Πώς το κράτος υπονομεύει τον θεσμό της οικογένειας

0
370

Στην πραγματικότητα, το κράτος βλάπτει τη δομή της οικογένειας επιδεινώνοντας τη σχέση μεταξύ του κόστους και των οφελών της οικογενειακής ζωής.

 

Του Jörg Guido Hülsmann

Απόδοση στα Ελληνικά: Νίκος Μαρής

Οι ιδιόμορφες συνέπειες που προκύπτουν από τον κρατικό παρεμβατισμό είναι παρόμοιες σε όλους τους τομείς της οικονομικής και της κοινωνικής ζωής. Προβλήματα όπως η αδιαφορία, η διαρκώς μειούμενη αλληλεγγύη, η ανευθυνότητα, και ο βραχυπρόθεσμος προγραμματισμός, συχνά προκαλούνται ή επιδεινώνονται από τις -μερικές φορές καλοπροαίρετες- κρατικές παρεμβάσεις. Αυτό ισχύει τόσο για τις κρατικές παρεμβάσεις στο οικονομικό πεδίο και τις επιχειρήσεις, όσο και για την οικογενειακή πολιτική του κράτους. Για να το καταστήσουμε σαφές, χρειαζόμαστε πρώτα να κάνουμε μερικές παρατηρήσεις σχετικά με τα οικονομικά της οικογένειας, και στη συνέχεια να εξηγήσουμε το πώς η κρατική παρεμβατικότητα έχει την τάση να καταστρέφει τις οικογένειες από μέσα.

Ένα εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας που δεν έχει όμοιό του

Σύμφωνα με τον χριστιανικό ορισμό, η οικογένεια είναι μια κοινωνία μεταξύ ενός άνδρα και μιας γυναίκας, ενώπιον του Θεού, με τον Θεό, και για τον Θεό. Είναι ένα είδος λατρείας. Φυσικά, αυτό δεν είναι το μόνο κίνητρο για να ξεκινήσει κανείς μια οικογένεια, όμως η λατρεία είναι αυτό που καθορίζει τη χριστιανική οικογένεια.

Από αυτήν τη δια βίου συμφωνία ενώπιον του Θεού, με τον Θεό, και για τον Θεό, ακολουθεί με λογική αναγκαιότητα μια ολόκληρη σειρά περαιτέρω συνεπειών, π.χ., η επίσημη και δημόσια συμμαχία των συζύγων, η δια βίου πίστη, η δεκτικότητα στην απόκτηση αρκετών παιδιών, η απόρριψη της άμβλωσης, και η χριστιανική συντροφική αφοσίωση. Αντίθετα, όπου δεν υπάρχει αναφορά στο Θεό, δεν υπάρχει λογική σύνδεση μεταξύ αυτών των στοιχείων. Εμφανίζονται τότε ως, περισσότερο ή λιγότερο, αυθαίρετες συμβάσεις. Γίνονται προαιρετικές συμβάσεις στον ελεύθερο σχεδιασμό του προσωπικού τρόπου ζωής. Μερικές φορές γίνονται περιττές, ακόμη και εμπόδια.

Σε μια κοινωνία που χάνει την αγάπη για τον Θεό, η οικογένεια χάνει επίσης τη σταθερή της μορφή. Στη συνέχεια, η χριστιανική οικογένεια αντικαθίσταται σταδιακά από ένα συνονθύλευμα άλλων μορφών συνύπαρξης, που δημιουργούνται σύμφωνα με το γούστο του καθένα. Αυτό είναι αναπόφευκτο και δεν μπορεί να αποτραπεί με οποιαδήποτε ανθρώπινη παρέμβαση – ούτε καν από το κράτος.

Όμως η παραδοσιακή κυριαρχία της χριστιανικής οικογένειας δεν απειλείται μόνο από αυτήν τη διαδεδομένη αποστασία. Βρίσκεται επιπλέον -και σε μαζική κλίμακα- υπό την πολιορκία της κρατικής παρεμβατικότητας. Για να τα κατανοήσουμε όλα αυτά, ωστόσο, πρέπει πρώτα να λάβουμε υπόψη τους οικονομικούς λόγους για τους οποίους γεννιούνται και αναπτύσσονται οι οικογένειες. Ο πρώτος από αυτούς τους λόγους είναι ο καταμερισμός της εργασίας.

