Οι παγίδες της κρατικής παρεμβατικότητας: Ρυθμιστική κατάληψη

0
689
Ρυθμιστική Κατάληψη
Η κρατική ρύθμιση της αγοράς δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο, όπου νέα προβλήματα δημιουργούνται και νέες παρεμβάσεις προτείνονται για να λυθούν οι παρενέργειες των προηγουμένων.

Η κατάκτηση και έλεγχος των ρυθμιστικών μηχανισμών ονομάζεται ρυθμιστική κατάληψη (regulatory capture) αλλά δε σταματάει εκεί το πρόβλημα. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα όσο περνάει ο χρόνος και ο ρυθμιστικός ρόλος παραμένει.

Του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Το ότι η ελεύθερη αγορά είναι ένα «τέρας» το οποίο χρειάζεται ρύθμιση και χαλιναγώγηση, είναι μία άποψη που κυκλοφορεί ανάμεσα στους πολέμιους της. Φυσικά, δεν προτείνουν κάποιον άλλον μηχανισμό ελέγχου από τους κρατικούς θεσμούς και μηχανισμούς. Πολλές φορές όμως (για να μην πούμε συνέχεια), οι ελεγκτικοί μηχανισμοί γίνονται τελικά υποχείρια αυτών που εξ αρχής σχηματίστηκαν για να ελέγχουν. Η κατάκτηση και έλεγχος των ρυθμιστικών μηχανισμών ονομάζεται ρυθμιστική κατάληψη (regulatory capture) αλλά δε σταματάει εκεί το πρόβλημα. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα όσο περνάει ο χρόνος και ο ρυθμιστικός ρόλος παραμένει.

Ρυθμιστική κατάληψη και πώς συμβαίνει

Η έννοια της ρυθμιστικής κατάληψης εισήχθη από τον νομπελίστα οικονομολόγο George Stigler της σχολής του Σικάγο. Ο Stigler μας αναφέρει λοιπόν: «σαν γενικός κανόνας, οι ρυθμιστικοί μηχανισμοί τείνουν να ελέγχονται από το τμήμα της αγοράς που θέλουν να ελέγξουν και στρέφονται υπέρ των συμφερόντων της». Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία λοιπόν, οι εκάστοτε βιομηχανίες εν τέλει καταφέρνουν να χειραγωγήσουν τους κρατικούς μηχανισμούς, ώστε να δημιουργείται νομοθεσία υπέρ τους. Η κυβέρνηση τότε παρέχει χάρες και προστατευτισμούς σε αντάλλαγμα αυτό που η ίδια χρειάζεται. Οι πολιτικοί λαμβάνουν χορηγίες, μίζες και υποστήριξη, διότι φαίνεται ότι θεωρητικά ασκούν σωστά τα καθήκοντά τους. Οι ρυθμιζόμενοι κατέκτησαν τους ρυθμιστές.

Αυτή η ανάλυση μπορεί να επεκταθεί. Το πρώτο βήμα της παραχώρησης προνομίων θα μπορούσε να ονομασθεί «βάζοντας δόλωμα στην παγίδα». Αλλά φυσικά τα πράγματα δεν σταματούν εκεί. Η παγίδα έχει στηθεί όταν η εκάστοτε βιομηχανία έχει επαναπαυθεί στην επιχορήγησή της, στην φοροαπαλλαγή της, στους δασμούς στις εισαγωγές, στο προστατευόμενο μονοπώλιο, στην επιβολή αδειών λειτουργίας στους ανταγωνιστές κ.ο.κ. Τότε είναι όπου ξεκινάει να εξάγει μονοπωλιακά ενοίκια (δηλαδή εισφορές προς τους ανταγωνιστές, που παρέχουν την ίδια υπηρεσία, βλ. Τεχνικό Επιμελητήριο για τους πολιτικούς μηχανικούς και το δικαίωμα υπογραφής) και να χαμηλώνει την ποιότητα των υπηρεσιών της.

