάντηση στο ερώτημα γιατί ο Φρειδερίκος Β εισέβαλε στη Σιλεσία εκτός του: επειδή ήταν ο Φρειδερίκος Β'».5

 

Η ιστορική ανάλυση, εάν απλώς εμμένει στα γνωστά γεγονότα, πρέπει να εξηγεί όλα τα κοινωνικά φαινόμενα ως αποτέλεσμα της ατομικής δράσης και η αιτιακή αλυσίδα των γεγονότων πρέπει να αρχίζει και να τελειώνει με τις ιδέες και τις εκτιμήσεις αξίας των ατόμων. Η ιστορία περιγράφει εκ των υστέρων πώς ο δρων αντιλήφθηκε την κατάσταση στην οποία έπρεπε να ενεργήσει, σε τι στόχευσε, τι πίστευε για το ποια ήταν τα μέσα στη διάθεσή του. Και χρησιμοποιεί τους νόμους που παρέχονται από τα οικονομικά και τις φυσικές επιστήμες για να περιγράψει τον αντικειμενικό αντίκτυπο που είχε ο ενεργών άνθρωπος μέσω της συμπεριφοράς του. Έτσι, η αποστολή της ιστορίας είναι να περιγράψει το δράμα της κοινωνικής και οικονομικής εξέλιξης από την άποψη των πρωταγωνιστών τους. Το δικό του ειδικό εργαλείο σε αυτό το καθήκον είναι η «ψυχολογία» ή – η αγαπημένη έκφραση του von Mises – η «θυμολογία».

III

Με αυτές τις διακρίσεις στον νου μας, ας στραφούμε τώρα στο σκεπτικό του μεθοδολογικού ατομικισμού και ας δούμε πού εφαρμόζεται. Στην πραγματικότητα, έχει αποδείξει τη χρησιμότητά του σε πολλές σημαντικές περιπτώσεις. Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι η εξήγηση της προέλευσης των χρημάτων.

Οι διανοητές από τον Αριστοτέλη μέχρι τον John Locke έχουν εξηγήσει την προέλευση των χρημάτων με τη βοήθεια μιας διανοητικής συντόμευσης. Έχουν προτείνει ότι τα χρήματα, ως κοινωνικός θεσμός, έχουν προκύψει από κάποια συλλογική συζήτηση. Τα χρήματα είναι πράγματι τόσο χρήσιμα που θα έπρεπε να εφευρεθούν, εάν δεν υπήρχαν ήδη. Επομένως, τι είναι πιο φυσικό από το να υποθέσουμε ότι μια ομάδα σοφών αποφάσισε να καθίσει μαζί και να εισαγάγει τη χρήση χρημάτων; Το πρόβλημα είναι ότι καμία τέτοια σύμβαση δεν έχει αποδειχθεί υπαρκτή ποτέ.

Αλλά όπως ο Carl Menger υποστήριξε περίφημα, δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι τα χρήματα δημιουργήθηκαν μέσω της συνδιάσκεψης ενός τέτοιου μυστηριώδους συμβουλίου. 6 Τα χρήματα θα είχαν δημιουργηθεί ακόμη και εν απουσία μιας συντονισμένης συλλογικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Σκεφτείτε ότι, ελλείψει χρήματος, είναι δυνατή μόνο η αντιπραγματιστική ανταλλαγή (ενός σταδίου) και ότι οι ευκαιρίες για ανταλλαγή περιορίζονται αυστηρά από μεγάλα προβλήματα, ειδικότερα από την απαίτηση να υπάρχει διπλή σύμπτωση επιθυμιών. Οι «έμμεσες ανταλλαγές» σε δύο στάδια (με τη βοήθεια μέσου ανταλλαγής) συμβάλλουν στην υπέρβαση αυτού του περιορισμού. Το σημαντικότερο είναι ότι η έμμεση ανταλλαγή μπορεί να αποβεί επωφελής ακόμη και με ένα ad hoc μέσο ανταλλαγής, δηλαδή ακόμα και αν δεν υπάρχει ακόμα ένα γενικά αποδεκτό μέσο ανταλλαγής.

