Πώς οι κοινωνίες πλουτίζουν και ευημερούν

0
364
Ευημερία
Η κοινωνία πρέπει να αποκηρύξει το κράτος ως θεσμό διατήρησης της κοινωνικής συνοχής και να συνειδητοποιήσει ότι ο μόνος τρόπος επίτευξης της είναι η ιδιοκτησία και η μη επιθετικότητα.

Η πρότασή μας εδώ στοχεύει στην κατάλυση του status quo και την ανάδειξη του φυσικού νόμου των αρνητικών δικαιωμάτων, της αυτοδιάθεσης και της ιδιοκτησίας. Με αυτά κατά νου, ο δρόμος προς της ευημερία αναγκαστικά θα οδηγήσει την κοινωνία με πιο συντηρητικά ριζοσπαστικές θέσεις

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Με τη δράση τους τα άτομα σε διαφορετικούς βαθμούς προσπαθούν να αντικαταστήσουν συνθήκες μικρότερης ικανοποίησης με συνθήκες μεγαλύτερης, δηλαδή προτιμούν περισσότερα ή ποιοτικότερα αγαθά από ότι λιγότερα ή υποδεέστερης ποιότητας και γενικά αποσκοπούν στη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους πάντα σύμφωνα με τις αξιακές προτιμήσεις τους. Επίσης, σε διαφορετικό βαθμό, το κάθε άτομο αναλογίζεται πότε στο μέλλον θα μπορέσει να αποκτήσει αυτά τα αγαθά, με άλλα λόγια το χρονικό διάστημα που απαιτείται μέχρι την απόκτησή τους. Λαμβάνει υπόψη και την αντοχή τους στο χρόνο όσον αφορά την χρήση τους. Επομένως, επιδεικνύει μία οικουμενική προτίμηση για όσο το δυνατόν πιο παρόντα αγαθά καθώς και για αγαθά περισσότερο ανθεκτικά από ότι λιγότερο ανθεκτικά. 1

Προτίμηση παρόντων έναντι μελλοντικών αγαθών

Κάθε οικονομικός δρων χρειάζεται κάποιον χρόνο για να πετύχει τον σκοπό του και, εφόσον κάθε άνθρωπος κατά τη διάρκεια που εργάζεται ως προς αυτόν τον σκοπό, οφείλει να καταναλώνει κάτι για να ζήσει, ο χρόνος είναι πάντοτε πεπερασμένος. Επομένως, ceteris paribus, τα παρόντα έναντι των μελλοντικών αγαθών είναι, και πρέπει να είναι σε διαφορετικό βαθμό, πιο πολύτιμα από τα μελλοντικά ή πιο απομακρυσμένα στον χρόνο αγαθά. Στην πραγματικότητα, εάν ο άνθρωπος δεν περιορίζονταν από την χρονική του προτίμηση και, εάν ο μόνος του περιορισμός αφορούσε την προτίμηση περισσότερων ή ποιοτικότερων αγαθών έναντι λιγότερων ή υποδεέστερων, θα διάλεγε πάντα εκείνες τις διαδικασίες παραγωγής που παρήγαγαν το μεγαλύτερο ή ποιοτικότερο ποσό αγαθών ανά μονάδα συντελεστή παραγωγής, ανεξαρτήτως από το μήκος χρόνου που θα απαιτούταν, ώστε αυτές οι μέθοδοι να αποδώσουν καρπούς. Θα αποταμίευε συνεχώς χωρίς να καταναλώνει. Για παράδειγμα, αντί ο Ροβινσώνας Κρούσος να φτιάξει αρχικά ένα πρόχειρο δίχτυ για να πιάνει ψάρια, θα περίμενε τόσο, ώστε να μπορέσει να κατασκευάσει ένα αλιευτικό τάνκερ για να ψαρεύει τον μέγιστο αριθμό ψαριών που ήταν δυνατός. Το ότι κανένας, συμπεριλαμβανομένου και του Κρούσου δεν μπορεί να πράξει με αυτόν τον τρόπο, δείχνει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί παρά να εκτιμά «χρονικά διαστήματα διαφορετικού μήκους με διαφορετικούς τρόπους σύμφωνα με το αν αυτά βρίσκονται πιο μακριά ή πιο κοντά από το σημείο κατά το οποίο ο δρων έλαβε μία απόφαση. Αυτό που περιορίζει το ποσοστό αποταμίευσης και επένδυσης λοιπόν είναι η χρονική προτίμηση». 2

Περιορισμένος από την χρονική του προτίμηση, ο άνθρωπος θα ανταλλάξει ένα τωρινό αγαθό με ένα μελλοντικό, αν και μόνο αν εκτιμά ότι έτσι θα αυξήσει ή θα βελτιώσει τα μελλοντικά του αγαθά, δηλαδή θα καταλήξει εν τέλει με ένα μεγαλύτερο εισόδημα. Ο βαθμός της χρονικής προτίμησης, ο οποίος είναι (και μπορεί να είναι) διαφορετικός από άτομο σε άτομο, από το ένα χρονικό σημείο στο επόμενο, δεν μπορεί παρά να είναι πάντα θετικός για όλους μας 3, καθορίζει και το ύψος του ασφαλίστρου (premium) που τα παρόντα αγαθά επιβάλλουν έναντι των μελλοντικών 4 Το φυσικό επιτόκιο της αγοράς αποτελεί το συνολικό αποτέλεσμα συμψηφισμού των ατομικών χρονικών προτιμήσεων, δηλαδή του κοινωνικού βαθμού χρονικής προτίμησης, της συνολικής αποταμίευσης (δηλαδή την συνολική ποσότητα τωρινών αγαθών που προσφέρονται σε αντάλλαγμα για μελλοντικά αγαθά) και της κοινωνικής επένδυσης (δηλαδή την ζήτηση για παρόντα αγαθά, τα οποία εκτιμάται ότι θα παράξουν μελλοντικά εισοδήματα).

Ο δανεισμός απαιτεί προηγουμένως αποταμιευμένα αγαθά

Καμία προσφορά αγαθών προς δανεισμό δεν μπορεί να υπάρξει, αν δεν έχει προηγηθεί κάποιου είδους αποταμίευση, δηλαδή αποχή από την κατανάλωση παρόντων αγαθών (ένα πλεόνασμα της παρούσης παραγωγής έναντι της παρούσης κατανάλωσης). Επίσης, καμία απαίτηση για δανεικά αγαθά δε θα υπήρχε, εάν κανείς δεν αντιλαμβανόταν την ευκαιρία να τα διαθέσει σε παραγωγικές διαδικασίες, δηλαδή να τα επενδύσει για να παράξει μελλοντικά αγαθά, τα οποία θα αύξαναν/βελτίωναν την ποσότητα των παρόντων αγαθών με την ολοκλήρωση της παραγωγικής διαδικασίας που επιλέχτηκε. Πράγματι, αν όλα τα παρόντα αγαθά καταναλώνονταν και κανένα δεν επενδυόταν σε χρονοβόρες διαδικασίες παραγωγής, το επιτόκιο θα ήταν απείρως υψηλό, κάτι το οποίο, εκτός αν ήμαστε στον Κήπο της Εδέμ 5 θα σήμαινε και την μετά βίας επιβίωση του ανθρώπου, καθώς αυτός θα προσπαθούσε να ικανοποιήσει τις ανάγκες του με τα γυμνά του χέρια, ψάχνοντας συνεχώς καρπούς και άλλα βρώσιμα αντικείμενα για να τα καταναλώσει επί τόπου.

Μία προσφορά και ζήτηση αγαθών προς δανεισμό συμβαίνει μόνο – από τη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης – εάν γίνει αντιληπτό πρώτον, ότι οι έμμεσες (δηλαδή πιο κυκλικές ή επιμήκεις) παραγωγικές μέθοδοι αποδίδουν μεγαλύτερα ή περισσότερα αποθέματα αγαθών ανά μονάδα παραγωγικού συντελεστή από ότι οι πιο άμεσες (ή λιγότερο επιμήκεις).6 Δεύτερον, πρέπει να είναι δυνατόν, μέσω της αποταμίευσης, να συγκεντρωθεί το ποσό παρόντων (καταναλωτικών) αγαθών που χρειάζονται για να ικανοποιούνται οι ανάγκες αυτών που συμμετέχουν στις πιο χρονοβόρες παραγωγικές μεθόδους, δηλαδή κατά τη διάρκεια της αναμονής από την εκκίνηση της παραγωγής μέχρι και την άφιξη των πρώτων αγαθών μετά τη λήξη αυτής. Η πιο χρονοβόρα παραγωγική διαδικασία επιλέχτηκε ακριβώς επειδή η μελλοντική κατάσταση μεγαλύτερης αφθονίας σε αγαθά εκτιμούταν πιο πάνω στην αξιακή κλίμακα των δρώντων έναντι της κατάστασης μη-κατανάλωσης (ή πιο περιορισμένης κατανάλωσης) κατά τη διάρκεια της παραγωγής.

Η αποταμίευση και η επένδυση ως προς την αύξηση της παραγωγικότητας και των εισοδημάτων

Με την προϋπόθεση ότι αυτές οι συνθήκες θα εκπληρωθούν, ο σχηματισμός κεφαλαίου και η συσσώρευση του θα ξεκινήσουν και θα συνεχιστούν. Η γη και η εργασία (οι πρωτόλειοι συντελεστές παραγωγής), αντί να υποστηρίζουν και να χρησιμοποιούνται για άμεση ικανοποίηση αναγκών και παραγωγικών μεθόδων που στοχεύουν σε άμεση ικανοποίηση, πλέον υποστηρίζουν πλεόνασμα παραγωγής έναντι της κατανάλωσης και χρησιμοποιούνται προς την παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών. Τα κεφαλαιουχικά αγαθά δεν έχουν αξία από μόνα τους, πέραν από την δυνατότητά τους να αποτελούν συνδετικό κρίκο του παρόντος με το μέλλον, μέλλον το οποίο στην ουσία φέρνει και τα καταναλωτικά αγαθά που έπονται της παραγωγής. Τα κεφαλαιουχικά αγαθά δηλαδή έχουν αξία, διότι θα παράξουν κάτι στο μέλλον, εφόσον τα καταναλωτικά αγαθά που θα προκύψουν βρίσκονται πιο κοντά στο σημείο εκκίνησης της παραγωγικής διαδικασίας και πιο κοντά χρονικά στον στόχο που θέλει να επιτύχει το άτομο. Η επιπλέον αξία (τιμή) ενός κεφαλαιουχικού αγαθού έναντι του ποσού που δαπανήθηκε στους συμπληρωματικούς ως προς τους πρωτόλειους συντελεστές παραγωγής, οφείλεται ακριβώς στην χρονική αυτή διαφορά και του οικουμενικού φαινομένου της χρονικής προτίμησης. Είναι το τίμημα που πληρώνει το άτομο για να «αγοράσει» χρόνο, για να μετακινηθεί πιο κοντά στην ολοκλήρωση του στόχου του, χωρίς να χρειάζεται να ξεκινήσει εντελώς από την αρχή. Για τον ίδιο λόγο, η αξία της τελικής παραγωγής πρέπει να υπερβαίνει το ποσό που δαπανήθηκε στους συντελεστές παραγωγής της (την τιμή που πληρώθηκε για τα κεφαλαιουχικά αγαθά και κάθε συμπληρωματική μονάδα εργασίας).7