Αυτό μετά οδηγεί σε περεταίρω προβλήματα. Η κοινή γνώμη εξαγριώνεται και η κυβέρνηση ζητά από την βιομηχανία να ελέγξει τον εαυτό της. Τότε έρχονται κρίσεις, περισσότερες ρυθμιστικές παρεμβάσεις και τελικά η κυβέρνηση καταλήγει να προκαλεί ασφυξία στη συγκεκριμένη βιομηχανία μέσω μίας πληθώρας επιπλέον ρυθμίσεων, ελέγχων τιμών κ.ο.κ. Τότε είναι που η «παγίδα» έχει ενεργοποιηθεί. Η αγορά έχει αντικατασταθεί από κυβερνητική ισχύ και γραφειοκράτες. Το κράτος, ενώ είχε ως σκοπό να ρυθμίσει, παγιδεύει εντούτοις και ελέγχει την βιομηχανία.

Το αποτέλεσμα

Σε βραχυχρόνιο διάστημα βέβαια, τα γκρουπ ειδικών συμφερόντων χρησιμοποιούν το κράτος εναντίον του κοινού. Σε βάθος χρόνου, το κράτος και οι γραφειοκράτες του κάνουν κουμάντο. Στο τέλος, οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί επεκτείνονται. Η γραφειοκρατία και εργασίες που συνδέονται με αυτή αυξάνονται, η καινοτομία και ο ανταγωνισμός εκλείπουν και οι καταναλωτές υποφέρουν από κακής ποιότητας προϊόντα και υψηλές τιμές.

Η «παγίδα» της κρατικής παρεμβατικότητας

1. «Βάζοντας δόλωμα στην παγίδα»

Οι πολιτικοί εισέρχονται σε μία κατά τ’ άλλα ανταγωνιστική αγορά με μία προσφορά για την προώθηση συγκεκριμένων βιομηχανικών και επαγγελματικών προγραμμάτων. Τα χρήματα των φορολογουμένων χρησιμοποιούνται για να χρηματοδοτήσουν αυτά τα προγράμματα. Επίσης, είναι ιδιαίτερα σπάνιο φαινόμενο κάποιος να αρνηθεί μία τέτοια παρέμβαση, η οποία φέρνει βραχυχρόνια οφέλη. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι με τους οποίους μπορεί να  έρθει αυτή η κυβερνητική ενίσχυση.

  • Βιομηχανικά γκρουπ μπορούν να δεχτούν προστασία μέσω δασμών, οι οποίοι είναι ουσιαστικά ένας φόρος για τους καταναλωτές που βρίσκονται εκατέρωθεν των συνόρων.
  • Για τα επαγγελματικά γκρουπ η προστασία έρχεται υπό τη μορφή νόμων αδειοδότησης, οι οποίοι στην ουσία αποδίδουν μονοπωλιακό ενοίκιο σε αυτούς που ανήκουν στο προστατευόμενο επάγγελμα. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι οι δικηγορικοί σύλλογοι, οι οποίοι απαιτούν εισφορές από τα μέλη τους, ή πληρωμές εγγραφής, καθώς και τα κλειστά επαγγέλματα. Ο κλάδος επιλέγει και αντιπροσώπους, οι οποίοι έχουν κυβερνητικά πόστα ή ανήκουν σε ομάδες πίεσης. Μπορούν να επιτηρούν και να εμποδίζουν την είσοδο στο επάγγελμα ατόμων που, γι’ αυτούς, δεν κατέχουν τα προσόντα.
  • Ένας άλλος τρόπος είναι η εξαγορά σχεδόν ολόκληρου του βιομηχανικού ή επαγγελματικού συλλόγου με απευθείας χρηματοδότηση. Η κυβέρνηση μπορεί απλά να αγοράσει προϊόντα από μία επιχείρηση/εταιρεία. Μπορεί να επιδοτήσει (subsidize) βιομηχανίες ευθέως. Στην περίπτωση για παράδειγμα των αμερικανικών σιδηρογραμμών, που χτίστηκαν τις δεκαετίες του 1860 και 1870, η κυβέρνηση απλά παραχώρησε χιλιάδες στρέμματα γης στις εταιρείες κατασκευής σαν κίνητρο, για να αρχίσουν και να ολοκληρώσουν τις κατασκευές.
  • Ο πιο δημοφιλής τρόπος επιδότησης εφαρμόζεται με τη μορφή φοροελαφρύνσεων. Σε μία εποχή όπου η φορολογία συνεχώς αυξάνεται, αυτή η προσέγγιση είναι από τις πιο αποτελεσματικές. Όσο μεγαλύτερος ο φόρος, τόσο πιο επωφελής η φοροελάφρυνση. Η αμερικανική βιομηχανία πετρελαίου ήταν και είναι αποδέκτης πολλών φοροελαφρύνσεων, οι οποίες συνεχίζουν να είναι σημαντικές.
2. «Τοποθετώντας την παγίδα» 