Τα μέσα ανταλλαγής γίνονται όλο και περισσότερο αποδεκτά στο μέτρο που είναι αντικειμενικά καταλληλότερα από τους ανταγωνιστές τους για την πραγματοποίηση έμμεσων ανταλλαγών. Το ασήμι είναι πιο κατάλληλο ως μέσο ανταλλαγής από τα κεράσια γιατί είναι ανθεκτικό, διαιρούμενο, εύπλαστο, ομοιογενές και έχει μεγάλη αγοραστική δύναμη ανά μονάδα βάρους. Οι συμμετέχοντες στην αγορά είναι πιθανό να αναγνωρίσουν αυτήν τη σχετική υπεροχή με μια διαδικασία μάθησης και απομίμησης και τελικά οι περισσότεροι από αυτούς θα χρησιμοποιήσουν το ασήμι για να πραγματοποιήσουν τις συναλλαγές τους. Ως εκ τούτου, μπορεί κανείς να εξηγήσει γιατί η τεχνική της έμμεσης ανταλλαγής υιοθετείται σε ατομικό επίπεδο. Και μπορεί κανείς να εξηγήσει γιατί τα συγκεκριμένα μέσα ανταλλαγής γίνονται γενικά αποδεκτά και έτσι σταδιακά μετατρέπονται σε χρήματα. Δεν είναι απαραίτητο να υποθέσουμε τη δημιουργία χρημάτων μέσω συλλογικής συνεννόησης.

Ο μεθοδολογικός ατομικισμός εφαρμόστηκε επίσης επιτυχώς σε πολλές άλλες περιπτώσεις, όπως στην προέλευση του καταμερισμού της εργασίας, στην προέλευση των εθνών και σε μάλλον τεχνικά ζητήματα όπως στην εξήγηση των επιπτώσεων της αναδιανομής που προκύπτει από την παραγωγή χρήματος.7 Έχει αποδειχθεί η χρησιμότητά του, ιδίως στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες έθεσε ως στόχο να εξηγήσει κοινωνικά φαινόμενα σε συνολικό επίπεδο, όπως προκύπτουν από ατομικές αντιλήψεις, στόχους, και αξίες. Εν ολίγοις, έχει αποδείξει την αξία του στην ιστορική ανάλυση.

IV

Για να κατανοήσουμε την επισήμανση μας, ότι ο μεθοδολογικός ατομικισμός δεν είναι μια μέθοδος οικονομικής θεωρίας, είναι καλύτερο να ξεκινήσουμε με μερικά παραδείγματα για το τι είναι η οικονομική θεωρία. Εξετάστε τους ακόλουθους οικονομικούς νόμους:

  • Μια πιο σύνθετη/επιμήκης μορφή παραγωγής, είναι πιο παραγωγική (σε φυσικούς όρους) από μια λιγότερο σύνθετη και άμεση μορφή  παραγωγής.
  • Όταν τα Χ άτομα κατανέμουν την εργασία μεταξύ τους, η εργασία τους είναι πιο παραγωγική (σε φυσικούς όρους) από ότι θα ήταν αν τα ίδια Χ άτομα είχαν παραγάγει το ίδιο είδος προϊόντων απομονωμένα το ένα από το άλλο.
  • Υπό την έμμεση ανταλλαγή, η αγορά (και κατά συνέπεια ο καταμερισμός της εργασίας) είναι μεγαλύτερη από ότι θα ήταν με την άμεση ανταλλαγή (αντιπραγματισμό).
  • Οποιαδήποτε ποσότητα χρημάτων μπορεί να χρησιμεύσει ως μέσο συναλλαγής, για κάθε όγκο συναλλαγών, εκτός αν υφίστανται τεχνολογικοί περιορισμοί (i.e. μέγεθος κερμάτων).

Αυτές οι προτάσεις, είναι αυθεντικές θεωρητικές προτάσεις υπό την έννοια των διδαχών του von Mises. Διατυπώνουν ισχυρισμούς σχετικά με χρονικά και τοπικά αμετάβλητες σχέσεις μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος. Η έμμεση ανταλλαγή, για παράδειγμα δεν λέγεται ότι έχει δημιουργήσει περισσότερες ευκαιρίες ανταλλαγής από ότι η άμεση ανταλλαγή (αντιπραγματισμός) πέρυσι στη Βραζιλία – ή ότι θα έχει αυτό το αποτέλεσμα τον επόμενο μήνα στη γαλλική Ριβιέρα. Λέγεται ότι έχει αυτό το αποτέλεσμα, ανά πάσα στιγμή και σε κάθε τόπο.