Η θεωρία του καταμερισμού της εργασίας μας διδάσκει ότι η εργασία των επαγγελματικά εξειδικευμένων ατόμων, που ανταλλάσσουν μεταξύ τους το πλεόνασμά τους σε προϊόντα, είναι πιο κερδοφόρος από τη μη εξειδικευμένη εργασία. Ο τσαγκάρης παράγει φυσικά περισσότερα παπούτσια, κι ο αρτοποιός περισσότερο ψωμί, από αυτό που θα χρειάζονταν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους. Αλλά το θέμα είναι ότι η εξειδίκευσή τους δημιουργεί συνολικά περισσότερα παπούτσια και ψωμιά  από ό,τι αν όλοι είχαν αφιερώσει ένα μέρος του χρόνου τους στην υποδηματοποιία και ένα άλλο μέρος στο φούρνισμα.

Η πιο σημαντική προϋπόθεση αυτού του μικρού θαύματος είναι ότι τα εξειδικευμένα άτομα έχουν διαφορετικά ταλέντα. Η παραγωγικότητα του καταμερισμού της εργασίας βασίζεται στην ανισότητα των συναλλασσόμενων εταίρων. Και γι ‘αυτό ακριβώς είναι τόσο αποτελεσματική η χριστιανική οικογένεια. Οι άνδρες και οι γυναίκες είναι διαφορετικοί και με χαρά συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον . Συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον στις πνευματικές και σωματικές τους ικανότητες, στις κοινωνικές τους δεξιότητες, στις πνευματικές και αισθητικές τους ευαισθησίες, και στην ψυχική τους ζωή. Τους είναι επομένως δυνατό να αναπτυχθούν μαζί σε όλες αυτές τις ανθρώπινες διαστάσεις, πέρα ​​από αυτό που θα τους ήταν δυνατό να πετύχουν μόνοι τους.

Ο διαγενεακός καταμερισμός της εργασίας εντός της οικογένειας είναι εξίσου σημαντικός. Οι γενιές είναι κι αυτές διαφορετικές, και αλληλοσυμπληρώνονται επίσης. Οι νέοι έχουν συνήθως μεγάλη ικανότητα εργασίας και δημιουργικότητα, αλλά λιγότερη εμπειρία και χρήματα. Η συνεργασία μεταξύ των γενεών μιας οικογένειας ευνοείται επίσης από την εμπιστοσύνη και την αγάπη που έχουν αναπτύξει για πολλά χρόνια, και οι οποίες είναι ανάγκη να ενισχυθούν ακόμα περισσότερο, σε σχέση με τα άτομα που δεν είναι μέλη της οικογένειας.

Από μια καθαρά οικονομική προοπτική, οι οικογένειες είναι ίσως η πιο αποτελεσματική μορφή ανθρώπινης οργάνωσης. Δυστυχώς, αυτό δεν εκτιμάται ποτέ σωστά, ούτε καν από τους οικονομολόγους. Πιθανότατα αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η απόδοση μιας οικογένειας έχει πολλές διαστάσεις , οι περισσότερες από τις οποίες είναι δύσκολο ή αδύνατο να μετρηθούν , σε αντίθεση με την απόδοση μιας εταιρείας ή ενός αθλητικού συλλόγου.

Οι οικογένειες είναι εξαιρετικά αποτελεσματικές, αλλά όχι αλάνθαστες. Συνήθως αποτυγχάνουν σε έναν από τους εξής σημαντικότερους τομείς που οδηγούν σε συγκρούσεις: χρήματα, ανατροφή παιδιών, σεξουαλικότητα. Εάν δεν υπάρχει κοινός παρονομαστής εδώ, εάν υπάρχει έλλειψη ελπίδας ή δεκτικότητας προς τα δώρα του Θεού, τότε είναι πιθανή η αποτυχία.