Η κάθε κυβέρνηση είναι ένας πολιτικός οργανισμός. Η αιτιολόγηση των πράξεων της επαφίεται στο ότι θεωρείται πράκτορας της βούλησης της πλειοψηφίας των πολιτών. Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να κάνει χάρες σε τυχαίες ομάδες πίεσης εκτός αν αυτές οι χάρες υποτιθέμενα προάγουν το γενικό καλό. Από τη στιγμή που η χάρη πραγματοποιείται, οι επωφελούμενοι την χρησιμοποιούν για τους δικούς τους σκοπούς. Τα χρήματα ξοδεύονται. Αλλά οι δαπάνες είναι συχνά δύσκολο να περιοριστούν, ειδικά σε μεγάλους γραφειοκρατικούς οργανισμούς. Οι εταιρίες συνηθίζουν σε αυτό το αυξημένο εισόδημα. Το εισόδημα γίνεται μέρος των μελλοντικών οικονομικών σχεδιασμών. Οι διάφοροι μάνατζερς αναμένουν ότι αυτό θα συνεχίσει να παρέχεται. Ο οργανισμός, η εταιρία, η επιχείρηση είναι δεσμευμένη. Έχει αρχίσει να γίνεται εξαρτώμενη από τη συνεχή χρηματοδότηση του κράτους.

Αναπόφευκτα, μία εταιρία ή κάποιο μεμονωμένο άτομο αρχίζει να εκμεταλλεύεται τη θέση του. Αρχίζει να χρησιμοποιεί το μονοπώλιο, το οποίο το κράτος του παρείχε και να χρεώνει λιγάκι παραπάνω. Ξεκινά και τρέχει μία «φάμπρικα». Δηλαδή, κάποιος αρχίζει να «αρμέγει» το σύστημα.

Όποτε αυτό το μοτίβο «εκμετάλλευσης» εντοπίζεται από τους πολίτες ή από κυβερνητικά όργανα (το «άρμεγμα» δηλαδή), η πολιτική απάντηση είναι αναπόφευκτη. Κάποιος απαιτεί από την κυβέρνηση να «κάνει κάτι» για την κατάχρηση της κυβερνητικής πίστης προς τους συγκεκριμένους ιδιώτες. Κάποια εταιρία πρέπει να κλείσει, κάποιος επαγγελματίας πρέπει να παύσει να λειτουργεί αμέσως. Ο συγκεκριμένος βιομηχανικός κλάδος πρέπει να αστυνομευτεί. Ο καταναλωτής πρέπει να προστατευτεί από τους ανέντιμους.

Οι βιομηχανικοί αντιπρόσωποι, όπως είναι φυσικό, δεν βλέπουν με καλό μάτι αυτή την εισβολή στην ημι-ελεύθερη αγορά που έχει δημιουργηθεί. Δεν αρέσκονται στο ότι κάποιος «αρμέγει» το σύστημα. Αυτό το άτομο, κατά κύριο λόγο, θέλει περισσότερα λάφυρα από τον ανταγωνισμό. Επίσης, εξοργίζει την κυβέρνηση. Απειλεί το status quo που έχει δημιουργηθεί με τις διευκολύνσεις. Παραβιάζει την επαγγελματική δεοντολογία.

Η κυβέρνηση αποφασίζει να δράσει

Η κυβέρνηση απαιτεί η βιομηχανία να αυτό-ελεγχθεί. Η αγορά ως «αστυνόμος» έχει εκτεθεί από την πολιτική επιδοτήσεων. Αυτός ο αστυνομικός (οι καταναλωτές) δεν μπορούν να επιβάλλουν τις αποφάσεις τους χωρίς κόστος δεδομένων των κυβερνητικών διευκολύνσεων, οι οποίες προέρχονται από την τσέπη τους. Οπότε η κυβέρνηση καλεί τον συγκεκριμένο κλάδο να αυτό-αστυνομευτεί. Η συνεργασία ανάμεσα στην κυβέρνηση και των επαγγελματιών αρχίζει να ταρακουνιέται. Έτσι λοιπόν, ο συγκεκριμένος κλάδος εκλέγει (ή δέχεται να εκλέξει) συγκεκριμένα πρόσωπα τα οποία θα συνεννοούνται με την κυβέρνηση. Αυτό υποθετικά θα διασφαλίσει τα συμφέροντα και των δύο πλευρών και ότι οι παροχές θα συνεχιστούν.

