Κράτος «επιχειρηματίας». Πόσο κοστίζει πραγματικά η κυβερνητική «καινοτομία»;

0
650
Κυβερνητική καινοτομία. Οι πυραμίδες και τα αγάλματα είναι περιπτώσεις όπου η κυβέρνηση παράγει ένα αγαθό που πιθανότατα δεν θα είχε παραχθεί με κανένα τρόπο από τον ιδιωτικό τομέα
Κυβερνητική καινοτομία. Οι πυραμίδες και τα αγάλματα είναι περιπτώσεις όπου η κυβέρνηση παράγει ένα αγαθό που πιθανότατα δεν θα είχε παραχθεί με κανένα τρόπο από τον ιδιωτικό τομέα

Η έρευνα, η ανάπτυξη και η καινοτομία για έναν και μοναδικό πελάτη (του κράτους εθνικής ασφάλειας ή του στρατού) οδήγησε επιχειρήσεις και ολόκληρες βιομηχανίες σε ένα είδος θανατηφόρου έλξης, που τελικά υπονόμευσε την ικανότητά τους να ανταγωνίζονται στην παγκόσμια οικονομία, όπου οι καταναλωτές είχαν πολύ διαφορετικές ανάγκες από εκείνες του στρατού.

Του Peter G. Klein

Το «επιχειρηματικό» κράτος και η καινοτομία

Η Καθηγήτρια του πανεπιστημίου του Sussex Mariana Mazzucato βρίσκεται στα πρωτοσέλιδα με το βιβλίο της του 2013 Το Επιχειρηματικό Κράτος, στο οποίο υποστηρίζει πως η κυβέρνηση και όχι ο ιδιωτικός τομέας οδηγεί τελικά στην τεχνολογική καινοτομία. Σε μια σειρά λεπτομερών περιπτωσιολογικών μελετών από την τεχνολογία της πληροφορικής, τα φαρμακευτικά προϊόντα, τη βιοτεχνολογία και άλλους κλάδους, υποστηρίζει ότι τα κυβερνητικά εργαστήρια και οι δημόσιοι οργανισμοί είναι οι κυρίως υπεύθυνοι για τη θεμελιώδη, υψηλού ρίσκου καινοτομία και ανάπτυξη που καθιστά δυνατές τέτοιες τεχνολογίες, ενώ οι επιχειρηματίες που αναζητούν το κέρδος έρχονται αργότερα, αφού έχει γίνει η δύσκολη δουλειά.

Αυτό είναι ένα πολύ παλιό επιχείρημα, το οποίο έφερε ξανά στο φως με επιδεξιότητα στα γραπτά της η κ. Mazzucato (αποτελεί δημοφιλή συζήτηση και στο TED). Θυμάστε τι είχε πει ο πρόεδρος Ομπάμα προς τους επιχειρηματίες κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2012; «δεν το χτίσατε εσείς αυτό, κάποιος έχει επενδύσει σε δρόμους και γέφυρες. Αν έχετε μια επιχείρηση – δεν την χτίσατε εσείς. Κάποιος άλλος κατέστησε δυνατό να συμβεί αυτό. Το Διαδίκτυο δεν εφευρέθηκε από μόνο του. Η κυβερνητική έρευνα δημιούργησε το Διαδίκτυο έτσι ώστε όλες οι εταιρείες να μπορούν να βγάλουν χρήματα από το Διαδίκτυο. «

Η άποψη που βρίσκεται σε κάθε βασικό εγχειρίδιο οικονομικών, είναι πως οι ιδιωτικοί παράγοντες είναι κοντόφθαλμοι και ότι μόνο η κυβέρνηση μπορεί να αναλάβει κόστη (ή είναι πρόθυμη να αναλάβει) η να πραγματοποιήσει τις μακροπρόθεσμες, υψηλού ρίσκου υπομονετικές επενδύσεις στην έρευνα και στην ανάπτυξη – οι οποίες απαιτούνται για την τεχνολογική πρόοδο . Ακόμη και οι οικονομολόγοι που είναι γενικά ευνοϊκοί έναντι των ελεύθερων αγορών και της περιορισμένης κυβερνητικής παρέμβασης θα πούνε, βέβαια η αγορά είναι καλή στην παραγωγή παπουτσιών ή φορτηγών ή φορητών υπολογιστών, αλλά δεν μπορεί να προσφέρει βασική έρευνα – αυτή είναι ένα «δημόσιο αγαθό» που μόνο η κυβέρνηση μπορεί να προσφέρει. Οι New York Times παρατηρούν:

Οι θεμελιώδεις καινοτομίες όπως η πυρηνική ενέργεια, ο υπολογιστής και το σύγχρονο αεροσκάφος προωθήθηκαν από μια αμερικανική κυβέρνηση πρόθυμη να νικήσει τις δυνάμεις του Άξονα ή αργότερα να κερδίσει τον Ψυχρό Πόλεμο. Το Διαδίκτυο σχεδιάστηκε αρχικά για να βοηθήσει αυτή τη χώρα να αντέξει μια πυρηνική ανταλλαγή, και η Silicon Valley είχε τις ρίζες της σε στρατιωτικές συμβάσεις, όχι στις σημερινές start-ups των κοινωνικών δικτύων. Η σοβιετική εκτόξευση του δορυφόρου Sputnik ώθησε το αμερικανικό ενδιαφέρον στην επιστήμη και την τεχνολογία, προς όφελος της μετέπειτα οικονομικής ανάπτυξης.

Υπάρχουν πολλά προβλήματα με αυτό το είδος των επιχειρημάτων.

Πρώτον, συγχέουν την τεχνολογική καινοτομία (εντυπωσιακή για τους μηχανικούς) με την οικονομική καινοτομία (πολύτιμη για τους καταναλωτές). Δεύτερον, μπερδεύουν το ακαθάριστο με το καθαρό όφελος – φυσικά, όταν η κυβέρνηση πράττει το Χ, παίρνουμε περισσότερα Χ, αλλά είναι αυτό το αποτέλεσμα πιο πολύτιμο από το Υ που διαφορετικά θα μπορούσαμε να έχουμε; Τρίτον, μπερδεύει τις επιδράσεις και τις επιλογές των κρατικών δαπανών – η κυβέρνηση συνήθως χρηματοδοτεί επιστημονικά έργα που θα είχαν αναληφθεί ούτως ή άλλως, έτσι ώστε ένα κύριο όφελος από τις κρατικές δαπάνες για την επιστήμη και την τεχνολογία είναι η αύξηση των μισθών των επιστημόνων και των εργαζομένων στην τεχνολογία.

Τέταρτον, όπως έχουν επισημάνει μελετητές όπως ο Terence Kealey του πανεπιστημίου του Buckingham, αν κοιτάξετε προσεκτικά τις λεπτομέρειες των προγραμμάτων που επαινούν οι N.Y. Τimes, διαπιστώνετε ότι ήταν εξαιρετικά ανεπαρκή, αναποτελεσματικά και δυνητικά επιβλαβή. (Ο Kealey προσφέρει μια ισχυρή κριτική στις συγκεκριμένες απόψεις της Mazzucato εδώ.)

Είναι ο πόλεμος αρωγός για την καινοτομία;

Είναι χρήσιμο να επεξηγηθούν αυτά τα σημεία εξετάζοντας το συγκεκριμένο επιχείρημα ότι ο πόλεμος είναι μια σημαντική, ακόμη και απαραίτητη, πηγή επιστημονικής προόδου, επειδή οι τεχνολογίες που αναπτύσσονται από το κράτος για τις πολεμικές συγκρούσεις, έχουν συχνά σημαντικές χρήσεις για τους πολίτες. Η καινοτομία είναι ένα παράπλευρο πολεμικό όφελος, λένε οι υπερασπιστές του πολέμου.

Τα εγχειρίδια κοινωνικής επιστήμης θεωρούν επίσης ότι ο πόλεμος προωθεί την καινοτομία και σημειώνουν ότι η μεγάλης κλίμακας παραγωγή πενικιλίνης, για παράδειγμα, καθώς και η ανάπτυξη ψεκασμών αεροζόλ συνέβησαν κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλά αυτό, μας λένε, δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με τα πολλά οφέλη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τα οποία μας έφεραν κέρδη από την ατομική ενέργεια έως τους κινητήρες αεριωθούμενων αεροσκαφών και τις πρώτες ηλεκτρονικές υπολογιστικές συσκευές στον κόσμο, οι οποίες αναπτύχθηκαν για να σπάσουν τους ναζιστικούς κώδικες «Enigma».

Επιπλέον, όπως μας υπενθυμίζουν, προέκυψαν σημαντικές καινοτομίες στη διοίκηση κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών διαχείρισης που χρησιμοποιούνται για τη βελτίωση της υλικοτεχνικής, των προμηθειών και της έρευνας επιχειρήσεων.

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος άλλαξε επίσης τη φύση της επιστημονικής έρευνας. Μετά τον πόλεμο, μεγάλα ομοσπονδιακά χρηματοδοτημένα εργαστήρια αφιερωμένα σε πρακτικές εφαρμογές για νέα έρευνα, αντικατέστησαν τα μικρά ακαδημαϊκά εργαστήρια που υπήρχαν πριν από τον πόλεμο. Φυσικά, αυτά τα νέα εργαστήρια είχαν ως στόχο την παραγωγή νέων τεχνολογιών τις οποίες ήθελε η κυβέρνηση και οι επιστήμονες συνέρρευσαν σε αυτές τις θέσεις εργασίας και στις νέες καλά χρηματοδοτημένες εγκαταστάσεις. Είναι αλήθεια ότι πολλές (αν και όχι όλες) από αυτές τις τεχνολογίες αναπτύχθηκαν – συνήθως δεν εφευρέθηκαν, αλλά βελτιστοποιήθηκαν – από κυβερνητικούς επιστήμονες που εργάζονταν σε στρατιωτικά πρότζεκτ. Εντούτοις, τίθεται το ερώτημα: κατά πόσον αυτό το μοντέλο καινοτομίας ωφελεί την κοινωνία γενικότερα. Είναι αυτή η «καλή πλευρά» του πολέμου;

«Crowding Out» εκτοπισμός για την ιδιωτική καινοτομία και πολιτικές ομάδων συμφερόντων

Η απάντηση είναι όχι, για πολλούς λόγους. Πρώτον, εάν εξετάσουμε προσεκτικά κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις, διαπιστώνουμε ότι η κυβέρνηση ήταν συνήθως αναποτελεσματική, επέλεξε κακές τεχνολογίες που εκτόπισαν άλλες τεχνολογίες, ιδιωτικά χρηματοδοτημένες και οδήγησε σε αδράνεια έρευνας την καινοτομία της αγοράς, η την έστρεψε προς κατευθύνσεις τις οποίες πιθανότατα δεν θα υποστήριζε ποτέ ο ιδιωτικός τομέας.

Αλλά υπάρχει ένα πιο βασικό θεωρητικό πρόβλημα με τον ισχυρισμό ότι η στρατιωτική έρευνα μας δίνει σπουδαίες νέες τεχνολογίες τις οποίες δεν θα αποκτούσαμε διαφορετικά. Βεβαίως είναι αλήθεια ότι οι κυβερνήσεις δαπανούν χρήματα για την δημιουργία πραγμάτων ή για πράγματα που διαφορετικά δεν θα είχαν γίνει η κατασκευαστεί. Αλλά αυτό δεν είναι απαραίτητα κάτι καλό.

Πάρτε τις αιγυπτιακές πυραμίδες, για παράδειγμα. Αν δεν υπήρχε ένας Φαραώ, που να χειρίζεται έναν γιγαντιαίο προϋπολογισμό, με την ικανότητα να κινητοποιεί τεράστιους πόρους (συμπεριλαμβανομένης της εργασίας), δεν θα υπήρχαν οι πυραμίδες. Αλλά, ήταν οι πυραμίδες αναμφισβήτητα καλές για τον λαό της Αιγύπτου; Φυσικά και δεν ήταν. Οι πυραμίδες ήταν απλά μνημεία αφιερωμένα στη δύναμη του Φαραώ και της κρατικής θρησκείας. Μέχρι και σήμερα, οι κυβερνήσεις κατασκευάζουν μνημεία για τον εαυτό τους όλη την ώρα, είτε πρόκειται για τεράστια αγάλματα είτε για ατομικές βόμβες. Σίγουρα, χωρίς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, ίσως να μην είχαμε το μνημείο του Λίνκολν. Είναι όμως αυτό σοβαρό επιχείρημα για την αναγκαιότητα της κυβέρνησης;

Οι πυραμίδες και τα αγάλματα είναι περιπτώσεις όπου η κυβέρνηση παράγει ένα αγαθό που πιθανότατα δεν θα είχε παραχθεί με κανένα τρόπο από τον ιδιωτικό τομέα. Όμως, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου η κυβέρνηση διαμορφώνει την πορεία της ανάπτυξης ιδιωτικών αγαθών και τεχνολογιών, οι στρεβλωτικές επιπτώσεις στο τελικό αποτέλεσμα της έρευνας και της ανάπτυξης μπορεί να είναι σημαντικές.

επιβλαβείς συνέπειες για την καινοτομία

Μπορούμε να δούμε αυτές τις στρεβλώσεις στα αποτελέσματα του έργου του Vannevar Bush, εκκινητή του Manhattan project . Ο Bush ήταν πρόεδρος της Επιτροπής Εθνικής Έρευνας Άμυνας (NDRC), και αργότερα διευθυντής της Υπηρεσίας Επιστημονικής Έρευνας και Ανάπτυξης (OSRD), κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Bush ήθελε έναν διάδοχο για την OSRD μετά τον πόλεμο και προώθησε τη δημιουργία του Εθνικού Ιδρύματος Επιστημών, (NSF) το οποίο ιδρύθηκε το 1950. Το NSF ήταν αμφιλεγόμενο (σχέδιο στο οποίο είχε ασκήσει βέτο ο πρόεδρος Truman το 1947) εξαιτίας της απουσίας λογοδοσίας. Ένα πρόσωπο κλειδί ήταν ο Γερουσιαστής Harley Kilgore της Δυτικής Βιρτζίνια, ο οποίος αρχικά αντιτάχθηκε στο σχέδιο του Bush να διανείμει τα χρήματα μέσω πανεπιστημίων (προτιμούσε να κατέχει η κυβέρνηση τα εργαστήρια), αλλά αργότερα συμφώνησε με το μοντέλο του Bush. Όπως περιγράφει ο Kealey στο «Economic Laws of Scientific Research, p. 154″, ο στόχος του Kilgore δεν ήταν να δημιουργήσει νέα γνώση. Aλλά:

Ο Kilgore ήθελε να δημιουργήσει μία εφεδρεία επιστημονικά εκπαιδευμένου προσωπικού το οποίο θα μπορούσε να κινητοποιηθεί για στρατηγικούς σκοπούς… Το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών, συνεπώς, δημιουργήθηκε το 1950, το ίδιο έτος (και για τους ίδιους λόγους) που ιδρύθηκε το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας.

Ορισμένοι μελετητές έχουν αναγνωρίσει τις δυνητικά επιβλαβείς συνέπειες αυτής της προσέγγισης. Γνωστότερη είναι η «διατριβή της στρέβλωσης» του ιστορικού Paul Forman, σύμφωνα με την οποία οι ανησυχίες για την εθνική ασφάλεια κατά την διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου και του Ψυχρού Πολέμου στρέβλωσαν την πορεία των φυσικών επιστημών. Εφαρμοσμένη στην τεχνολογία, υπάρχει η διατριβή της «εκτόπισης», η οποία συνδέεται στενότερα με τον Seymour Melman, η οποία υποστηρίζει ότι κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η εμπορική έρευνα και ανάπτυξη εκτοπίστηκε από την κυβερνητικά χρηματοδοτούμενη Έρευνα και ανάπτυξη. Όπως συνοψίζεται από τον διακεκριμένο ιστορικό τεχνολογίας David Hounshell:

«Η έρευνα, η ανάπτυξη και η κατασκευή για έναν και μοναδικό πελάτη (του κράτους εθνικής ασφάλειας ή του στρατού) οδήγησε επιχειρήσεις και ολόκληρες βιομηχανίες σε ένα είδος θανατηφόρου έλξης, που τελικά υπονόμευσε την ικανότητά τους να ανταγωνίζονται στην παγκόσμια οικονομία, όπου οι καταναλωτές είχαν πολύ διαφορετικές ανάγκες από εκείνες του στρατού. Η στροφή από τα στρατιωτικά έργα προς την οικονομία των πολιτών, απλά δεν μπορούσε να αντισταθμίσει τα μειονεκτήματα της εξαρτήσεως από τις στρατιωτικές συμβάσεις».

Και πάλι, η πλάνη της σπασμένης τζαμαρίας

Βλέπουμε για μία ακόμη φορά εδώ, τη συνάφεια της πλάνης της σπασμένης τζαμαρίας του Frédéric Bastiat. Δηλαδή, τα ιδρύματα έρευνας και ανάπτυξης που δημιουργούνται και υποστηρίζονται από την κυβέρνηση είναι σαν τον υαλοπίνακα στο σπασμένο παράθυρο. Το βλέπουμε να επισκευάζεται, αλλά δεν βλέπουμε τι θα μπορούσε να έχει παραχθεί με τους ίδιους πόρους εάν το γυαλί δεν είχε σπάσει. Ομοίως, βλέπουμε τι παράγουν οι κυβερνητικοί επιστήμονες στην Έρευνα και Ανάπτυξη για το κράτος, αλλά δεν βλέπουμε τι θα είχε παραχθεί αν είχε την δυνατότητα να λειτουργήσει η αγορά, απούσης μιας γιγαντιαίας μιλιταριστικής κυβέρνησης.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι στρατιωτικές δαπάνες είχαν ουσιαστική επίδραση στην τεχνολογική καινοτομία. Αλλά ήταν καλή αυτή η επίδραση; Οι στρατιωτικές δαπάνες στρεβλώνουν τις προσπάθειες επιστημόνων και μηχανικών και τις ανακατευθύνουν σε συγκεκριμένα έργα, τα οποία δεν δημιουργούν απαραιτήτως οφέλη για τους καταναλωτές.