Αλλά πώς παροτρύνεται αυτή η αποτυχία από την παρέμβαση του κράτους;

Το κράτος και η οικογένεια

Για να απαντήσουμε σε αυτήν την ερώτηση, πρέπει πρώτα να λάβουμε υπόψη τη φύση του κράτους. Σύμφωνα με τον διαδεδομένο ορισμό του Max Weber, το κράτος αποτελεί μονοπώλιο νόμιμης βίας. Αυτή η έννοια του κράτους βασίζεται στη νομική έννοια του σύγχρονου κράτους – του κράτους που καθορίζει τον νόμο κατά την κρίση του. Αναδύθηκε τον 16ο και 17ο αιώνα από το δημόσιο διάλογο σχετικά με τον φυσικό νόμο και την αντικειμενική φύση του νόμου, που είναι πέρα ​​από την ανθρώπινη αυθαιρεσία. Σύμφωνα με τη σύγχρονη αντίληψη, το ίδιο το κράτος δεν έχει ειδικά δικαιώματα που αντιστοιχούν στις ειδικές του υποχρεώσεις. Αντίθετα, είναι πάνω από το νόμο με την αυστηρή του έννοια. Το κράτος είναι εντελώς ελεύθερο να αποφασίζει τι είναι σωστό και τι λάθος.

Μόλις αυτή η έννοια του νόμου και του κράτους αποκτήσει κάποια απήχηση, υπάρχει μια φυσική τάση προς την απεριόριστη μεγέθυνση του κράτους. Δεν υπάρχει λογικό φρένο σε αυτήν την τάση, επειδή οι εξουσίες και τα καθήκοντα του κράτους δεν είναι πλέον θεμελιωδώς περιορισμένα, αλλά ουσιωδώς ανοιχτά και απεριόριστα. Και δεν υπάρχει επίσης σχεδόν κανένα οικονομικό φρένο στη μεγέθυνση του κράτους, γιατί καθώς μεγαλώνει, το ίδιο συμβαίνει και με το εισόδημα και τη δύναμη των κρατικών υπαλλήλων, και όλων των άλλων ενδιαφερόμενων μερών.

Η οικογενειακή πολιτική έχει γίνει ένας σημαντικός τομέας της κρατικής μεγέθυνσης τα τελευταία χρόνια. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ξεκάθαρη πολιτική επίθεση στις οικογένειες είναι μάλλον σπάνια. Κομμουνιστές όπως ο Φρίντριχ Ένγκελς αναγνώρισαν σωστά την οικογένεια ως την πηγή της αστικής ηθικής και ως εκ τούτου την πολέμησαν. Τέτοιοι φανατικοί εξακολουθούν να υπάρχουν στις μέρες μας, αλλά δεν καθορίζουν το τι συμβαίνει.

Η αθέατη κρατική βλάβη που βιώνει η οικογένεια είναι μια πολύ πιο σημαντική πτυχή. Στην πραγματικότητα, οι επιζήμιες για την οικογένεια συνέπειες της κρατικής παρεμβατικότητας μερικές φορές δεν λαμβάνονται καν υπ’ όψη. Η νομισματική πολιτική είναι ένα σημαντικό παράδειγμα. Το τρέχον νομισματικό μας σύστημα έχει σχεδιαστεί για τη δημιουργία ενός σταθερού (μέτριου) πληθωρισμού τιμών, ο οποίος με τη σειρά του δημιουργεί ακαταμάχητα κίνητρα σε σχέση με τη διαχείριση του χρέους. Οι κίνδυνοι είναι προφανείς. Πόσες οικογένειες δεν έχουν διαλυθεί, επειδή αποδείχθηκαν ανήμπορες να διαχειριστούν το βάρος των χρεών τους; Οι μονεταριστές πολιτικοί δεν έχουν καμία πρόθεση να αποδεχθούν τέτοιες συνέπειες, ή ακόμη και να τις αποδεχθούν ενώ υφίστανται εν γνώσει τους. Απλώς δεν τις λαμβάνουν υπόψη κατά τη λήψη των πολιτικών τους αποφάσεων. Και όμως, αυτές είναι συνέπειες που προκύπτουν από τις δικές τους αποφάσεις.

Σε άλλες περιπτώσεις, η ζημιά που προξενείται στην οικογένεια δεν είναι κάποιος ανεξάρτητος επιδιωκόμενος στόχος, αλλά γίνεται αποδεκτή ως παρενέργεια μιας πολιτικής. Σε μικρότερο βαθμό, αυτή η ζημιά επηρεάζει το κλασικό κράτος πρόνοιας, ιδίως την υποτιθέμενη φιλελεύθερη κοινωνική πολιτική à la John Stuart Mill, η οποία πολιτική έγινε ο κυρίαρχος παράγοντας στη Μεγάλη Βρετανία και τις Σκανδιναβικές χώρες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και έχει επίσης επικρατήσει στη Γερμανία για περίπου είκοσι χρόνια.