Εάν η κυβέρνηση έχει τη βιομηχανία στο χέρι της, τότε αυτό που χρειάζεται να κάνει είναι κόψει τις επιδοτήσεις. Τότε είναι, όταν οι αντιπρόσωποι των διάφορων κλάδων εμφανίζονται.

Οι επαγγελματικοί κλάδοι είναι ενδεχομένως οι πιο ευάλωτοι καθώς η φύση του «δολώματος», δηλαδή μία μονοπωλιακή θέση βασισμένη στην αυτο-αστυνόμευση του κλάδου, δημιουργεί από μόνη της το μηχανισμό εκείνο επιβολής της θέλησής της κυβέρνησης με μικρότερο κόστος. Δηλαδή ο κάθε σύλλογος γίνεται και όργανο της κυβέρνησης και του κράτους. Μπορεί να γίνει επίκληση στα επαγγελματικά τους στάνταρ και στην ευθύνη του κλάδου προς ένα θολά ορισμένο κοινό, ανεξάρτητα του αν ο κάθε επαγγελματίας όντως μπορεί να ικανοποιήσει τα στάνταρ του κοινού.

3. «Πέφτοντας στην παγίδα»

Περισσότεροι «κερδοσκόποι», που εκμεταλλεύονται το κοινό, ανακαλύπτονται. Υπάρχουν βεβαίως και άλλα παραδείγματα ατόμων που εκμεταλλεύονται τις κυβερνητικές παροχές για να αισχροκερδίσουν εις βάρος του κοινού. Οπότε οι αναφορές για απάτη και κλοπή πληθαίνουν. Ο κλάδος θα είναι συνεχώς υπό πίεση για να κάνει κάτι, ώστε να αντιμετωπίσει την αιτία των συνεχών αναφορών. Εν τέλει, νέοι νόμοι θα κληθούν για να «ξεκαθαρίσουν» τον κλάδο ή την βιομηχανία, επειδή φαίνεται να είναι ανίκανη να το κάνει μόνη της. Το κράτος θέλει να θέσει όλα τα στάνταρντ και να τα επιβάλει.

Για να ξεκαθαρίσει την κρίση, η κυβέρνηση θα αλλάξει ολόκληρο το σύστημα χρηματοδότησης, ελέγχου και τιμολόγησης των υπηρεσιών του κλάδου. Η διαφθορά θα απογειωθεί, αλλά τώρα θα είναι αποκλειστικά πρόβλημα της κυβέρνησης, που θα αντιμετωπιστεί με περισσότερη παρεμβατικότητα. Περισσότεροι νόμοι θα ψηφιστούν, περισσότερες ποινές θα αποδοθούν. Το κράτος θα επεκτείνει τον έλεγχό του χωρίς σταματημό. Η παγίδα έχει ενεργοποιηθεί.

4. «Γδέρνοντας το θήραμα»

Υπάρχουν ποικίλοι τρόποι ώστε η κυβέρνηση να μετατρέψει τις επιδοτήσεις σε «ζουρλομανδύα» για τους πρώην ωφελημένους. Η προφανέστερη μέθοδος είναι ο σχηματισμός επιτροπών, ο οποίος θα θέτει τα στάνταρ λειτουργίας και τιμολόγησης των προϊόντων. Το κράτος αρχίζει να χρηματοδοτεί τον κλάδο ευθέως. Το πρώην μονοπώλιο του κλάδου τώρα μετατρέπεται σε απ’ ευθείας πληρωμές. Η κυβέρνηση θέτει κόμιστρα, διανέμει εξοπλισμό και μοιράζει την καταναλωτική αγορά (πελάτες). Έπειτα καθοδηγεί τη λειτουργία του κλάδου μέσω των αντιπροσώπων, που είχε ορίσει ο ίδιος νωρίτερα. Τα μέλη του επαγγέλματος ενημερώνονται για πόσο θα πληρωθούν, το είδος της υπηρεσίας που θα προσφέρουν και θα λαμβάνουν.