Το ερώτημα είναι αν χρειάζεται ο μεθοδολογικός ατομικισμός για να επιδείξει τέτοιες προτάσεις. Η απάντηση είναι αρνητική. Ο μεθοδολογικός ατομικισμός, μας βοηθά να κατανοήσουμε γιατί και πώς μπορούν να προκύψουν αθροιστικά φαινόμενα από μεμονωμένες ενέργειες. Αλλά δεν μας βοηθά να επιδείξουμε προτάσεις σχετικά με αμετάβλητες – ή ακόμα και απαραίτητες – σχέσεις μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος. Για παράδειγμα, δεν είναι αυτονόητα αδύνατο να δημιουργήσουμε χρήματα μέσω συλλογικής σύσκεψης σε κάποιο συμβούλιο. Και, ούτε είναι αδύνατο οι αυξήσεις της προσφοράς χρήματος να μην επιφέρουν φαινόμενα αναδιανομής. Αντιθέτως, οι προτάσεις της οικονομικής θεωρίας, σύμφωνα με τον von Mises, έχουν σκοπό να κάνουν δηλώσεις σχετικά με αναγκαία αιτιώδη συνάφεια.

Ας εξετάσουμε το πρώτο μας παράδειγμα λεπτομερέστερα. Γνωρίζουμε τις επιπτώσεις της σύνθετης παραγωγής σε δύο στάδια: πρώτα αναλύουμε γενικά τις συνθήκες παραγωγής και στη συνέχεια μελετάμε πώς μια διαδικασία παραγωγής μεγαλύτερης ή μικρότερης εμβέλειας επηρεάζει αυτές τις συνθήκες. Στο πρώτο βήμα, συνειδητοποιούμε ότι η φυσική παραγωγικότητα της εργασίας υπόκειται στον νόμο των αποδόσεων. Στο δεύτερο βήμα, μαθαίνουμε ότι η επιμήκης παραγωγή μεγαλύτερης εμβέλειας σημαίνει ότι θα αφαιρεθεί χρόνος από την παραγωγή των καταναλωτικών αγαθών, για να αυξηθεί ο εφοδιασμός των άλλων συντελεστών έτσι ώστε η ανθρώπινη εργασία να γίνει πιο παραγωγική. Παρατηρήστε, ότι εδώ δεν απομακρυνόμαστε από οποιαδήποτε συγκεκριμένη επιλογή.

Αντίθετα, συγκρίνουμε τις συνέπειες δύο διαφορετικών υποθετικών ενεργειών: πιο επιμήκη/σύνθετη παραγωγή, σε σύγκριση με την με λιγότερο επιμήκη και άμεση. Αυτές οι δύο υποθετικές πορείες δράσης, συνδέονται εκ των προτέρων με αιτιώδη σχέση μεταξύ τους, από το γεγονός ότι είναι εναλλακτικές επιλογές. Ο αιτιώδης σύνδεσμος τους είναι η σπανιότητα – το γεγονός ότι η επιλογή μιας πορείας δράσης εμποδίζει την πραγματοποίηση όλων των άλλων δράσεων που θα μπορούσαν επίσης να είχαν επιλεγεί. Η επιλογή μιας εναλλακτικής λύσης αναγκαστικά προκαλεί την απόρριψη των άλλων.

Η συγκριτική ανάλυση μας παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις σχετικές συνέπειες της επιλογής μίας και όχι μιας άλλης δράσης – ανεξάρτητα από το ποια θα επιλέξει κανείς. Εάν αυτές οι σχετικές συνέπειες είναι αμετάβλητες, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, τότε έχουμε προσδιορίσει έναν οικονομικό νόμο, δηλαδή μια αναγκαία σχέση μεταξύ των εναλλακτικών επιλογών, αφενός, και των σχετικών συνεπειών τους, αφετέρου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως είδαμε, ο νόμος μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: «Η παραγωγή μεγαλύτερου μήκους είναι πιο παραγωγική (από φυσική άποψη) από την μικρότερου μήκους παραγωγή».

Τώρα υποθέστε ότι εφαρμόζουμε αυτόν τον νόμο για να εξηγήσουμε την παρατηρούμενη συμπεριφορά. Τότε ο νόμος εξακολουθεί να διατηρεί τον συγκριτικό χαρακτήρα του, αλλά η σύγκριση δεν είναι πλέον καθαρά υποθετική. Μετατρέπεται σε αντιπαραβολή δεδομένων καθώς συγκρίνουμε την παρατηρούμενη συμπεριφορά με εναλλακτικές πορείες δράσης που θα μπορούσαν επίσης να είχαν επιλεγεί.8 Για παράδειγμα, εάν παρακολουθούμε τον Σμιθ να κυνηγάει κουνέλια με τόξο και βέλος, θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε: «Ο Σμιθ σκοτώνει περισσότερα κουνέλια απ’ ότι θα μπορούσε να σκοτώσει με τα γυμνά χέρια του επειδή ξόδεψε λίγο χρόνο για να κάνει πρώτα τόξο και βέλη». Και με την ίδια ακριβώς ακρίβεια, όσοι βλέπουν το ποτήρι μισό άδειο θα μπορούσαν να εξηγήσουν: «Ο Σμιθ σκοτώνει πολύ λιγότερα κουνέλια από ότι θα μπορούσε να σκοτώσει επειδή δεν ξόδεψε αρκετό χρόνο για να φτιάξει πρώτα ένα κυνηγετικό όπλο».