Όσο χαμηλότερη η χρονική προτίμηση, τόσο πιο νωρίς αρχίζει ο σχηματισμός κεφαλαίου, και τόσο πιο γρήγορα θα επιμηκυνθεί η διαδικασία παραγωγής. Οποιαδήποτε αύξηση στην δομή παραγωγής και στα κεφαλαιουχικά αγαθά με τη σειρά της αυξάνει και την οριακή παραγωγικότητα της εργασίας 8. Αυτό οδηγεί σε αυξημένη απασχόληση είτε σε αύξηση μισθών, ή ακόμα και αν η προσφορά της εργασίας αρχίσει να γέρνει προς τα πίσω διαγραμματικά, σε μία αύξηση των γενικών αποδοχών συνολικά. Εφοδιασμένος με μία μεγαλύτερη ποσότητα κεφαλαιουχικών αγαθών, ένας καλύτερα πληρωμένος πληθυσμός θα παράγει ένα συνολικά αυξημένο – μελλοντικό – κοινωνικό προϊόν, ανεβάζοντας λοιπόν τα πραγματικά εισοδήματα 9 των ιδιοκτητών κεφαλαίου και γης.

Όσο υψηλότερη η χρονική προτίμηση, δηλαδή η κατανάλωση έναντι της αποταμίευσης, τόσο πιο σύντομη η παραγωγική διαδικασία, ceteris paribus, και τόσο μικρότερη η παραγωγικότητα του κεφαλαίου άρα και της γης και της εργασίας. Η απόκτηση και η αύξηση της παραγωγής θα ξεκινήσει αργότερα, επομένως και το βιωτικό επίπεδο της κοινωνίας θα αργήσει περισσότερο να αυξηθεί.

Γιατί ο αποταμιευτής αποταμιεύει;

Ο αποταμιευτής ανταλλάσσει παρόντα (δηλαδή καταναλωτικά) αγαθά για μελλοντικά (κεφαλαιουχικά) αγαθά με την προσδοκία ότι τα τελευταία θα του επιτρέψουν να αποκτήσει μεγαλύτερη γκάμα και ποσότητα καταναλωτικών αγαθών στο μέλλον. Εάν δεν ανέμενε κάτι τέτοιο, τότε δε θα αποταμίευε, αλλά, αντιθέτως, θα προτιμούσε την κατανάλωση έναντι της αποταμίευσης και της επένδυσης. Εάν αυτές οι προσδοκίες αποδειχθούν εν τέλει αληθείς (δηλαδή αποδώσει η επένδυση), και εφόσον οι υπόλοιπες μεταβλητές παραμείνουν σταθερές, η οριακή ωφέλεια των παρόντων (καταναλωτικών) αγαθών σε σχέση με αυτή των μελλοντικών, θα μειωθεί. Η χρονική του προτίμηση θα μειωθεί. 10 Θα αποταμιεύσει και θα επενδύσει περισσότερο σε σχέση με το παρελθόν, και το μελλοντικό του εισόδημα θα είναι ακόμα μεγαλύτερο, οδηγώντας, τηρουμένων των αναλογιών, σε ακόμα μεγαλύτερη μείωση της χρονικής του προτίμησης. Βήμα-βήμα λοιπόν, με αυτή τη διαδικασία η χρονική προτίμηση θα συνεχίσει να μειώνεται μέχρι να φτάσει πολύ κοντά στο μηδέν, χωρίς ποτέ να μηδενιστεί (πάντα πρέπει να υπάρχει κατανάλωση)11 Σε μία χρηματική οικονομία, ως αποτέλεσμα της παραίτησης από την παρούσα κατανάλωση προς μελλοντική κατανάλωση, ένας αποταμιευτής θα δει το εισόδημά του (αν επιτυγχάνουν οι επενδύσεις του) να αυξάνεται συνεχώς. Με ένα μεγαλύτερο εισόδημα στην κατοχή του, η οριακή ωφέλεια του χρήματος που κατέχει τώρα μειώνεται σε σχέση με το χρήμα που θα κατέχει στο μέλλον, το ποσοστό αποταμιεύσεων αυξάνεται και το μελλοντικό χρηματικό εισόδημα θα είναι ακόμα μεγαλύτερο. 12

Επιπλέον, σε μία οικονομία ανταλλαγών και συναλλαγών, ο αποταμιευτής ή επενδυτής συμβάλλει επίσης στην μείωση της χρονικής προτίμησης των συνανθρώπων του. Με την συσσώρευση κεφαλαιουχικών αγαθών, η σχετική σπανιότητα εργασίας αυξάνεται, και οι μισθοί, ceteris paribus, θα αυξηθούν. Οι μεγαλύτεροι μισθοί υπονοούν, τηρουμένων των αναλογιών, μεγαλύτερη προσφορά καταναλωτικών αγαθών για αυτούς που δεν αποταμιεύουν 13. Μεγαλύτερη προσφορά αγαθών με σταθερή τη ζήτηση θα οδηγήσει σε πτώση των τιμών των αγαθών. Αυτό θα αυξήσει τα διαθέσιμα εισοδήματα των μη-αποταμιευτών. Με περισσότερο διαθέσιμο εισόδημα, η οριακή ωφέλεια του χρήματος μειώνεται, (το ίδιο και η οριακή ωφέλεια των καταναλωτικών αγαθών, δηλαδή θα επέλθει κάποια στιγμή κορεσμός) και μπορούν πλέον, αντί να το διαθέτουν προς κατανάλωση, εναλλακτικά, να το διαθέσουν προς αποταμίευση, εάν αυτή βρίσκονταν χαμηλότερα στην αξιακή τους κλίμακα. Περισσότερες αποταμιεύσεις θα οδηγήσουν σε περισσότερες επενδύσεις και περεταίρω αύξηση της κεφαλαιουχικής δομής με τις συνέπειες που συνεπάγονται, όπως αναλύσαμε παραπάνω.

Επιπλέον, ως έμμεσο αποτέλεσμα της αύξησης των πραγματικών εισοδημάτων εξαιτίας της αύξησης των αποταμιεύσεων, η διατροφή και η υγεία μπορούν να βελτιωθούν και το προσδόκιμο ζωής να αυξηθεί. Περισσότερα πραγματικά εισοδήματα, απελευθερώνουν χρόνο για τους ανθρώπους, που, ενώ θα τον διέθεταν σε εργασία, πλέον μπορούν να χρησιμοποιήσουν σε ψυχαγωγία, δημιουργική απασχόληση, ισχυροποίηση των οικογενειακών δεσμών, προσωπική πνευματική εξέλιξη κλπ. Με παρόμοιο τρόπο, που ένα παιδί μεγαλώνει και διαπιστώνει ότι έχει περισσότερο χρόνο στη διάθεσή του, ο χρονικός του ορίζοντας μεγαλώνει. Μπορεί πλέον να εντάξει και άλλους στόχους στη ζωή του, να πραγματοποιήσει όνειρά του, να κάνει οικογένεια κοκ.14

Ταυτόχρονα, ο αποταμιευτής και επενδυτής εκκινεί μία διαδικασία «εκπολιτισμού». Δημιουργώντας μία τάση για χαμηλότερο χρονική προτίμηση, και όλοι (όσοι εμμέσως ή αμέσως συνδέονται μαζί του στο δίκτυο συναλλαγών τους) «ωριμάζουν» από την παιδικότητα στην ενηλικίωση και από το καθεστώς βαρβαρότητας προς τον πολιτισμό.15

Χτίζοντας μία συνεχώς επεκτεινόμενη δομή παραγωγής κεφαλαίου και ανθεκτικών καταναλωτικών αγαθών, το αποταμιευτής-επενδυτής επίσης σταθερά επεκτείνει την εμβέλεια και τον χρονικό ορίζοντα των σχεδίων του. Ο αριθμός μεταβλητών υπό τον έλεγχο και υπολογισμό του αυξάνεται. Αναλογικά, αυξάνεται και ο βαθμός βεβαιότητας του για το μέλλον, δηλαδή μπορεί και αποφεύγει το ρίσκο καλύτερα στα μελλοντικά του πλάνα. Αλλά, με το να βελτιώσει στην ουσία την γνώση του, αυτή μετατρέπεται, τρόπον τινά, και σε ένα «δημόσιο αγαθό», προσελκύοντας επίδοξους μιμητές και ακολούθους. Τα βήματα του αποταμιευτή ακολουθούν και άλλοι που θα ήθελαν την ίδια αύξηση εισοδήματος με εκείνον. Επομένως, χάρη στην χαμηλή χρονική προτίμηση του αποταμιευτή, ο συνάνθρωπος του που ήταν μέχρι πρότινος, περισσότερο προσανατολισμένος στο παρόν, αρχίζει και ο ίδιος να ακολουθεί την ίδια πορεία προς τον πολιτισμό έναντι του σταδίου της βαρβαρότητας, στο οποίο βρισκόταν. Η ζωή του παύει να είναι βάρβαρη, άσχημη, σύντομη και επιπόλαιη και μετατρέπεται σε πιο εκλεπτυσμένη, μακρύτερη, πιο ευχάριστη και άνετη.16. Κατά συνέπεια, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι οι μελλοντικές γενιές στην κοινωνία αποτελούν και «παράσιτα», που βασίζονται στον αποταμιευμένο πλούτο προηγούμενων γενεών. Είμαστε όλοι free riders της αποταμίευσης των προγόνων μας.

Τέλος, μία ακόμα επίπτωση της δράσης του αποταμιευτή είναι να μειώνει την εκφραζόμενη ζήτηση για αγαθά. Με όλα τα άλλα ίσα, αυτό σημαίνει και χαμηλότερες τιμές στην αγορά για όσους, εκείνη τη στιγμή ή περίοδο, έχουν υψηλότερη χρονική προτίμηση. Όπως και να έχει, ο αποταμιευτής ωφελεί την κοινωνία αμέσως και εμμέσως, απλά και μόνο με το να απέχει από την κατανάλωση.