Η κυβέρνηση επίσης ορίζει κάποια κριτήρια ελέγχου ποιότητας. Αυτά επιβάλλονται από ελεγκτικές επιτροπές αποτελούμενες από συνεργάσιμα μέλη των κλάδων και των κυβερνητικών υπαλλήλων. Οι επιτροπές κάνουν αυτό ακριβώς: Έλεγχο ποιότητας. Εάν η ποιότητα, δηλαδή το κόστος, αρχίζει να αυξάνεται, τότε επεμβαίνουν και το ελέγχουν. Κάνουν σιτηρέσια εξοπλισμού. Αρχίζουν να θέτουν χαμηλότερα στάνταρ φροντίδας ειδικά στα νοσοκομεία ή κλινικές. Διασφαλίζουν τα χαμηλά κόστη, αφού πλέον το κράτος πληρώνει το λογαριασμό, όχι ο καταναλωτής ευθέως. Ανεξάρτητα του ποιος κλάδος έχει πέσει υπό κρατικό έλεγχο, το κράτος διασφαλίζει ότι η ποιότητα (δηλαδή το κόστος) δε θα ανεβεί υπερβολικά.

Παραδείγματα από την οικονομική ιστορία

Η κυβέρνηση αναγκάζει τις βιομηχανίες να λειτουργούν με χασούρες. Το κλασικό παράδειγμα στην οικονομική ιστορία είναι το αμερικανικό σιδηροδρομικό σύστημα, το οποίο δημιουργήθηκε από κρατική επιχορήγηση για να προστατευθεί ο καταναλωτής. Η Διαπολιτειακή Εμπορική Επιτροπή (Interstate Commerce Commission, ICC) ήταν η πρώτη ομοσπονδιακή ρυθμιστική αρχή στις ΗΠΑ, αρχής γενομένης το 1887. Συγκροτήθηκε με πρόφαση την προστασία του καταναλωτή. Το αποτέλεσμα όμως ήταν το πάγωμα του ανταγωνισμού μιας και το ICC όρισε κατώτατες και ανώτατες τιμές. Γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’50, τα δρομολόγια που μετέφεραν επιβάτες είχαν προβλήματα. Μέχρι τη δεκαετία του ’70 είχαν χρεοκοπήσει. (Δρομολόγια μεταφοράς εμπορευμάτων είχαν ακόμα τη δυνατότητα να ανταγωνιστούν μεταξύ τους). Το κράτος καταλήγει να κατέχει και να διαχειρίζεται αρκετές από αυτές τις εταιρίες (Amtrak, Conrail).

Οι βιομηχανίες υπό τον «σοφό» κρατικό έλεγχο καταρρέουν

Τα εισοδήματα των μελών των βιομηχανιών και των επαγγελματικών κλάδων, που πλέον είναι ευθέως χρηματοδοτούμενα/ελεγχόμενα από το κράτος, αναπόφευκτα καταρρέουν. Οι καταναλωτές δεν συμπαθούν την «κερδοσκοπία». Οι πολιτικοί δε θα την επιτρέψουν. Τιμές, μισθοί και κόμιστρα ελέγχονται και το εργασιακό φόρτο αυξάνεται. Ελεγκτικές υπηρεσίες, όλες ζητάνε κάποιο ρόλο και ο πολλαπλασιασμός της γραφειοκρατίας είναι άπειρος. Οι προηγουμένως ανεξάρτητοι παραγωγοί, οι οποίοι λογοδοτούσαν απευθείας στους προηγουμένως ανεξάρτητους καταναλωτές, τώρα λογοδοτούν σε μία πληθώρα γραφειοκρατών και εξοργισμένων πελατών, οι οποίοι εντοπίζουν την κατάρρευση της παραγωγικότητας στους πλέον ελεγχόμενους παραγωγούς. Οι περισσότεροι παραγωγοί χάνουν, οι καταναλωτές πλήττονται και μία πραγματική κρίση προκύπτει.