Ο μεθοδολογικός ατομικισμός δεν παίζει ρόλο σε αυτή την επίδειξη. Ούτε θα έπαιζε κανένα ρόλο εάν εξετάζαμε τα άλλα τρία αρχικά παραδείγματα με περισσότερη λεπτομέρεια. Ο λόγος είναι ότι εξυπηρετεί ένα πολύ διαφορετικό είδος εξήγησης από αυτό που προσφέρει η οικονομική θεωρία. Εξυπηρετεί στο να εξηγήσει την παρατηρούμενη συμπεριφορά που προκύπτει άμεσα από (ενδεχόμενα) μεμονωμένα κίνητρα που προκάλεσαν αυτή τη συμπεριφορά. Αντίθετα, οι οικονομικοί νόμοι χρησιμεύουν για να εξηγήσουν τα (αμετάβλητα) αίτια και τις συνέπειες της ανθρώπινης συμπεριφοράς σε σύγκριση με εντελώς διαφορετικές, εναλλακτικές πορείες δράσης που σχετίζονται με την παρατηρούμενη συμπεριφορά μέσω του a priori αξιώματος της σπανιότητας.

Ο μεθοδολογικός ατομικισμός δεν είναι λοιπόν ένα βασικό θεμέλιο πάνω στο οποίο ανεγείρεται το οικοδόμημα της οικονομικής θεωρίας. Είναι στην πραγματικότητα το αντίστροφο. Μόνο εάν έχουμε μια σωστή οικονομική θεωρία για πρώτη φορά, μπορούμε να εφαρμόσουμε με επιτυχία μεθοδολογικό ατομικισμό για να αναδημιουργήσουμε την εμφάνιση φαινομένων σε συνολικό επίπεδο. Για παράδειγμα, στην Menger-ιανή εξήγηση της προέλευσης των χρημάτων, το σημείο εκκίνησης είναι το γεγονός ότι η έμμεση ανταλλαγή ανά πάσα στιγμή και μέρος δημιουργεί περισσότερες ευκαιρίες ανταλλαγής από την αντιπραγματιστική ανταλλαγή. Εάν δεν υπήρχε αυτός ο οικονομικός νόμος, ο ισχυρισμός του Menger για την προέλευση του χρήματος δεν θα είχε κανένα νόημα. Εάν η έμμεση ανταλλαγή ήταν πιο ευεργετική από την αντιπραγματιστική μόνο σε ορισμένες χρονικές στιγμές και τόπους, αλλά όχι σε άλλες, ή αν το ασήμι ήταν πιο κατάλληλο ως μέσο ανταλλαγής από το βούτυρο μόνο σε ορισμένες χρονικές στιγμές και τόπους, αλλά όχι σε άλλα, τότε δεν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η τεχνική της έμμεσης ανταλλαγής γίνεται ολοένα και πιο διαδεδομένη μέσα από μια διαδικασία μάθησης και μίμησης. Οι άνθρωποι μπορούν να μάθουν κάτι, μόνο αν αυτό παραμείνει σταθερό στο χρόνο. Μόνο επειδή υπάρχει ένας οικονομικός νόμος στο παιχνίδι, κάποιος μπορεί να εφαρμόσει με επιτυχία μεθοδολογικό ατομικισμό για να εξηγήσει την προέλευση των χρημάτων.

V

Ο μεθοδολογικός ατομικισμός είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για την ιστορική ανάλυση. Αλλά, δεν είναι το θεμέλιο της οικονομικής θεωρίας. Φυσικά, θα μπορούσε κανείς να ορίσει την οικονομική θεωρία με τέτοιο μεγάλο εύρος ώστε να περιελάμβανε ακόμη και εκείνα τα στοιχεία που πράγματι αποκτήθηκαν με τη βοήθεια μεθοδολογικού ατομικισμού, όπως η εξήγηση του Menger για την προέλευση του χρήματος. Αλλά αυτό θα ήταν μια καθαρά βερμπαλιστική κίνηση εντυπωσιασμού. Υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά μεταξύ του λογικού χαρακτήρα των εξηγήσεων που βασίζονται στους οικονομικούς νόμους αφενός και του λογικού χαρακτήρα των εξηγήσεων που βασίζονται στον μεθοδολογικό ατομικισμό από την άλλη πλευρά. Ο σκοπός του παρόντος δοκιμίου ήταν να τονίσει και να διερευνήσει αυτή τη διαφορά.