Δομή παραγωγής και τεχνολογία

Έως τώρα, στην ανάλυσή μας θεωρούσαμε τη διαθέσιμη τεχνολογία δεδομένη και αμετάβλητη. Η διεύρυνση της παραγωγικής δομής, λόγω της δυνατότητας αποταμίευσης που οφείλεται με τη σειρά της στην χαμηλή χρονική προτίμηση του αποταμιευτή δίνει τη δυνατότητα και της συμπερίληψης καινούρια τεχνολογίας σε αυτή. Η καινούρια τεχνολογία έχει εξ αρχής παραχθεί λόγω της προηγούμενης αποταμίευσης άλλων δρώντων σε μία οικονομία. Αποτελεί και αυτή προϊόν επέκτασης της κεφαλαιουχικής δομής μέσω της αποταμίευσης. Η εισαγωγή νέας τεχνολογίας κατά μήκος μίας παραγωγικής διαδικασίας, δεν θα οδηγήσει και απαραίτητα στην επιμήκυνση της διαδικασίας στο χρόνο. Η εισαγωγή μίας νέας τεχνολογίας παραγωγής θα μπορούσε κάλλιστα να μειώσει το μέγεθος της παραγωγικής δομής. Όσο η τεχνολογία βελτιώνεται, τόσο η παραγωγή μπορεί να επιταχύνεται και τόσο μπορεί να αυξάνεται ο καταμερισμός εργασίας και η εξειδίκευση στα στάδια παραγωγής τα οποία φροντίζουν για την παραγωγή αυτής της τεχνολογίας.

Μία ενδιαφέρουσα συνέπεια της ενσωμάτωσης της τεχνολογίας είναι ότι μειώνονται οι απαιτήσεις σε εργασιακές γνώσεις. Μία μηχανή απλοποιεί τις διαδικασίες παραγωγής τόσο, ώστε ο χειρισμός της να είναι το μόνο πραγματικό πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσει ο εργαζόμενος. Η τεχνολογία γίνεται με τον καιρό πιο εύχρηστη (η πολυπλοκότητα έχει να κάνει κυρίως με την κατασκευή και συντήρηση/επιδιόρθωση της), διευκολύνοντας την απασχόληση των μη-ειδικευμένων εργαζομένων, εφόσον δεν μιλάμε απαραίτητα για αυτοματοποιημένη παραγωγή. Η αυτοματοποιημένη παραγωγή απελευθερώνει εργασία προς διάθεση σε άλλες ανάγκες. Πάντα υπάρχει δουλειά για να γίνει, διότι πάντα υπάρχουν ανθρώπινες ανάγκες.

Χρονική προτίμηση και επιτόκιο δανεισμού

Η τάση για χαμηλή προτίμηση και ως εκ τούτου μεγαλύτερη αποταμίευση, αυξάνει τα διαθέσιμα αγαθά προς δανεισμό. Η αποταμίευση αγαθών, αυξάνοντας τη δεξαμενή προσβάσιμων αγαθών προς δανεισμό για την περάτωση παραγωγικών στόχων στο μέλλον, έχει την τάση και συνδέεται με την μείωση του επιτοκίου δανεισμού. Η αύξηση των αποταμιευμένων αγαθών μειώνει και την οριακή τους ωφέλεια για τον δανειστή. Όσα περισσότερα έχει, τόσο πιο πρόθυμος γίνεται στο να τα δανείσει σε επίδοξους καπιταλιστές, ώστε να εισπράξει στο μέλλον το επιτόκιο από την μελλοντική παραγωγή. Η προθυμία του αυτή μεταφράζεται σε χαμηλότερο επιτόκιο. Δεδομένης της τάσης συνεχούς μείωσης της χρονικής προτίμησης προς το μηδέν (χωρίς ποτέ να φτάνει σε αυτό), το επιτόκιο θα παρουσιάζει ανάλογα μία πτωτική τάση παράλληλα με τη μείωση της χρονικής προτίμησης. Εφόσον λοιπόν, η χαμηλή χρονική προτίμηση οδηγεί σε περισσότερη αποταμίευση και αυτή με τη σειρά της σε επενδύσεις και μεγαλύτερη παραγωγικότητα κεφαλαίου ανεβάζοντας το συνολικό βιωτικό επίπεδο της κοινωνίας, τότε, θα λέγαμε, ότι τα χαμηλά φυσικά επιτόκια, αποτελούν και δείκτη της ευημερίας μίας κοινωνίας.

Υπό κανονικές συνθήκες – δηλαδή υπό την προϋπόθεση της αύξησης των επιπέδων διαβίωσης και των πραγματικών εισοδημάτων – το επιτόκιο μπορεί να αναμένεται να μειωθεί και τελικά να προσεγγίσει, χωρίς να φτάσει, το μηδέν. Με την άνοδο των πραγματικών εισοδημάτων, η οριακή ωφέλεια των σημερινών χρημάτων μειώνεται σε σχέση με εκείνη των μελλοντικών χρημάτων και ως εκ τούτου υπό την προϋπόθεση ceteris paribus ενός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος χρονικής προτίμησης, το επιτόκιο πρέπει να μειωθεί. Κατά συνέπεια, η αποταμίευση και οι επενδύσεις θα αυξηθούν, τα μελλοντικά πραγματικά εισοδήματα θα είναι ακόμη υψηλότερα και ούτω καθεξής. 17

Tα επιτόκια, κατά την πορεία της ανθρωπότητας παρουσιάζουν τάση μείωσης. Τα ελάχιστα επιτόκια των «κανονικών ασφαλών δανείων» ήταν περίπου 16% στην αρχή της οικονομικής ιστορίας της Ελλάδας τον 6ο αιώνα π.Χ. και μειώθηκαν στο 6% κατά την Ελληνιστική περίοδο. Στη Ρώμη, τα ελάχιστα επιτόκια μειώθηκαν κατά περισσότερο από 8% κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου της Δημοκρατίας σε 4% κατά τον πρώτο αιώνα της αυτοκρατορίας. Στην Ευρώπη του 13ου αιώνα, τα χαμηλότερα επιτόκια για τα «ασφαλή» δάνεια ήταν 8%. Τον 14ο αιώνα μειώθηκαν στο 5% περίπου. Τον 15ο αιώνα έπεσαν στο 4%. Τον 17ο αιώνα μειώθηκαν στο 3%. Και στα τέλη του 19ου αιώνα, τα ελάχιστα επιτόκια μειώθηκαν περαιτέρω σε λιγότερο από 2,5%.18. Φυσικά, λόγω πολέμων και καταστροφών, που οδηγούν και σε καταστροφή αποταμιεύσεων και αγαθών, τα επιτόκια, θα παρουσίαζαν σε αυτές τις περιόδους και αύξηση για να αντικατοπτρίσουν την απώλεια αυτή σε αποταμιεύσεις.

Από το 1815 και μετά, σε ολόκληρη την Ευρώπη και τον Δυτικό Κόσμο, τα ελάχιστα επιτόκια μειώθηκαν σταθερά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, κατά μέσο όρο, αρκετά κάτω από το 3% στις αρχές του αιώνα. Από τον Α’ Π.Π. και μετά αυτή η προηγούμενη τάση σταμάτησε και φαίνεται να έχει αλλάξει κατεύθυνση, αποκαλύπτοντας την Ευρώπη του 20ού αιώνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες ως παρακμάζοντες πολιτισμούς. Η ανοδική τάση των επιτοκίων φαίνεται να συνεχίζεται και στον 21ο αιώνα, ως ένδειξη της οικονομικής παρακμής του δυτικού πολιτισμού.19

Ο ρόλος του επιτοκίου σε μία οικονομία

Όπως αναφέραμε παραπάνω, το επιτόκιο αποτελεί και συνισταμένη της συνολικής χρονικής προτίμησης των δρώντων σε μία οικονομία. Το επιτόκιο εκπληρώνει, θα λέγαμε, έναν διπλό ρόλο: πρώτον, αποτελεί δείκτη ευημερίας και αποταμίευσης της κοινωνίας. Όσο πιο χαμηλό είναι το φυσικό επιτόκιο, τόσο πιο μεγάλο το κοινωνικό απόθεμα σε αποταμιευμένα αγαθά, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για περεταίρω επενδύσεις για την επέκταση της παραγωγικής δομής. Δεύτερον, το επιτόκιο αποτελεί μία τιμή αγοράς, η οποία αποτελεί και οδηγό επενδύσεων για το μέλλον. Με άλλα λόγια συντονίζει την κατανάλωση στο παρόν με την παραγωγή στο μέλλον. Ειδοποιεί δηλαδή τους επιχειρηματίες για τις ευκαιρίες που αυτοί έχουν να κάνουν επιτυχημένα επαγγελματικά πλάνα για το μέλλον.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι το φυσικό επιτόκιο είναι 10%. Αυτό σημαίνει ότι αν ο δανειολήπτης λάβει ένα δάνειο, ας πούμε, 100 ευρώ, η αξία των εκατό ευρώ στο τώρα για αυτόν εκτιμάται σε 110 ευρώ και, αντιθέτως, για τον δανειοδότη, η αξία τους εκτιμάται στο τώρα για 90 ευρώ. Τη διαφορά των 10 ευρώ ο δανειολήπτης θα την αποδώσει στον δανειοδότη μετά το πέρας της παραγωγικής διαδικασίας από την οποία ευελπιστεί ότι θα έχει εισπράξει επιτόκιο (δηλαδή απόδοση της επένδυσης) μεγαλύτερης από 10%, ειδάλλως δε θα επέλεγε να δανειστεί σε αυτό το επιτόκιο εξ αρχής. Αν η επένδυση που είχε προγραμματίσει ο αποταμιευτής απέδιδε σε αυτόν επιτόκιο, ας υποθέσουμε, 9%, δε θα προχωρούσε σε δανεισμό αποταμιευμένων αγαθών, διότι αυτό θα αποτελούσε και ζημία 1% επί της επιστροφής της επένδυσης. Θα έπρεπε να περιμένει μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για πτώση των επιτοκίων ή θα έπρεπε να επιλέξει κάποιο άλλο επιχειρηματικό σχέδιο. Βλέπουμε ότι το επιτόκιο, τρόπον τινά, «ρυθμίζει» την συμπεριφορά των αποταμιευτών-επενδυτών και τους κατευθύνει στις πιο αποδοτικές με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιστροφή επενδύσεις.

Μία φυσική αύξηση των αποταμιεύσεων θα οδηγούσε, τηρουμένων των αναλογιών, και σε χαμηλότερα επιτόκια, αυξάνοντας δηλαδή τη διαφορά απόδοσης επένδυσης και καταβληθέντος επιτοκίου στον δανειστή υπέρ της πρώτης. Έτσι λοιπόν, και εφόσον τα επιχειρηματικά σχέδια που αποδίδουν αυτή τη διαφορά ως εισόδημα στον αποταμιευτή-επενδυτή βρίσκονται εντός της κλίμακας αξιών του, θα πραγματοποιηθούν (μία διαφορά 2% για κάποιον θα μπορούσε να είναι αποδεκτή, για κάποιον άλλον όχι, κάτι που εξαρτάται από τις κλίμακες αξιών των δρώντων). Έτσι, διασφαλίζεται ότι αποταμιευμένοι πόροι θα καταλήξουν να χρησιμοποιηθούν από τους πιο πρόθυμους και ικανούς επενδυτές, εξασφαλίζοντας την επιτυχία των επιχειρηματικών τους πλάνων σε μεγάλο βαθμό. Για να ακριβολογήσουμε, τα αποταμιευμένα αγαθά εκ των οποίων ορίζεται το επιτόκιο δεν ανήκουν στον αποταμιευτή που επιζητεί την δανειοδότηση, αλλά και σε άλλους δρώντες μία οικονομίας. Επίσης, επειδή μιλάμε και συνήθως για δανεισμό σε χρήμα, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε εδώ, ότι το χρήμα αποτελεί και αντίκρυσμα σε αγαθά, καθώς, για να αποκτήσει ένα άτομο εισόδημα σε χρήμα, αρχικά πρέπει να έχει παραγάγει κάτι. Το χρήμα αποτελεί στην ουσία μέσο ανταλλαγής τίτλων ιδιοκτησίας επί αγαθών ανάμεσα στους δρώντες μίας οικονομίας. Αυτή αποτελεί μία σημαντική λεπτομέρεια η οποία λησμονείται από πολλούς οικονομολόγους. Έτσι λοιπόν, τα αποθεματικά των τραπεζών σε χρήμα (μιλώντας πάντα για φυσικά 100% αποθεματικά, παρακάτω θα αναλύσουμε την περίπτωση των κλασματικών αποθεματικών), αντικατοπτρίζουν πλήρως τη διαθεσιμότητα αποταμιευμένων αγαθών σε μία οικονομία.

Παρένθεση: είναι ένα τραπεζικό σύστημα αναγκαίο για την πραγματοποίηση επενδύσεων;

Η αποταμίευση πραγματοποιείται, όταν μέρος του εισοδήματος αποσύρεται από παρούσα κατανάλωση και αποθηκεύεται με στόχο είτε κατανάλωση στο μέλλον (επένδυση σε κατανάλωση), είτε για επένδυση που θα έχει ως στόχο την αύξηση της ποσότητας των διαθέσιμων μελλοντικών καταναλωτικών αγαθών (επένδυση σε παραγωγή). Εφόσον η αποταμίευση και άρα και η επένδυση γίνεται ατομικά, οι τράπεζες δεν είναι απαραίτητες για αυτόν τον σκοπό. Οι τράπεζες βοηθούν στην αποθήκευση των αποταμιευμένων αγαθών (και χρημάτων) και γενικά αποτελούν πόλους συγκέντρωσης πληροφορίας την οποία μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι δρώντες σε μία οικονομία. Μία ενδεχόμενη κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, κόντρα σε αυτό που πιστεύουν οι Μαρξιστές, δε θα έφερνε καταστροφή της αγοράς, απλά θα την καθυστερούσε ως προς την ενημέρωσή της ή τις επενδυτικές της δραστηριότητες.

Επιτόκια, κλασματικά αποθεματικά και κεντρικές τράπεζες

Ας εισέλθουμε τώρα σε μία οικονομία η οποία χρησιμοποιεί χρήμα αλλά το τραπεζικό της σύστημα λειτουργεί υπό το καθεστώς κλασματικών αποθεματικών. Αυτό σημαίνει το εξής: μία τράπεζα δεν είναι υποχρεωμένη να διατηρεί 100% των αποθεμάτων της σε χρήμα αλλά μόνο, ας πούμε, το 10%. Από αυτό συνεπάγεται ότι, εάν υπάρξει ταυτόχρονη απαίτηση για απόσυρση των χρημάτων από μία τράπεζα, αυτή δε θα μπορέσει να ανταποκριθεί σε αυτήν την υποχρέωση. Σε μία ελεύθερη αγορά μία τέτοια ανικανότητα της τράπεζας, να επιστρέψει δηλαδή τις καταθέσεις των πελατών της, θα συνιστούσε απάτη και ο νόμος θα την τιμωρούσε και εκ των περιουσιακών της στοιχείων θα αποζημίωνε τους πελάτες της. Τώρα, ένα σύστημα κλασματικών αποθεματικών 10% σημαίνει ότι για κάθε ένα δολάριο, η τράπεζα μπορεί να αυξάνει τα αποθεματικά κατά δέκα δολάρια, εκ των οποίων μπορεί τα 9 να τα δανείζει ή να τα «ρίχνει» σε κυκλοφορία κρατώντας 1 δολάριο ως απόθεμα.

Μία τράπεζα, χωρίς την ελπίδα για κάποια έκτακτη διάσωση, δε θα είχε το θάρρος να εκτεθεί σε τέτοιον κίνδυνο (θα αποτελούσε εξάλλου απάτη καθώς θα εξέδιδε περισσότερους τίτλους ιδιοκτησίας για χρήμα το οποίο δεν κατέχει), επομένως και θα προσπαθούσε να διατηρήσει τα αποθεματικά της όσο πιο κοντά στο 100% γίνεται. Για να μπορεί μία εμπορική τράπεζα να παραβλέψει αυτόν τον κίνδυνο λοιπόν, οφείλει να υπάρχει ένας μηχανισμός από πίσω της, που θα την προστατεύσει την ύστατη στιγμή. Αυτός ο μηχανισμός μπορεί να είναι ο κρατικός νόμος (ένας νόμος που βάζει για παράδειγμα capital control, ή δεν καταδικάζει τραπεζίτες για απάτη σε περίπτωση αποτυχίας επιστροφής των καταθέσεων), μία κεντρική τράπεζα που, με ακάλυπτο φίατ χρήμα ανακεφαλαιοποιεί τις τράπεζες επιτρέποντάς τις να επανεκκινήσουν την χρηματοπιστωτική επέκταση ή ακόμα και ένας συνδυασμός αυτών των δύο. 20

Με την αύξηση των διαθέσιμων πόρων προς δανεισμό από τις τράπεζες, τα επιτόκια αναγκαστικά θα οδηγηθούν σε πτωτικές τάσεις. Για να το καταλάβουμε καλύτερα, ας σκεφτούμε το εξής: μία τράπεζα πριν από το σύστημα των κλασματικών αποθεματικών είχε στα αποθεματικά της 1000 δολάρια. Έπρεπε, ανά πάσα στιγμή να έχει αυτά τα 1000 δολάρια διαθέσιμα για επιστροφή στον καταθέτη της. Αυτό θα την οδηγούσε σε μία διαδικασία «κοσκινίσματος» (τρόπος του λέγειν) των επίδοξων επενδυτών. Θα ανέβαζε τα επιτόκια, για να προσελκύσει επενδυτές που είχαν σχέδια υψηλών επενδυτικών αποδόσεων, που έδειχναν να γνωρίζουν καλύτερα την αγορά και είχαν περισσότερο αποταμιευμένο κεφάλαιο, ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερη εγγύηση ασφάλειας από το ρίσκο η ίδια η τράπεζα. Αντιθέτως, με την εισαγωγή των κλασματικών αποθεματικών, η τράπεζα αυτομάτως βρίσκεται με περισσότερο χρήμα στη διάθεσή της, προστασία με ανακεφαλαιοποίηση από την κεντρική τράπεζα και προστασία από κάποιον τραπεζικό πανικό. Η οριακή ωφέλεια των χρημάτων στη διάθεσή της μειώνεται, της είναι λιγότερο πολύτιμα να τα κρατάει «αδρανή», επομένως, ceteris paribus, θα τείνει να ρίχνει τα επιτόκια της για να τονώσει τον δανεισμό.

Χρονική προτίμηση, επιχειρηματικοί κύκλοι και επίπλαστη ευημερία

Τα επιτόκια πέφτουν λοιπόν, χωρίς να υπάρχει αντιστοίχιση στην χρονική προτίμηση των δρώντων σε μία οικονομία. Με άλλα λόγια, η κοινωνία είναι γενικά προσανατολισμένη στην κατανάλωση και όποια αποταμίευση συμβαίνει δεν αντικατοπτρίζει τα τεχνητώς χαμηλά επιτόκια. Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε αυτήν την κατάσταση ως μία «πάλη» ανάμεσα στην κατανάλωση και την αποταμίευση: η κοινωνία τείνει προς την κατανάλωση, ενώ οι κεντρικές τράπεζες την κάνουν να πιστεύει ότι στην ουσία αποταμιεύει 21. Οι επιχειρηματίες αρχίζουν και εξετάζουν την περίπτωση επενδύσεων. Βλέπουν ότι σε σχέση με τις υπολογισμένες επιστροφές στις επενδύσεις τους, τα επιτόκια δανεισμού είναι χαμηλότερα. Για παράδειγμα, ένας επιχειρηματίας που υπολόγιζε μία επιστροφή επένδυσης της τάξης του 10%, δε θα πραγματοποιούσε την επένδυση, αν το επιτόκιο δανεισμού ήταν από 10% και πάνω. Τώρα που αυτό βρίσκεται τεχνητά χαμηλότερα, η επένδυση κατά πάτα πιθανότητα θα συμβεί.

Τώρα, η (υπολογισμένη) επιστροφή στις επενδύσεις μας λέει κάτι: ο επιχειρηματίας στην ουσία υπολογίζει τη ζήτηση που θα έχουν τα αγαθά για το τελικό προϊόν που θα παράξει με τα κεφαλαιουχικά αγαθά στα οποία θα επενδύσει. Αν περιμένει θετική επιστροφή τότε το αγαθό θα ικανοποιήσει κατά πάσα πιθανότητα κάποιες καταναλωτικές ανάγκες. Αν η επιστροφή είναι αρνητική, τότε το αγαθό θα ήταν εν τέλει άχρηστο, οπότε και δεν θα το παρήγαγε εν τέλει (σε όλα αυτά υπολογίστε και ένα περιθώριο σφάλματος). Αυτός ο υπολογισμός με βάση τη διαφορά ανάμεσα στα επιτόκια δανεισμού και απόδοσης των επενδύσεων, επιτελούν τον ίδιο ρόλο, όπως κάθε τιμή σε μία οικονομία. Συντονίζουν τις παραγωγικές και καταναλωτικές δραστηριότητες των ανθρώπων και, στην περίπτωσή μας, αποτελούν κρίκο σύνδεσης του παρόντος με το μέλλον όσον αφορά την παραγωγή.