Επιπλέον παρατηρήσεις

Εάν ο έλεγχος και οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις από το κράτος είναι αρκετά αναποτελεσματικές, η αγορά μπορεί να βρει νέους τρόπους να παράσχει το ίδιο είδος υπηρεσιών. Η βιομηχανία σιδηροδρόμων είχε «πεθάνει», και τα φορτηγά, λεωφορεία, Ι.Χ. και εναέριες μεταφορές απέκτησαν κίνητρα να αντικαταστήσουν τα τρένα. Η ιατρική πρακτική παρήκμασε και παρήχθησαν κατ’ οίκον ιατρικές συσκευές. Ή ο σύλλογος ιατρών Ελλάδος μπορεί να αποκτήσει ανταγωνισμό απ’ έξω ή ακόμα και εντός της χώρας. Ο ανταγωνισμός στο να καλυφθούν ανάγκες θα συνεχίσει με άλλες μορφές.

Το κράτος βέβαια έχει ένα κίνητρο να τις ελέγξει ή να τις σταματήσει. Μπορεί να το πραγματοποιήσει με το να επεκτείνει τις ρυθμιστικές του δυνατότητες και σε αυτές τις αγορές. Οποιαδήποτε νέα αγορά διατρέχει τον κίνδυνο του να πέσει θύμα ρύθμισης και να επαναληφθεί ο κύκλος που περιγράψαμε έως εδώ. Υπάρχει ένα μόνιμο όπλο όμως ενάντια στον κυβερνητικό έλεγχο. Συνήθως οι ρυθμιστικές αρχές είναι πίσω όσον αφορά τις εξελίξεις. Κάθονται και βρίσκουν ρυθμίσεις για «μοντέλα» δεκαετίας. Η αγορά βρίσκεται τις περισσότερες φορές έτη φωτός μπροστά από τους κρατικούς μηχανισμούς. Τόσο σε τεχνολογικό επίπεδο όσο και σε εφευρετικότητα (το βλέπουμε για παράδειγμα με τα κρυπτονομίσματα και την παραοικονομία). Η αγορά κάνει αλματώδεις προόδους και οι καταναλωτές παίρνουν μερικές ανάσες.

Φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις προσωρινό εμπόδιο στην κρατική παρεμβατικότητα

Τρίτον, πολιτικές μεταρρυθμίσεις ή κινήσεις φιλελευθεροποίησης μπορεί να πραγματοποιηθούν. Ιδιωτικοποιήσεις μπορεί να γίνουν, όπως για παράδειγμα συνέβη επί Θάτσερ. Το ίδιο συνέβη και σε φαινομενικά παλαιολιθικά συστήματα όπως της Σοβιετικής Ένωσης και της Κίνας. Ακόμα και η Κούβα του Κάστρο είχε αρχίσει να χαλαρώνει τον κλοιό της καθώς δεν μπορούσε να «σκοτώσει» τον ασθενή (την αγορά) απευθείας. Στο Ιράν ολοένα και περισσότερο μετριοπαθείς κρατιστικές παρατάξεις εμφανίζονται.

Ενώ τέτοιες μεταρρυθμίσεις κάνουν αρκετά μεγάλες τομές ώστε να μην περνάνε απαρατήρητες, συνήθως δεν καταφέρνουν μεγάλο βαθμό ελευθερίας. Αυτό διότι δεν είναι αρκετά ριζοσπαστικές. Μετά από λίγο, ο ενθουσιασμός υποχωρεί και οι αντι-φιλελεύθερες δυνάμεις επαναφέρουν την κυριαρχία τους. Εάν διατηρήσουν αρκετά κατάλοιπα των προηγούμενων ρυθμιστικών παρεμβάσεων (δηλαδή δεν απαλλάξουν απευθείας την αγορά από τις ρυθμίσεις), θα τους χρεωθεί η αποτυχία όταν τα πράγματα χειροτερέψουν (αφού στην ουσία δεν άλλαξε κάτι σε σχέση με αυτό που περιγράφαμε σε θεμελιώδες επίπεδο). Είναι το λεγόμενο πρόβλημα της σταδιακής μετάβασης από το ένα σύστημα στο άλλο (gradualism). Επειδή το σύστημα δεν απαλλάσσεται απευθείας από τις ρυθμίσεις, παραμένει μεικτό, οι αποτυχίες των κατάλοιπων ρυθμίσεων χρεώνονται στους απορυθμιστές και οι κρατιστές επανέρχονται δυναμικότερα. Ένα τέτοιο παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η μερική ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ στην Ελλάδα.