Η έρευνα και η ανάπτυξη που χρηματοδοτούνται από τις στρατιωτικές ανάγκες, όπως και κάθε σχέδιο που χρηματοδοτείται από την κυβέρνηση, δεν χρειάζεται να περάσουν κανενός είδους τεστ αγοράς, οπότε δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίζουμε αν είναι πραγματικά επωφελείς για τους καταναλωτές. Δεν μπορούμε να στηριχθούμε στις κρίσεις κυβερνητικών επιστημόνων και λόγιων για να ξέρουμε ποιες είναι οι «καλύτερες» τεχνολογίες. Θυμάστε τη Betamax; Οι εμπειρογνώμονες μας είπαν ότι η τεχνολογία Betamax ήταν ανώτερη από τις ταινίες VHS, από τεχνική άποψη. Ωστόσο, στο τέλος, το σύστημα VHS αποδείχθηκε ανώτερο σε όρους οικονομίας εκ του απλού γεγονότος ότι οι καταναλωτές το επέλεξαν έναντι της Beta. Η Betamax απέτυχε στο τεστ της αγοράς παρά την αναμφισβήτητα ανώτερη τεχνολογία της.

Καινοτομία αξιολογημένη από την αγορά

Σήμερα, όταν βλέπουμε τις ιδιωτικές επιχειρήσεις όπως η Google, η Apple και το Facebook και θαυμάζουμε τις καινοτομίες τους, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι οι επιχειρήσεις αυτές υπόκεινται συνεχώς σε τεστ αγοράς και ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες στα οποία καινοτομούν, πρέπει να γίνονται αποδεκτά από τους καταναλωτές σε διαδικασία ελεύθερης συναλλαγής. Όταν επιτύχουν, γνωρίζουμε ότι δημιουργούν αξία για την κοινωνία επειδή οι καταναλωτές επέλεξαν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους έναντι των άλλων.

Η επιτυχία, για τους ερευνητές και τους μηχανικούς που χρηματοδοτούνται από την κυβέρνηση, από την άλλη πλευρά, σημαίνει επιχορηγήσεις, κρατικές συμβάσεις και απόσπαση περισσότερων χρημάτων από τον φορολογούμενο, ο οποίος έχει ελάχιστο λόγο σε ό,τι συμβαίνει.

Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο περίπλοκη από τους μύθους που επαναλαμβάνουν όσοι ισχυρίζονται ότι πολλές από τις τεχνολογίες και τις καινοτομίες που εκτιμούμε σήμερα παρήχθησαν αποκλειστικά από την κυβέρνηση. Ωστόσο, η ιστορική πραγματικότητα δεν μειώνει την ευκολία με την οποία ο Ομπάμα και άλλοι οπαδοί των κυβερνητικών δαπανών μπορούν να μας υποδεικνύουν καινοτομίες όπως το διαδίκτυο και οι διαπολιτειακές εθνικές οδοί και να λένε «δεν το χτίσατε εσείς». Μπορούμε μόνο να σκεπτόμαστε τι θα μπορούσε να είχε παραχθεί εάν είχε επιτραπεί στην αγορά η λειτουργία της. Ομοίως, μπορούμε ακόμα να βλέπουμε τις πυραμίδες σήμερα και να θαυμάζουμε την καινοτομία στην κατασκευή τους, αλλά, δυστυχώς, ο πλούτος και η εργασία που εκλάπησαν από τους απλούς Αιγυπτίους για να χτιστούν, έχουν ξεχαστεί για πάντα.

***

O Peter G. Klein είναι ερευνητής του Carl Menger στο Ινστιτούτο Mises, καθηγητής επιχειρηματικότητας στο Hankamer School of Business του Πανεπιστημίου Baylor, ανώτερος ερευνητής στο Κέντρο Επιχειρηματικότητας και Ελεύθερων Επιχειρήσεων του Baylor και Επικεφαλής Καθηγητής Στρατηγικής και Διοίκησης στη Νορβηγική Σχολή Οικονομικών Επιστημών.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Mises: Government Spending on «Innovation»: The True Cost Is Higher Than You Think

Μετάφραση: «Ελεύθερη Αγορά»