Σύμφωνα με τον Mill, το κράτος πρέπει να προωθήσει την ελευθερία επιλογής των ανθρώπων, αφαιρώντας τα εμπόδια που φέρνει η ζωή στον δρόμο τους. Συγκεκριμένα, το κράτος πρέπει να τους απελευθερώσει από τους περιορισμούς και τις καταπιεστικές δυνάμεις του κοινωνικού τους περιβάλλοντος. Οι οπαδοί του Mill έχουν τραβήξει αυτήν την προσέγγιση στα άκρα. Τελικά, αντιλαμβάνονται τους «περιορισμούς» και την «καταπίεση» σαν οτιδήποτε που περιορίζει την ανθρώπινη αυθαιρεσία – οτιδήποτε μπορεί να εμποδίσει τα άτομα να κάνουν αυτό που θα ήθελαν να κάνουν, ή να είναι αυτό που θα ήθελαν να είναι. Η καταπίεση δεν προκύπτει μόνο από τους νόμους, τους φόρους και τις προσωπικές οικονομικές συνθήκες. Προέρχεται επίσης από αρχές όπως η εκκλησία, οι γονείς, και οι προϊστάμενοι. Αντικατοπτρίζεται στους φράχτες και στα συνοριακά τείχη. Σε ακραία μορφή, εμφανίζεται στις συνθήκες της ταυτότητάς του ίδιου του ατόμου. Το ίδιο σας το φύλο και το ίδιο σας το σώμα θα πρέπει επίσης να επιλέγεται ελεύθερα, και το κράτος οφείλει να σας βοηθήσει σ’ αυτήν την ελεύθερη επιλογή.

Όταν το κράτος παρεμβαίνει για να επιφέρει μια τέτοια «απελευθέρωση», βλάπτει την οικογενειακή ζωή. Πράγματι, αφ’ ενός τέτοιες παρεμβάσεις επιβαρύνουν οικονομικά τις φορολογούμενες οικογένειες και, αφετέρου, καθιστούν τις οικογένειες περιττές. Το πιο σημαντικό παράδειγμα είναι η πολιτική χειραφέτησης στο όνομα του φεμινισμού. Τα κρατικά χρηματοδοτούμενα ολοήμερα σχολεία και νηπιαγωγεία, τα οποία η Ursula von der Leyen και η τωρινή μας Καγκελάριος εισήγαγαν στη Γερμανία με χαρακτηριστική αποφασιστικότητα, στοχεύουν ρητά στο να ανακουφίσουν τους περιορισμούς που θέτει η ζωή στη γυναικεία ύπαρξη. Σκοπός τους ήταν να αφαιρέσουν ένα βαρύ φορτίο από τους ώμους των γυναικών, ώστε εκείνες να μπορέσουν να αναπτυχθούν ελεύθερα. Όλα αυτά ταιριάζουν άψογα με τη φεμινιστική πολιτική της δεκαετίας του 1970: δικαιώματα άμβλωσης, κρατικά χορηγούμενη αποζημίωση για το κόστος της αντισύλληψης και των αμβλώσεων, νόμοι περί διαζυγίου, νόμοι περί επιμέλειας τέκνων, κ.λπ.

Είναι σαφές ότι αυτή η πολιτική δεν υποστηρίζει τον χριστιανική οικογένεια. Στην πραγματικότητα, βλάπτει την οικογένεια επιδεινώνοντας τη σχέση μεταξύ του κόστους και των οφελών της οικογενειακής ζωής. Μειώνει τα κίνητρα για να ξεκινήσει κανείς μια οικογένεια και να τη διατηρήσει ζωντανή, ακόμα και παρά τις δυσκολίες. Τα ολοήμερα σχολεία και νηπιαγωγεία χρηματοδοτούνται μέσω της φορολόγησης των οικογενειών κι έτσι η χρηματική ανταποδοτικότητα προς την οικογενειακή ζωή μειώνεται, ενώ αυξάνεται η ανάγκη για επιπρόσθετο εισόδημα. Η μεγαλύτερη οικονομική ανεξαρτησία των γυναικών, στη συνέχεια, μειώνει το κόστος εξόδου από την κοινωνία της οικογένειας. Υπάρχουν αυξημένα διαζύγια και αυξημένος αριθμός ανύπαντρων μητέρων. Αυτή η αιτιακή σύνδεση ενισχύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι μειώνονται επίσης τα κίνητρα των ανδρών να ξεκινήσουν μια οικογένεια. Γιατί είναι βέβαιο ότι πρέπει να αναμένουν εξ αρχής μια υψηλότερη πιθανότητα αποτυχίας. Από την άλλη πλευρά, ο γερμανικός νόμος περί διαζυγίου σημαίνει συχνά οικονομική καταστροφή για τους άνδρες.