Με τα τεχνητά επιτόκια η κοινωνία, όπως είδαμε παραπάνω, βρίσκεται σε μία αντιφατική κατάσταση. Τείνει να καταναλώνει ενώ της δίνεται η εντύπωση ότι αποταμιεύει. Οι επιχειρηματίες ξεγελιούνται στο να πιστεύουν ότι υπάρχουν οι διαθέσιμες αποταμιεύσεις, ώστε να προχωρήσουν σε επενδύσεις επιμήκυνσης των γραμμών παραγωγής τους για την δημιουργία νέων καταναλωτικών αγαθών (ή περισσότερων καταναλωτικών αγαθών). Αρχίζουν λοιπόν να αντλούν από τις αποταμιεύσεις που υπάρχουν και ξεκινούν τα επενδυτικά τους σχέδια. Αυτό τείνει να δημιουργεί ανταγωνισμό ως προς την απόκτηση συντελεστών παραγωγής και επειδή η προσφορά τους είναι χαμηλή σε σχέση με τη ζήτηση (θυμηθείτε ότι η κοινωνία δεν αποταμίευσε σε βαθμό που να αξίζει η παραγωγή επιπλέον κεφαλαιουχικών αγαθών), η τιμή τους τείνει να ανεβαίνει. Με την τιμή των συντελεστών να ανεβαίνει (ανάμεσα στους συντελεστές είναι και η εργασία και η γη), τα περιθώρια κέρδους ανεβαίνουν ανάλογα. Περισσότεροι επιχειρηματίες μπαίνουν στην αγορά όπου διοχετεύονται τα χρήματα από τα χαμηλά επιτόκια.

Κάποια στιγμή όμως, δεδομένης της αύξησης των τιμών αυτών, η κεντρική τράπεζα αρχίζει να φοβάται για γενικευμένο πληθωρισμό (υπό την έννοια της αύξησης των τιμών, φυσικά, όλη η διαδικασία που περιγράφουμε είναι πληθωρισμός υπό την έννοια της αύξησης του της ποσότητας χρήματος) και αναγκάζεται να διακόψει αυτή τη χρηματοπιστωτική επέκταση αυξάνοντας τα επιτόκια, ενώ παράλληλα κάνει έκκληση προς τους δανειολήπτες επιχειρηματίες να αρχίσουν να αποπληρώνουν τα δάνειά τους. Όσο πιο απότομη η άνοδος των επιτοκίων, τόσο πιο σφοδρή θα είναι η μετάβαση από αυτόν τον οργασμό δαπανών σε μία κατάσταση ύφεσης. Εκτός αυτού, δεδομένης της έλλειψης αναλογικότητας αποταμιεύσεων και επιτοκίων, οι πραγματικές αποταμιεύσεις δε θα επαρκέσουν για την τελική υλοποίηση μεγάλης πλειοψηφίας των επενδύσεων. Από κάποια στιγμή και μετά, τα χρήματα της χρηματοπιστωτικής επέκτασης δε θα έχουν τίποτα να αγοράσουν για να συνεχιστούν τα επιχειρηματικά σχέδια που εκκινήθηκαν. Όλες οι εσφαλμένες επενδύσεις αποκαλύπτονται, και επειδή το επιτόκιο ήταν διαστρεβλωμένο κατά μήκος της αγοράς στην οποία στόχευε η χρηματοπιστωτική επέκταση, οι χρεοκοπίες επιχειρηματιών που δεν μπορούν να εξοφλήσουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις είναι μαζικές. Ενδεικτικά, λόγω αυτού, ένα από τα συμπτώματα του επιχειρηματικού κύκλου είναι τα μισοτελειωμένα έργα, γέφυρες, κτίρια, απούλητα σπίτια, μισοτελειωμένα εργοστάσια κοκ.

Τέλος, εφόσον τα επιχειρηματικά σχέδια δεν είχαν πραγματική επαφή με την χρονική προτίμηση των καταναλωτών (δεν έχουμε λόγο να υποθέσουμε ότι έχει αλλάξει, και αν έχει αλλάξει, θα ήταν πραγματικά απίθανο να υπερσκελίσει τις εσφαλμένες επενδύσεις), τα νέα αγαθά που θα έχουν προλάβει να παραχθούν μέσω αυτών των επενδύσεων, δε θα έχουν παρά ελάχιστη ζήτηση. Επομένως, δε θα γίνει και απόσβεση των επενδύσεων με αποτέλεσμα να μην έχουν και αποδόσεις μεγαλύτερες του επιτοκίου δανεισμού. 22.

Τι προσπαθεί λοιπόν να κάνει μία κυβέρνηση, όταν καταφεύγει σε χρηματοπιστωτική επέκταση; Στην ουσία προσπαθεί να προσομοιώσει τις συνθήκες ευμάρειας που υπήρχαν (τηρουμένων των αναλογιών) στο παρελθόν, όταν οι αποταμιεύσεις ήταν περισσότερες. Ξεγελώντας το κοινό λοιπόν ότι υπάρχει ευημερία (έχοντας προκαλέσει όλον αυτόν τον επενδυτικό οργασμό), μπορεί και καρπώνεται της όλης δραστηριότητας θεωρώντας ότι αυτή είναι υπεύθυνη, με τη νομισματική της πολιτική, να επαναφέρει το καπιταλιστικό σύστημα στον «ορθό» δρόμο. Όταν, αναπόφευκτα, θα επέλθει η φούσκα και η ύφεση, τότε ο κράτος και η κυβέρνηση μπορούν να αποδώσουν ευθύνες στην ελεύθερη αγορά για την οικονομική αποτυχία. Φυσικά, το κοινό, μη έχοντας κατά πλειοψηφία γνώση της απριοριστικής Αυστριακής λογικής, δεν έχει άλλη διέξοδο από το να πιστέψει ότι κάποια «αόρατη» δύναμη (καπιταλισμός) είναι υπεύθυνη για τα δεινά. Ζητά λοιπόν συνεχώς το κράτος να παρέμβει για να μετριάσει την κρίση και να μεγεθύνει την επιρροή του.

Ερχόμαστε λοιπόν στο ζήτημα του τι πρέπει να γίνει όταν η «φούσκα» σπάσει. Γνωρίζοντας τις αιτίες μπορούμε να δώσουμε και μία «θεραπευτική αγωγή». Η φούσκα ήταν αποτέλεσμα διαστρέβλωσης των τιμών επιτοκίου, η οποία οδήγησε και σε υπερτίμηση των συντελεστών παραγωγής αλλά και τις εργασίας. Επομένως, πρέπει οι κακές επενδύσεις να ρευστοποιηθούν και οι τιμές να επανέλθουν στα επίπεδα της αγοράς. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, η ανεργία θα αυξηθεί, η αποταμίευση θα αυξηθεί με ανάλογη πτώση της κατανάλωσης και γενικά θα υπάρχει μία περίοδος απαισιοδοξίας. Αυτό όμως που χρειάζεται είναι ακριβώς το πέρασμα από μία δυσάρεστη κατάσταση προς μία πιο ευχάριστη. Το κράτος, ο υπαίτιος της καταστροφής πρέπει να διατηρήσει τα χέρια του μακριά από την οικονομία μέχρι αυτή να αρχίσει να ορθοποδεί. Οποιαδήποτε παρέμβαση του κράτους θα επιβραδύνει αυτή τη διαδικασία. Φόροι και δαπάνες πρέπει να μειωθούν και γενικά κάθε τρόπος, ώστε να ελαχιστοποιηθεί η κρατική παρέμβαση, πρέπει να εφαρμοστεί.

Η επιστροφή σε μία ομαλή οικονομική ροή δε συνεπάγεται και εκκίνηση από το σημείο στο οποίο βρισκόταν η οικονομία πριν από την εκκίνηση της περιόδου άνθησης. Δεν είναι όλα τα αποτυχημένα σχέδια ρευστοποιήσιμα στον ίδιο βαθμό. Δεν μπορούμε για παράδειγμα να πάρουμε πίσω το 100% των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή κτιρίων, μηχανημάτων και άλλων κεφαλαιουχικών αγαθών. Υπό αυτήν την οπτική και δεδομένου του πλήθους των επιχειρηματικών κύκλων που έχουμε διανύσει, κάποιος μπορεί μόνο να σταθεί άναυδος μπρος την σπατάλη πεπερασμένων πόρων που έχει πραγματοποιηθεί ανά τους αιώνες εξαιτίας των κρατικών παρεμβάσεων στα επιτόκια και εξαιτίας της γενικότερης χρηματοπιστωτικής διαστρέβλωσης στην οποία εμπλέκονται οι κεντρικές τράπεζες.

Παράγοντες που επηρεάζουν τη χρονική προτίμηση των ανθρώπων

Έχοντας αναλύσει το οικουμενικό φαινόμενο της χρονικής προτίμησης και πώς αυτό είναι υπεύθυνο για τον καθορισμό του ποσού των αποταμιεύσεων διαθέσιμων για δανεισμό προς επίδοξους καπιταλιστές, καθώς και τον καθορισμό του επιτοκίου, καιρός είναι να αναλύσουμε και τους παράγοντες που επηρεάζουν τη χρονική προτίμηση των ανθρώπων. Θα τους χωρίσουμε σε δύο κατηγορίες: 1) ψυχολογικούς και βιολογικούς και 2) εξωγενείς.

Ψυχολογικοί και βιολογικοί παράγοντες

Πρώτον, η ηλικία ενός ανθρώπου έχει μεγάλη σημασία. Τηρουμένων των αναλογιών, ένα παιδί έχει υψηλότερη χρονική προτίμηση καθώς δεν διαθέτει τη νοητική ικανότητα για να βλέπει σε βάθος χρόνου. Αναμένεται η χρονική του προτίμηση να μειωθεί όσο μεγαλώνει, μέχρι να φτάσει στην τρίτη ηλικία, όπου, αναμένοντας το τέλος της ζωής του, το άτομο αρχίζει και αυξάνει τη χρονική του προτίμηση καθώς δεν έχει πια νόημα να αποταμιεύει ή να απέχει από την κατανάλωση επειδή ο χρονικός του ορίζοντας δεν μπορεί εκ φύσεως πλέον να είναι μακρύς. Φυσικά, σε όλα αυτά ρόλο παίζει η ιδιοσυγκρασία του ατόμου, η ανατροφή του και οι γενετικές του προδιαθέσεις. Αυτοί όμως είναι γενικά αστάθμητοι παράγοντες που δεν μπορούν να ελεγχθούν. Ας τους αναγάγουμε γενικά και απλά στη σφαίρα της «προσωπικότητας» των ανθρώπων.