 

***

Ο Jörg Guido Hülsmann είναι ανώτερος συνεργάτης του Ινστιτούτου Mises και ήταν διευθυντής έρευνας στο Ινστιτούτο από το 1999 ως το 2004. Είναι συγγραφέας των βιβλίων Mises: The Last Knight of Liberalism και The Ethics of Money Production . Διδάσκει οικονομικά στη Γαλλία, στο Université d’Angers.
Από το Ludwig von Mises Institute – How to Use Methodological Individualism

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.



Διαβάστε περισσότερα:
  1. Η έκφραση «μεθοδολογικός ατομικισμός» έχει διαμορφωθεί από τον Schumpeter. Βλέπε J.A. Schumpeter, «Der methodologische Individualismus», Wesen und Hauptinhalt der teoretischen Nationalökonomie (1908), μέρος Ι, κεφ. VI, σελ. 88-98.
  2. Δείτε συγκεκριμένα: L. von Mises, «The Principle of Methodological Individualism,» Human Action (Scholar’s edition, Auburn, Ala.: Mises Institute, 1998 [1949]), κεφ. 2, sect. 4 ; F.A. Hayek, «The Individualist and ‘Compositive’ Method of the Social Sciences,» The Counterrevolution of Science (Indianapolis: Liberty Press, 1979 [1952]), σελ. 61–76 ; L. Lachmann, The Legacy of Max Weber (Berkeley: Glendessary Press, 1971), σελ. 37–43; ο ίδιος, «Methodological Individualism and the Market Economy,» Capital, Expectations, and the Market Process (Kansas City: Sheed Andrews & McMeel, 1977), pp. 149–165; M.N. Rothbard, «Praxeology as the Method of the Social Sciences,» The Logic of Action (τεύχος 1, Aldershot: Elgar, 1997), σελ. 52–57; F. Machlup, «Ludwig von Mises: The Academic Scholar Who Would Not Compromise,» Wirtschaftspolitische Blätter, τεύχος 28, no. 4 (1981); E. Butler, Ludwig von Mises — Fountainhead of the Modern Microeconomics Revolution (Aldershot: Gower, 1988), πρόλογος.
  3. Αυτό το περίφημο επιχείρημα υποστηρίζει ο Carl Menger, στο Untersuchungen zur Methode der Socialwissenschaften und der politischen Oekonomie insbesondere (Leipzig: Duncker & Humblot, 1883), βιβλίο III, κεφ. 2, σελ. 153-171.
  4. Οι ατομικές κρίσεις αξίας και δράσεις «είναι δεδομένες τελικά, καθώς δεν μπορούν να αναχθούν σε κάτι που θα φαινόταν να είναι η απαραίτητη συνέπεια. Αν δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν θα ήταν επιτρεπτό να τις ονομάζουμε απόλυτα δεδομένες. Δεν είναι το σημείο εκκίνησης ενός συγκεκριμένου τρόπου σκέψης, της συγκεκριμένης κατανόησης των ιστορικών επιστημών της ανθρώπινης δράσης». Mises, Theory and History (New Haven: Yale University Press, 1957) σελ. 310, η έμφαση προστέθηκε από εμένα.
  5.  Mises, Theory and History, σελ. 183.
  6. Menger, Grundsätze der Volkswirtschaftslehre (Vienna: Braumüller, 1871), σελ. 250–260, στον ίδιοUntersuchungen, σελ. 171–183.
  7. Σχετικά με τη θεωρία της εμφάνισης και της παρακμής των γλωσσικών κοινοτήτων βλέπε Mises, Nation, State, and Economy (New York: New York University Press, 1983), κεφ. 1. Σχετικά με τις αναδιανεμητικές συνέπειες της παραγωγής χρήματος, του ιδίου Theory of Money and Credit (Indianapolis: Liberty Fund, 1980), κεφ. 12, Για μια συζήτηση της θεωρίας του καταμερισμού της εργασίας βλ. Hülsmann, «Discursive Rationality and the Division of Labor: How Cooperation Emerges,» American Journal of Economics and Sociology, τεύχος 58, no. 4, σελ. 713–727.
  8. Hülsmann, «Fact and Counterfactuals in Economic Law?» Journal of Libertarian Studies, vol. 17, no. 1, σελ. 57–102.