Από την προοπτική της οικονομικής θεωρίας, αυτό δημιουργεί μια καταστροφική «παγίδα ορθολογισμού». Από την οικονομική προοπτική της γυναίκας, η οικογένεια καθίσταται αχρείαστη και περιττή, ως αποτέλεσμα της κρατικής παρέμβασης. Όμως, καθώς η οικογένεια ξεθωριάζει, η απόδοση της οικονομίας στο σύνολό της αποδυναμώνεται, και τελικά τα φορολογικά έσοδα τους κράτους μειώνονται, χωρίς τα οποία η φεμινιστικές πολιτικές είναι ανέφικτες.

Υπό το φως αυτών των εξωφρενικών συνεπειών, μπορεί κανείς να αρχίσει να αποζητά το κλασικό κράτος πρόνοιας. Το παλιό, καλό κράτος κοινωνικής πρόνοιας – ας σκεφτούμε πρωτίστως τα συστήματα συνταξιοδότησης και υγειονομικής περίθαλψης pay-as-you-go – δεν αποσκοπούσε σε καμία περίπτωση να επιτρέψει την ατομική αυτο-εκπλήρωση εις βάρος του φορολογούμενου. Στόχος του δεν ήταν να απελευθερώσει το άτομο από όλους τους περιορισμούς της ζωής, αλλά μόνο να παρέχει κάποια προστασία ενάντια σε σοβαρές καταστάσεις έκτακτης οικονομικής ανάγκης.

Ωστόσο, η επιστροφή σε ένα τέτοιο σύστημα θα ήταν μια πλάνη, τουλάχιστον όσον αφορά τις οικογένειες. Το κράτος πρόνοιας είχε επίσης ένα διαρκή αντίκτυπο στη σχέση μεταξύ του κόστους και των οφελών της οικογενειακής ζωής. Επίσης, έχει αποδυναμώσει την σχέση αλληλεγγύης μεταξύ των συζύγων – και μεταξύ γονέων και παιδιών – αν και όχι τόσο γρήγορα, βάναυσα και κυνικά, όσο οι πιο πρόσφατες φεμινιστικές πολιτικές. Δεν σκότωσε την οικογένεια, αλλά οδήγησε σταδιακά στην αποσύνθεσή της. Αυτή η τάση είναι ιδιαίτερα εμφανής στη σχέση μεταξύ των γενεών. Το κρατικό συνταξιοδοτικό σύστημα ανατρέπει την σχέση αυτή, από οικονομική άποψη. Οι οικογένειες πρέπει να συνεχίσουν να επιβαρύνονται με το κόστος της ανατροφής των παιδιών, αλλά πρέπει να μοιραστούν και τις μελλοντικές φορολογικές εισφορές των παιδιών τους με όλους τους άλλους πολίτες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν έχουν παιδιά. Τα οφέλη των παιδιών κοινωνικοποιούνται, ενώ το κόστος της ανατροφής τους παραμένει ιδιωτικό. Εάν θέλατε να αποδεκατίσετε τις οικογένειες, δεν θα μπορούσατε να σκεφτείτε κάτι πιο αποτελεσματικό.

 

***

Συντάκτης: Guido Hülsmann

Ο Jörg Guido Hülsmann είναι ανώτερος συνεργάτης του Ινστιτούτου Mises, όπου κατέχει την έδρα Peterson-Luddy 2018, και ήταν διευθυντής έρευνας για το Mises Fellows την περίοδο 1999-2004. Είναι συγγραφέας του Mises: The Last Knight of Liberalism and The Ethics of Money Production . Διδάσκει στη Γαλλία, στο Université d’Angers. 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.