Εξωγενείς παράγοντες

Σε αντίθεση, οι εξωγενείς παράγοντες αποτελούν και τους πιο πολυπληθείς σε αριθμό. Ας δούμε τους σημαντικότερους επιγραμματικά:

α) Τακτική εγκληματικότητα και φυσικές καταστροφές

Εάν μία κοινωνία ανά τακτά χρονικά διαστήματα δέχεται επίθεση από εγκληματίες ή βιώνει φυσικές καταστροφές, το κίνητρο για αποταμίευση μειώνεται και, τηρουμένων των αναλογιών, η χρονική προτίμηση δε θα μειωθεί τόσο όσο εάν δεν υπήρχαν αυτές οι δυσκολίες. Εάν τα διαστήματα κατά τα οποία αυτά τα δεινά λαμβάνουν χώρα είναι ομαλά και προβλεπόμενα, η κοινωνία κατά πάσα πιθανότητα θα μπορέσει να οργανώσει τις δραστηριότητές της έτσι, ώστε να προβλέπει την καταστροφή των αποταμιεύσεων. Στην περίπτωση φυσικών καταστροφών, οποιαδήποτε αποταμίευση πραγματοποιείται, σε πρώτο στάδιο λογικά θα αφιερωθεί σε έργα υποδομών, ώστε να αντισταθμίζεται συνεχώς καλύτερα η φυσική καταστροφή ή ακόμα και να απορροφάται εντελώς. Στην πραγματικότητα, τα έργα υποδομών αποτελούν και το μεγαλύτερο ποσοστό από τις συνολικές κοινωνικές αποταμιεύσεις, ακόμα και αν αυτά έχουν κατασκευαστεί από το κράτος (θα δούμε παρακάτω γιατί ισχύει αυτό).

Όσον αφορά την εγκληματικότητα, εάν οι επιθέσεις είναι σποραδικές και ακανόνιστες, τότε η χρονική προτίμηση δεν θα επηρεαστεί πολύ. O εγκληματίας θα φύγει με τη λεία του και μπορεί να μην τον ξαναδεί ποτέ κανένας. Αποταμιεύσεις της κοινωνίας μπορούν να διατεθούν στη φύλαξη (αμυντικά έργα ή προσωπικό ασφαλείας) για να εξαλειφθεί το πρόβλημα, εκτός και αν η εγκληματικότητα είναι θεσμοθετημένη. Όπως και αν έχει η παρουσία εγκληματικότητας μειώνει τον χρονικό ορίζοντα του ατόμου και το προσανατολίζει προς το παρόν. Αφού ληφθούν υπόψη οι ζημιές και αποκατασταθούν οι βλάβες, η τάση προς την πτώση της χρονικής προτίμησης και της ακολουθούμενης διαδικασίας εκπολιτισμού θα συνεχίσει την προηγούμενη πορεία της. Στο μέλλον, τόσο η προστασία κατά του εγκλήματος όσο και των φυσικών καταστροφών μπορεί να αναμένεται να υποστεί διαρκή βελτίωση 23. Επίσης, ο εγκληματίας κατά πάσα πιθανότητα διακατέχεται και αυτός από υψηλή χρονική προτίμηση καθώς τείνει να προτιμά την αμοιβή στο τώρα (λεία από το έγκλημά του) περισσότερο από την ενδεχόμενη (αν υπάρξει και ποτέ) τιμωρία του στο μέλλον 24.

β) Φορολογία και οποιαδήποτε μορφή απαλλοτρίωσης από το κράτος

Η επιβολή ενός κυβερνητικού φόρου επί της περιουσίας ή του εισοδήματος παραβιάζει δικαιώματα ιδιοκτησίας ή τα δικαιώματα επί του εισοδήματος του παραγωγού όσο και η κλοπή. Και στις δύο περιπτώσεις η διαθεσιμότητα αγαθών του ιδιοκτήτη-παραγωγού μειώνεται ενάντια στη θέλησή του και χωρίς τη συγκατάθεσή του 25. Γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι ο παραγωγός θα πέσει θύμα απαλλοτρίωσης στο μέλλον, θα στραφεί προς την κατανάλωση όσου εισοδήματος θεωρεί ότι αξίζει να κρατήσει έναντι αυτού που θα χάσει. Με την προοδευτική φορολογία μάλιστα, με την αύξηση του φόρου για κάθε δεδομένο επίπεδο εισοδήματος, ο παραγωγός θα χάσει κίνητρα προς παραγωγή και θα στραφεί προς την παρούσα κατανάλωση του παρόντος εισοδήματός του. Επίσης, αν θέλει να παράξει παραπάνω, θα πρέπει να δουλέψει σκληρότερα (εφόσον μέρος του εισοδήματος του θα παρακρατηθεί) αυξάνοντας τον φόρτο εργασίας του. Αν θεωρεί ότι η αντι-ωφέλεια της επιπρόσθετης εργασίας είναι μεγαλύτερη από την ωφέλεια της εργασίας, τότε δε θα εργαστεί και καθόλου. Όσο μεγαλύτερη η (προοδευτική) φορολογία, τόσο πιο έντονη και η επίδρασή της στην αύξηση της χρονικής προτίμησης του ατόμου 26.

Πέραν αυτού, η φορολογία μειώνει a priori και το ποσοστό επί του εισοδήματος το οποίο θα αποταμιευθεί. Ως εκ τούτου, η φορολογία πλήττει την αποταμίευση χωρίς να προηγηθεί αλλαγή στη χρονική προτίμηση. Ας υποθέσουμε ότι ένα άτομο έχει εισόδημα 1000 ευρώ. Τα 1000 ευρώ θα πρέπει να τα κατανείμει στις εξής χρήσεις: κατανάλωση, αποταμίευση, επένδυση. Μία φορολογία 10% επί του εισοδήματος, θα του αφήσει 900 ευρώ προς ταξινόμηση σε αυτές τις κατηγορίες. Μειωμένης της ποσότητας του εισοδήματος, αυξάνεται η οριακή ωφέλεια ανά μονάδα του και, εφόσον η κατανάλωση βρίσκεται πάντοτε πρώτη στην αξιακή κλίμακα του ατόμου (ειδάλλως θα πέθαινε), τότε κύριο πλήγμα δέχονται η αποταμίευση και κατά συνέπεια και η επένδυση. Η ενδεχόμενη κεφαλαιουχική ανάπτυξη μειώνεται και κατ’ επέκταση και το συνολικό κοινωνικό όφελος.

γ) Πληθωρισμός

Ανάλογα σε τι επίπεδο πληθωρισμού βρισκόμαστε (εννοούμε την αύξηση της ποσότητας του χρήματος), οι επιπτώσεις θα είναι διαφορετικές. Εάν ο πληθωρισμός είναι σποραδικός (ανακάλυψη για παράδειγμα κοιτασμάτων χρυσού), τότε η αύξηση της ποσότητας του χρήματος θα αντισταθμιστεί αργά ή γρήγορα από την παραγωγικότητα του κεφαλαίου. Εάν είναι σταθερός, δηλαδή μία σταθερά προβλέψιμη αύξηση του χρήματος και κατά συνέπεια μείωση της αγοραστικής δύναμης του χρήματος επί σταθερής βάσης, τότε δείκτες πληθωρισμού θα συμπεριληφθούν στα επιτόκια και σε άλλες τιμές. Δεδομένης της μείωσης της αξίας ανά μονάδα χρήματος, ο χρονικός ορίζοντας των ατόμων μειώνεται (στο μακρινό μέλλον το χρήμα θα έχει μικρότερη αξία, άρα δεν αξίζει να κρατηθεί για πολύ). Όσο μεγαλύτερη η υποτίμηση του χρήματος, τόσο μεγαλύτερη και η αύξηση της χρονική προτίμησης ceteris paribus.

Τώρα, σε περιπτώσεις υπερπληθωρισμού, η χρονική προτίμηση εκτινάσσεται. Εφόσον η αγοραστική δύναμη του χρήματος μπορεί να μειωθεί απανωτά πολλές φορές την ίδια μέρα ή ακόμα και την ίδια ώρα, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να κρατηθεί χρήμα για μελλοντική κατανάλωση. Κάθε άτομο θα τρέχει να προλάβει να το δαπανήσει αμέσως για να προλάβει την επόμενη αύξηση των τιμών. Τέτοιες καταστάσεις βίωσαν οι κάτοικοι στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης αλλά και τώρα στη Βενεζουέλα και τη Ζιμπάμπουε. Σταθερά πληθωριστικά καθεστώτα, υπό την έννοια του προβλέψιμου πληθωρισμού, έχει ο δυτικός κόσμος κατά βάση 27.

Ιδιοκτησία, οικονομικός υπολογισμός και ευημερία

Αναλύσαμε έως τώρα τις δυναμικές, οι οποίες επιτρέπουν την συσσώρευση κεφαλαίου, η οποία με τη σειρά της επιτρέπει την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, αύξηση των μισθών, της παραγωγής, πτώση των τιμών και γενικά τη βελτίωση, κατ’ επέκταση του βιοτικού επιπέδου όλης της κοινωνίας. Είδαμε επίσης τους εχθρούς ή μάλλον τα εμπόδια τα οποία μπορούν να σταματήσουν ή να εμποδίσουν αυτήν την διαδικασία «εκπολιτισμού». Αποκλείοντας λοιπόν την ύπαρξη αυτών των δυσκολιών, οφείλουμε εδώ να αναφέρουμε τον χαρακτηριστικό παράγοντα που κάνει όλη αυτή τη διαδικασία δυνατή. Για να μπορέσει ένα άτομο να δράσει σύμφωνα με τη χρονική του προτίμηση, πρέπει να είναι ελεύθερο από οποιονδήποτε εξαναγκασμό και βία, πρέπει με λίγα λόγια, να έχει πλήρη ιδιοκτησία του σώματός του. Δεύτερον, και κατ’ επέκταση από το πρώτο, ένα άτομο πρέπει να έχει πλήρη ιδιοκτησιακά δικαιώματα στο εισόδημα και την περιουσία του. Μόνο έτσι θα μπορεί να το διανείμει και να οργανώσει τις παραγωγικές του δραστηριότητες σύμφωνα με τον χρονικό του ορίζοντα. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, πρέπει να υπάρχει θεσμική κάλυψη των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και απονομής δικαιοσύνης προς τυχόν παραβάτες (κλέφτες δολοφόνους κτλ.). Η άμυνα και προστασία θα πρέπει να χρηματοδοτούνται εθελοντικά ειδάλλως θα μιλούσαμε πάλι για απαλλοτρίωση της περιουσίας και του εισοδήματος των ανθρώπων. Οι δαπάνες για άμυνα θα πρέπει και αυτές να γίνονται σύμφωνα με τη χρονική προτίμηση των ανθρώπων με στόχο της μεγιστοποίηση της αποτελεσματικής κατανομής πόρων28.

Η προστασία από τη βία, δεν είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο η ιδιοκτησία πρέπει να είναι νομικά και φυσικά κατοχυρωμένη. Όπως μας έδειξε ο Ludwig von Mises ήδη από το 1920, η ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής είναι και ο μοναδικός τρόπος για την ύπαρξη τιμών σε αυτά. Η ύπαρξη τιμών στα μέσα παραγωγής είναι ο μόνος τρόπος ώστε αυτά να αποκτήσουν και τιμές μέσω της δυνατότητας που δίνεται για ανταλλαγή τους 29. Με την ύπαρξη τιμών στα μέσα παραγωγής, μπορεί να γίνει υπολογισμός του κόστους ευκαιρίας και παραγωγής. Μέσω της δυνατότητας αυτής μπορεί κατ’ επέκταση να καθοριστεί και το ποσοστό αποταμίευσης που επιθυμεί το κάθε άτομο να κάνει ζυγίζοντας την καταναλωτική θυσία που κάνει στο παρόν για παραγωγή στο μέλλον. Χωρίς κάποια ένδειξη τιμών στους συντελεστές παραγωγής, η αποταμίευση θα ήταν αδύνατο να υπολογιστεί. Χωρίς ιδιοκτησία επί των συντελεστών παραγωγής, η χρονική προτίμηση των ατόμων παρακάμπτεται. Υπό αυτήν την έννοια, ένα πλήρως σοσιαλιστικό κράτος ή μία κομμουνιστική κοινωνία «κοινοκτημοσύνης» των μέσων παραγωγής δε θα είχε τη δυνατότητα να υπολογίσει τα ποσοστά αποταμίευσης αναγκαία για την επέκταση της παραγωγικής της δομής, της βελτίωσης της παραγωγικότητας κεφαλαίου και γενικώς τον υπολογισμό των αποδόσεων των επενδύσεων. Μία κολλεκτιβιστική οικονομική οργάνωση, θα αποτελούσε ένα σύστημα κατανάλωσης και όχι παραγωγής. Θα παρέμενε τεχνολογικά και παραγωγικά στάσιμο εν μέσω εσφαλμένων κατανομών πόρων και εργασίας.

Συμπερασματικά, η ιδιοκτησία είναι εκείνος ο θεσμός που επιτρέπει όλα τα παραπάνω που αναφέραμε. Υπό αυτήν την έννοια η ιδιοκτησία είναι η αναγκαία (αλλά όχι και μοναδική) προϋπόθεση για την επίτευξη ευημερίας σε μία κοινωνία.

Ο δρόμος προς τον πλούτο και την ευημερία

Πιστεύω ότι σε αυτό το σημείο έχουμε φτιάξει ένα σαφές περίγραμμα του τρόπου με τον οποίο οι κοινωνίες αρχίζουν να πλουτίζουν και να ανεβάζουν το βιοτικό τους επίπεδο. Οι οποιεσδήποτε εισοδηματικές ανισότητες που δημιουργούνται αναπόφευκτα, εν τέλει τείνουν να οφείλονται στις διαφορές στη χρονική προτίμηση των ανθρώπων, στην προνοοητικότητά τους και την επιχειρηματική τους ικανότητα. Ως εκ τούτου, αντικειμενικά δε θα μπορούσαν να θεωρηθούν «κακές», διότι οφείλονται στην ουσία στα χαρίσματα και τις δυνατότητες των ανθρώπων 30.

Για να καταφέρει μία κοινωνία να ευημερήσει οφείλει πρώτον να αρχίζει να αναπτύσσει μία κουλτούρα «ιδιοκτησιακή» και ατομικιστική. Να τονίζει και να προασπίζει την προστασία των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων πάνω από τα «ανθρώπινα» δικαιώματα που τόσο ευαγγελιζόμαστε πλέον. Η κοινωνία οφείλει να κατανοήσει ότι τα «ανθρώπινα δικαιώματα» είναι πάνω απ’ όλα φύσει ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Τα νέα μέλη της κοινωνίας πρέπει να εκπαιδεύονται και να ανατρέφονται με γνώμονα την πρόνοια για το μέλλον, την εργατικότητα και την αποταμίευση και τη δημιουργία καλών φιλικών και συγγενικών σχέσεων, ώστε να υπάρχει δυνατότητα λήψης χείρας βοηθείας για δύσκολες μελλοντικές καταστάσεις. Για να συμβεί αυτό πρέπει να προτείνονται οι ευγενικοί τρόποι, η καλοσύνη και ο σεβασμός στο άτομο και την περιουσία αλλά και ο σεβασμός στο δικαίωμα για αυτοάμυνα σε περίπτωση επίθεσης.

Ιδεολογικά, η κοινωνία πρέπει να απορρίψει ή και να αποβάλει από τους κόλπους της άτομα και ιδεολογίες που τείνουν να στρέφουν τον κόσμο προς τον ηδονισμό, την υψηλή χρονική προτίμηση, τον κολεκτιβισμό και τον κομμουνισμό. Σε καμία περίπτωση δεν προτείνουμε την πρόκληση βλάβης σε αυτά τα άτομα, αλλά μάλλον τον δημόσιο και κοινωνικό τους αποκλεισμό, την πάλη ιδεών εναντίων αυτών και των ιδεολογιών τους. Κάτι τέτοιο ίσως οδηγήσει και τη δημιουργία «κοινωνικών συμβολαίων» ανάμεσα σε άτομα κοινοτήτων, όπου θα συμφωνούν σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς και χρήσης της περιουσίας τους. Κοινότητες οι οποίες θα αποβάλλουν μέλη τα οποία τείνουν στο κολεκτιβισμό, την επιθετικότητα, τον σοσιαλισμό και την δημοκρατία δεν είναι απίθανο να δημιουργηθούν. Προπάντων, η κοινωνία πρέπει να αποκηρύξει το κράτος ως θεσμό διατήρησης της κοινωνικής συνοχής και να συνειδητοποιήσει ότι ο μόνος τρόπος επίτευξης της είναι η ιδιοκτησία και η μη επιθετικότητα.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν και μία στροφή προς τον συντηρητισμό, όχι υπό την έννοια της διατήρησης της καθεστηκυίας τάξης, αλλά ως απόρριψη των «προοδευτικών» εκείνων ιδεολογιών που χαρακτηρίζονται από κολεκτιβισμό και δημοκρατικότητα, θετικά δικαιώματα και αναδιανομή. Μία ελεύθερη κοινωνία κατά βάση θα ήταν και μία συντηρητική κοινωνία υπό αυτήν την άποψη. Από την άλλη άποψη του συντηρητισμού, αυτό που προτείνουμε εδώ δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση κάτι το «συντηρητικό» δεδομένων των κυρίαρχων ιδεολογικών ρευμάτων του σοσιαλισμού, της δημοκρατίας και του «προοδευτισμού». Η πρότασή μας εδώ στοχεύει στην κατάλυση του status quo και την ανάδειξη του φυσικού νόμου των αρνητικών δικαιωμάτων, της αυτοδιάθεσης και της ιδιοκτησίας. Με αυτά κατά νου, ο δρόμος προς της ευημερία αναγκαστικά θα οδηγήσει την κοινωνία με πιο συντηρητικά ριζοσπαστικές (ας μου επιτραπεί η έκφραση) θέσεις .

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

Σημειώσεις:

  1. Σχετικά με αυτό μπορείτε να δείτε Ludwig von Mises, Human Action (1949) κεφ. 18 και 19, καθώς και Murray N. Rothbard, Man economy and state (1962) κεφ. 6
  2. Ludwig von Mises, Human Action, σελ. 483 και 491.
  3. Αν ήταν αρνητικός, αυτό θα σήμαινε ότι εκτιμούμε τα μελλοντικά αγαθά παραπάνω από τα παρόντα αγαθά. Δεν θα καταναλώναμε ποτέ παρά μόνο θα αποταμιεύαμε. Κάτι τέτοιο είναι άτοπο, καθώς θα οδηγούμασταν γρήγορα στον αφανισμό του ανθρώπινου είδους λόγω του ότι θα απείχαμε από την παρούσα κατανάλωση, αλλά ποτέ δεν θα φτάναμε σε σημείο να παράξουμε και να καταναλώσουμε κάτι στο μέλλον.
  4. Τα παρόντα αγαθά, όπως αναφέραμε τείνουν να είναι πιο πολύτιμα από τα μελλοντικά. Μία αγορά ενός μελλοντικού αγαθού στο παρόν (π.χ. λήψη ενός δανείου, που στην ουσία αποτελεί τη μεταφορά μελλοντικής κατανάλωσης στο παρόν), θα έρθει επιβαρυμένη με την διαφορά στην χρονική προτίμηση ανάμεσα στον δανειοδότη και στον δανειολήπτη. Στην περίπτωσή μας κάτι τέτοιο αποτελεί και το επιτόκιο.
  5. Δανείζομαι την έκφραση από τον Hans-Hermann Hoppe.
  6. Να ξεκαθαρίσουμε εδώ ότι αυτό δεν είναι πάντα αληθές, αλλά, δεδομένου του περιορισμού του ανθρώπου από την παγκόσμια σταθερά της χρονικής προτίμησης, θα προτιμούνται οι παραγωγικές μέθοδοι, οι οποίες θα προσφέρουν την μεγαλύτερη παραγωγικότητα στον μικρότερο χρόνο, κάτι το οποίο μπορεί, ceteris paribus, να πραγματοποιηθεί επιμηκύνοντας τις παραγωγικές διαδικασίες εφόσον η τεχνολογία παραμένει δεδομένη.
  7. Εδώ απαντάμε και στην φημισμένη Μαρξιστική πεποίθηση, ότι στα «τελικά στάδια» του καπιταλισμού, τα κέρδη δε θα επαρκούν για τη συντήρηση της καπιταλιστικής παραγωγικής δομής, κάτι που θα οδηγήσει στην κατάρρευση του καπιταλισμού. Όπως είδαμε όμως, πουθενά δεν κάναμε λόγο για κέρδη (δεν τα χρειαζόμαστε για την ανάλυσή μας) αλλά μόνο για διαφορές στις τιμές λόγω της διαφοράς στη χρονική προτίμηση του αγοραστή του κεφαλαιουχικού αγαθού και του πωλητή του. Η αρχική διαφορά (χωρίς να υπάρχει κέρδος) ανάμεσα στην τελική τιμή της παραγωγής που υπερβαίνει την τιμή των συντελεστών παραγωγής (δηλαδή το επιτόκιο), επαρκεί να συντηρήσει την καπιταλιστική δομή παραγωγής διότι είναι ίση και μεγαλύτερη από το «κόστος» παραγωγής (τιμή συντελεστών παραγωγής και εργασίας).
  8. Οριακή παραγωγικότητα εργασίας: κάθε επιπλέον μονάδα αγαθού που παράγεται x της τιμής που πωλείται στην αγορά
  9. Πραγματικό εισόδημα: ο αριθμός αγαθών που μπορούν να αποκτηθούν ανά μονάδα χρήματος. Να μην συγχυστεί με το απόλυτο εισόδημα που αφορά την έκφραση του εισοδήματος λογιστικά σε χρήμα.
  10. Hans-Hermann Hoppe, «Democracy the God that Failed» (2007), σελ. 6
  11. Εδώ εντοπίζουμε την εσφαλμένη ανησυχία των Κεϋνσιανών περί «υποκατανάλωσης» (βλ. John Meynard Keynes «General Theory» (1935) κεφ. 8 και κεφ. 9). Ποιο ακριβώς είναι το όριο με βάση το οποίο ορίζουμε ή ξεχωρίζουμε την «υπερκατανάλωση» από την «υποκατανάλωση» ή την κανονική «κατανάλωση»; Το ποσοστό του εισοδήματος των ατόμων που διατίθεται προς κατανάλωση βασίζεται στις αξιακές τους προτιμήσεις. Σύμφωνα πάντα με το άτομο, δεν υπάρχει ποτέ υποκατανάλωση, παρά μόνο μικρότερη ή μεγαλύτερη κατανάλωση. Σε αυτό το σημείο θα έπρεπε να αναρωτηθεί κανείς, αν ο Keynes μπήκε ποτέ στον κόπο να ασχοληθεί με την ατομική υποκειμενική ανάθεση αξίας στο εισόδημα των ανθρώπων, δηλαδή να ασχοληθεί με το πραγματικό αντικείμενο των οικονομικών.
  12. Βλ. σχετικά περί της οριακής ωφέλειας του χρήματος, Murray Rothbard, Man economy and State (1962), Μέρος. 4 υποκεφάλαιο 5.
  13. Οι μισθοί αυξήθηκαν λόγω μεγαλύτερης παραγωγικότητας. Μεγαλύτερη παραγωγικότητα σημαίνει και γενικά μεγαλύτερη προσφορά αγαθών.
  14. Η αύξηση του διαθέσιμου χρόνου ή του προσδόκιμου ζωής δε σημαίνει απαραίτητα ότι ο χρονικός του ορίζοντας θα μεγαλώσει (δηλαδή μείωση της χρονικής προτίμησης). Σημασία έχει η αντίληψη που έχει το άτομο για αυτήν την αύξηση του χρόνου γενικότερα.
  15. Hans-Hermann Hoppe, Democracy, the god that Failed, (2005), σελ. 7
  16. Ομοίως, σελ 7
  17. Βλ. Hans-Hermann Hoope, Political Economy of Monarchy and Democracy στο Journal Of Libertarian studies, τόμος 11, νο. 2, μεταφρασμένο στη σελίδα μας υπό τον τίτλο: Hans-Hermann Hoppe: Από τη Μοναρχία στη Δημοκρατία και στην παρακμή
  18. Homer & Sylla, A History of Interest Rates, σελ. 557–558.
  19. Βλ. Hans-Hermann Hoope, Political Economy of Monarchy and Democracy στο Journal Of Libertarian studies, τόμος 11, νο. 2, μεταφρασμένο στη σελίδα μας υπό τον τίτλο: Hans-Hermann Hoppe: Από τη Μοναρχία στη Δημοκρατία και στην παρακμή
  20. Περί του τραπεζικού συστήματος των κλασματικών αποθεματικών βλ. Murray N. Rothbard, The Mystery of Banking (2008), κεφ. 7 υποκεφ. 3. Hans-Hermann Hoppe, The economics and Ethics of Private Property(2006), μέρος πρώτο κεφ. 6 και 7
  21. Δείτε σχετικά με τους επιχειρηματικούς κύκλους Ludwig von Mises, Theory of Money and Credit (1912) Μέρος III, και IV. F. A. Hayek, Monetary Theory and the Trade cycle (1935) κεφ. 4
  22. Αντιπαραβάλετε τη φούσκα ακινήτων στη χώρα μας, όπου πολιτικοί μηχανικοί δεν κατάφεραν ποτέ να πουλήσουν τα σπίτια που κατασκεύασαν ή δεν τα τελείωσαν ποτέ. Η φούσκα ακινήτων την Ελλάδα είναι κλασική επιβεβαίωση του Αυστριακού κύκλου επιχειρήσεων. Η πραγματικότητα δηλαδή συμπεριφέρθηκε, όπως προβλέπει η θεωρία μας
  23. Περί της αποτελεσματικότητας ιδιωτικών φορέων παροχής προστασίας και δικαιοσύνης δείτε: Gustave de Molinari, The Production of Security (New York: Center for Libertarian Studies, 1977); William C. Wooldridge, Uncle Sam the Monopoly Man (New Rochelle, N.Y.: Arlington House, 1970). Murray N. Rothbard, For A New Liberty (New York: Macmillan, 1978). Hoppe, The Economics and Ethics of Private Property. Morris και Linda Tannehill, The Market for Liberty (New York: Laissez Faire Books, 1984)
  24. Περί εγκληματικότητας και χρονικής προτίμησης δείτε: Q. Wilson και Richard J. Herrnstein, Crime and Human Nature (New York: Simon and Schuster, 1985), σελ. 49-56 και 416-22. Edward C. Banfield, The Unheavenly City Revisited. Του ιδίου, Present-Orientedness and Crime, in Assessing the Criminal: Restitution, Retribution, and the Legal Process, Randy E. Barnett και John Hagel, eds. (Cambridge, Mass.: Ballinger, 1977).
  25. Hans Hoppe, Democracy The god that failed (2005), σελ 13
  26. Περί των επιπτώσεων της φορολογίας στην κοινωνική ευημερία δείτε: Murray N. Rothbard, Power and Market, Government and the Economy (1970, 1977), κεφ. 4, απόσπασμα του οποίου μπορείτε να βρείτε μεταφρασμένο στη σελίδα μας εδώ.
  27. Για μία ανάλυση και ιστορική αναδρομή του υπερπληθωρισμού στη Γερμανία δείτε: Ludwig von Mises, Ludwig von Mises on Money and Inflation (2010) κεφ. 9
  28. Για μία ανάλυση περί ιδιωτικού δικαίου και άμυνας δείτε: Hans-Hermann Hoppe, The private production of Defense (2009) και Robert Murphy, Chaos Theory (2002).
  29. Για το πρόβλημα οικονομικού υπολογισμού δείτε: Ludwig von Mises, Economic Calculation in the Socialist Commonwealth (1920). Για το πρόβλημα γνώσης του κεντρικού σχεδιασμού δείτε: F. A. Hayek, Individualism and Economic Order (1948) και Collectivist Economic Planning (1935). To δεύτερο περιέχει και το δοκίμιο του Ludwig von Mises και αποτελεί και τη συνδυασμένη επίθεση Hayek και von Mises ενάντια στον σοσιαλισμό.
  30. Σε αντίθεση με την ευρεία αναγνώριση του φαινομένου της χρονικής προτίμησης από τους οικονομολόγους, ιδίως εκείνων της «Αυστριακής Σχολής», αυτό δεν έχει αναλυθεί ενδελεχώς από κοινωνιολόγους και οικονομολόγους. Για μια αξιοσημείωτη εξαίρεση δείτε τον Edward Banfield, The Unheavenly City Revisited (Boston: Little, Brown, 1974), ειδικά κεφ. 3. Ο Banfield προσδιορίζει την χρονική προτίμηση ως υποκείμενη αιτία για την επίμονη διάκριση μεταξύ κοινωνικών τάξεων και πολιτισμών, ιδίως μεταξύ της «ανώτερης τάξης» και της «κατώτερης τάξης». Ενώ τα μέλη της πρώτης χαρακτηρίζονται από τον μακρινό χρονικό ορίζοντα, την αυτοπειθαρχία και την προθυμία να θυσιάσουν την παρούσα ευχαρίστηση σε αντάλλαγμα για ένα καλύτερο μέλλον, τα μέλη της «κατώτερης τάξης» χαρακτηρίζονται από τον προσανατολισμό στο τώρα και τον ηδονισμό τους. «Αν [το άτομο της κατώτερης τάξης] έχει κάποια επίγνωση του μέλλοντος, αυτή είναι κάτι σταθερό, μοιραίο, πέρα από τον έλεγχό του: τα πράγματα συμβαίνουν σε αυτόν, δεν τα κάνει να συμβούν. Η παρόρμηση κυβερνά τη συμπεριφορά του είτε επειδή δεν μπορεί να πειθαρχήσει τον εαυτό του για να θυσιάσει μία παρούσα για μία μελλοντική ικανοποίηση είτε επειδή δεν έχει καμία αίσθηση του μέλλοντος. Γι’ αυτό είναι ριζικά επιπόλαιο. […] Δουλεύει μόνο όσο πρέπει για να παραμείνει ζωντανός και παρασύρεται από την μια ανειδίκευτη δουλειά στην άλλη χωρίς να ενδιαφέρεται για το έργο του […] Είναι απρόσεκτος με τα πράγματα του […] και, ακόμη και όταν είναι σχετικά καινούρια, είναι πιθανό να είναι μόνιμα εκτός λειτουργίας λόγω έλλειψης μικρών επισκευών. Το σώμα του, επίσης, είναι ένα πράγμα «το οποίο χρησιμοποιεί αλλά δεν συντηρεί» (Banfield, The Unheavenly City, σελ. 61-62). Τα φαινόμενα που συσχετίζονται συνήθως με την «κατώτερη τάξη», όπως η οικογενειακή αστάθεια, η ασυδοσία, τα αφροδίσια νοσήματα, ο αλκοολισμός, ο εθισμός στα ναρκωτικά, η βία, το έγκλημα, η υψηλή παιδική θνησιμότητα και το χαμηλό προσδόκιμο ζωής όλα έχουν την αιτία τους, τηρουμένων των αναλογιών, σε μία υψηλή χρονική προτίμηση. Η αιτία τους δεν είναι η ανεργία ή το χαμηλό εισόδημα. Μάλλον, σημειώνει ο Banfield, η αιτιώδης συνάφεια είναι, αν μη τι άλλο, η αντίστροφη: η διαρκής ανεργία και τα συνεχή χαμηλά εισοδήματα είναι επίσης τα αποτελέσματα μιας υποκείμενης υψηλής χρονικής προτίμησης. Άλλη μία εξαίρεση ως προς τη μελέτη της χρονικής προτίμησης από μη-οικονομολόγο δείτε: T. Alexander Smith, Time and Public Policy (Knoxville: University of Tennessee Press, 1988).