Η μετακίνηση κεφαλαίου ως οικονομική ανάσα ενάντια στον κρατισμό

Επίσης, η κυβέρνηση ανακαλύπτει ότι δεν είναι όλοι οι κλάδοι και βιομηχανίες εύκολη λεία. Επιθυμεί συνήθως να ελέγξει εκείνες οι οποίες α) δεν μπορούν να φύγουν εύκολα από τη χώρα και β) για τις οποίες δεν υπάρχουν εύκολες εναλλακτικές. Για παράδειγμα, όταν η αμερικανική κυβέρνηση κατακτούσε τους σιδηροδρόμους, τα αεροπλάνα και τα αυτοκίνητα δεν υπήρχαν. Επίσης η στατικότητα των εγκαταστάσεων των σιδηροδρόμων τους έκανε εύκολους στόχους. Παρομοίως, οι υπηρεσίες υγείας έπρεπε να παρέχονται σε άτομα στο ίδιο σημείο, όπου υπήρχε ο εξοπλισμός. Δεν υπήρχαν κινητές μονάδες θεραπείας τότε.

Επιπλέον, όταν υπάρχει υπερ-ρύθμιση και η παγίδα έχει ενεργοποιηθεί, η βιομηχανία μπορεί να προσπαθήσει να δραπετεύσει υπερατλαντικά σε άλλες χώρες. Θα αρχίσουν να ψάχνουν για μέρη με μικρότερο κόστος λειτουργίας και λιγότερες κρατικές παρεμβάσεις. Πολλά παραδείγματα υπάρχουν, όπου υπό το βάρος των παρεμβάσεων, μεταφέρθηκαν πολλά περιουσιακά στοιχεία εκτός των ΗΠΑ λόγου χάρη, επειδή και μόνο λόγω της μορφής τους μπορούσαν να μετακινηθούν (ήταν π.χ. μετρητά). Για παράδειγμα η ρύθμιση Sarbanes-Oxley (2002) οδήγησε σε «φυγή» πολλών εκατομμυρίων δολαρίων στην Ευρώπη, όπου και δημιουργήθηκαν εστίες «ευρωδολαρίου».

Τέλος, εάν μία επιχείρηση καταφέρει και δραπετεύσει, τότε οι κυβερνήσεις έχουν κίνητρα να σχηματίσουν καρτέλ παρεμβατισμών. Η διακρατική συνεννόηση τέτοιου είδους ονομάζεται «εναρμόνιση» (harmonization). Για παράδειγμα, ένα ισχυρό κράτος μπορεί να πιέσει ένα άλλο ώστε να αυξήσει τους ελέγχους στην αγορά του, ή να συντονιστεί φορολογικά με άλλα κράτη. Αυτό γίνεται με πρόφαση την προστασία της αγοράς εργασίας (δηλαδή την αποφυγή της μεταφοράς έδρας επιχειρήσεων και την ανεργία που δημιουργεί σε μία χώρα η φυγή επιχειρήσεων) ή διάφορες περιβαλλοντικές έγνοιες των κρατών. Κάτι ανάλογο προσπαθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση για όλα τα κράτη μέλη της.

Αξίζει να σημειώσουμε, ότι εκτός από το κράτος, τοπικές αυτοδιοικήσεις και αρχές μπορούν να παίξουν αυτό το παιχνίδι. Οι δυνατότητές τους όμως δεν επαρκούν ώστε να καταφέρουν κάτι τέτοιο σε μεγάλες ή εύκολα μετακινήσιμες επιχειρήσεις. Γι’ αυτό και επιμένουν σε επαγγελματίες με επιχειρήσεις μικρής εμβέλειας π.χ. κομμωτήρια, ψιλικατζίδικα, περίπτερα κ.ο.κ. 

Επίλογος

Είδαμε λοιπόν, ολόκληρο το φάσμα το οποίο μπορεί να διασχίσει η κρατική παρέμβαση. Παρατηρήσαμε όλες τις συνέπειες σε οικονομικό επίπεδο και παρουσιάσαμε και μερικά ιστορικά παραδείγματα. Κατά την άποψή μας, θα έπρεπε γενικά να υπάρχει ένα γενικότερο πνεύμα σκεπτικισμού κάθε φορά που προτείνονται κρατικοί έλεγχοι στις αγορές. Όσο καλές προθέσεις και να έχει ο αυτόκλητος ρυθμιστής, τα αποτελέσματα είναι συνήθως τα αντίθετα από τις επιδιώξεις του.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: