Στέφανος Μάνος και Μνημόνια μέχρι να σβήσει ο ήλιος

0
860
Στέφανος Μάνος
Κανένας κυβερνώντας, έχοντας πάντα αυτές τις εγγυήσεις ρευστότητας δε θα αποκτήσει μεγάλο χρονικό ορίζοντα στην πολιτική του. Το βραχυπρόθεσμο κέρδος, θα του είναι πιο δελεαστικό. Ελπίζουμε ο κ. Μάνος, παρά το σοσιαλιστικό παρελθόν του, να κατανοήσει την επιχειρηματολογία μας εδώ. Ο κρατικός δανεισμός πρέπει να παύσει, χτες.

Σε αντίθεση με αυτά που πιστεύει ο κ. Μάνος σχετικά με τα μνημόνια (υπονοεί επίσης ότι δεν έχουν εφαρμοστεί «σωστά»), θα δείξουμε ότι η άποψη του είναι εσφαλμένη εκ της ρίζας της. Τα μνημόνια έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την διάλυση ή μάλλον, τη διατήρηση της διαλυμένης δημόσιας διοίκησης

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Η συζήτηση περί πολιτικής οικονομίας (αλλά και πολιτικής γενικότερα) στην Ελλάδα, ή όσον αφορά την Ελλάδα, έχει πέσει ποιοτικά στα τάρταρα. Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως όσον αφορά τα «περί μνημονίων» και περί «ωφέλειας της Ελλάδας με την είσοδο και παραμονή την Ε.Ε. και την Ευρωζώνη». Τελευταίο δείγμα αυτής της διαπίστωσης αποτελεί και άρθρο του κ. Στέφανου Μάνου στο Liberal, με τίτλο «4ο Μνημόνιο».

ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή Κομισιόν και απαιτήσεις προς την Ελλάδα

Το ΔΝΤ βλέποντας την Ελλάδα να μην μπορεί να προσαρμοστεί στις μνημονιακές και διεθνείς της υποχρεώσεις στο μέλλον, σύμφωνα με το καταστατικό του, δεν μπορεί να προχωρήσει σε έγκριση ρευστότητας για τη χώρα. Προτείνει αντιθέτως η Κομισιόν να προσαρμόσει τις απαιτήσεις της προς την Ελλάδα, ώστε η τελευταία να είναι σε θέση να τις καλύψει καλύτερα, ή έστω να έχει κάποια πιθανότητα να το κάνει στο μέλλον. Εφόσον το Ελληνικό Κράτος τα καταφέρει, τότε το ΔΝΤ θα επανεκκινήσει τις διαδικασίες δανεισμού.

Αυτό, δηλαδή η πρόταση του ΔΝΤ, η οποία στην ουσία προτείνει στους δανειστές της χώρας να προσαρμόσουν τις απαιτήσεις τους προς τον δανειζόμενο, δεν αρέσει στον κ. Μάνο. Μας λέει λοιπόν:

«Οι Ευρωπαίοι επιθυμούν να παραμείνει το ΔΝΤ διότι έχουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις εποπτικές ικανότητες του ΔΝΤ από ό,τι στις αντίστοιχες της Κομισιόν. Αλλά δεν θέλουν να πληρώσουν το τίμημα που είναι η ρύθμιση των απαιτήσεών τους. Και εμείς; Εμείς θεωρούμε ότι κατά κάποιο τρόπο είναι υποχρέωση των Ευρωπαίων να ρυθμίσουν τις απαιτήσεις τους ώστε να μπορούμε να πληρώσουμε». 

 

Πέρα από τα πολιτικά συμφέροντα κατά τα οποία κάποιος προτιμά να φέρει άλλος το πολιτικό κόστος παρά ο ίδιος, αυτός ο ισχυρισμός είναι αρκετά θολός. Ο λόγος έγκειται στο πρόσωπο με το οποίο αναφέρεται στην Ελλάδα: «εμείς». Τώρα, εδώ μπορούμε να εικάσουμε δύο τινά: α) ο κ. Μάνος αναφέρεται στο Ελληνικό κράτος (δηλαδή τους νυν διαχειριστές του) ή β) αναφέρεται σε όλον τον Ελληνικό λαό. Αναλόγως λοιπόν θα διαμορφωθεί και η απάντησή μας.

Παρακάτω, αναφέρει το εξής:

«Προσερχόμαστε στη διαπραγμάτευση για τη μεταμνημονιακή εποχή με τη στρεβλή αντίληψη ότι είναι υποχρέωση των άλλων να ρυθμίσουν το χρέος μας προς όφελός μας και σε βάρος τους. Ομολογώ ότι με εκπλήσσει η ανοχή που επιδεικνύει απέναντι μας η Ευρώπη. Φανταστείτε μια Ευρώπη με ηγέτη τύπου Τραμπ που δεν θα δίσταζε ένα δευτερόλεπτο να μας αδειάσει».

 

Αν ο κ. Μάνος αναφέρεται στο Ελληνικό κράτος, τότε δεν βλέπω πως δικαιολογείται αυτή του η δυσφορία. Τα κρατικά χρέη δεν αποπληρώνονται με κρατικά χρήματα, διότι το κράτος δεν έχει δικά του χρήματα: απαλλοτριώνει τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας του. Τα κρατικά χρέη πληρώνονται με ιδιωτικό χρήμα. Παρόλο που οι εκάστοτε διαχειριστές του τα δημιούργησαν, υπό μία δεοντολογική έννοια, αν το κράτος ζητάει καλύτερη μεταχείριση από τους δανειστές του, δεν είναι καθόλου επικρίσιμο από την άποψη ότι στην ουσία ζητάει απάλυνση του ιδιωτικού τομέα από την φορολεηλασία. Αν για παράδειγμα ένα κράτος ζητήσει καλύτερους όρους αποπληρωμής (π.χ. μείωση των δόσεων), δίνει οικονομική ανάσα στον ιδιωτικό τομέα, ή τουλάχιστον την ελπίδα οικονομικής ανάπαυλας.

Τώρα, αν ο κ. Μάνος αναφέρεται στον Ελληνικό λαό, το παραπάνω επιχείρημα ενισχύεται. Υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός ανάμεσα σε πολίτες και κράτος. Το κράτος δεν «είμαστε εμείς». Αν ίσχυε αυτό, τότε θα επιβαλλόταν, για κάθε απόφαση, να γίνεται δημοψήφισμα ώστε όντως να μπορούμε να ισχυριστούμε ότι είμαστε ένα κοινό σώμα. Οι ψηφοφόροι επιλέγουν τους κρατικούς αντιπροσώπους τους μόνο βάσει των υποσχέσεων τους προεκλογικά. Δεν υπάρχει συμβόλαιο που να δεσμεύει την μία πλευρά στην άλλη. Το κρατικό χρέος είναι, σε τελική ανάλυση, παράγωγο των διαχειριστών του κράτους και όχι των ψηφοφόρων. Επομένως, αν η αναφορά γίνεται στον Ελληνικό λαό, τότε, θα λέγαμε ότι ο κ. Μάνος μάλλον αγνοεί το πως λειτουργεί το κράτος. Ενδεικτική η παρακάτω αναλογία που χρησιμοποιεί:

«Για παράδειγμα και κατ’ αναλογία: Χρωστάμε ΕΝΦΙΑ; Είναι υποχρέωση του κράτους να ρυθμίσει την απαίτηση του ώστε να μπορέσουμε να πληρώσουμε. Δανειστήκαμε για ν’ αγοράσουμε διαμέρισμα και δεν μπορούμε να πληρώσουμε τις δόσεις. Είναι υποχρέωση της τράπεζας να ρυθμίσει την απαίτησή της ώστε να μπορούμε να πληρώσουμε».

 

Στην ίδια παράγραφο συγκρίνει δύο εντελώς ανόμοια πράγματα. Ο ΕΝΦΙΑ δεν αποτελεί εθελοντική σύμβαση μεταξύ δύο ατόμων. Αποτελεί κρατικό εξαναγκασμό (φόρο). Κανένας που χρωστάει τον ΕΝΦΙΑ και ζητά καλύτερη μεταχείριση δεν έχει συμφωνήσει στο να τον καταβάλει εξ αρχής! Ο κ. Μάνος εδώ στην ουσία δεν αναγνωρίζει καμία προσπάθεια για καλύτερους δανειακούς όρους αποπληρωμής ακόμα και αν το δάνειο υπεγράφη υπό την απειλή βίας. Αντιθέτως, το παράδειγμα με την τράπεζα είναι σωστό. Ο δανειολήπτης δεν εξαναγκάζεται να λάβει δάνειο από την Τράπεζα. Μία τέτοια συναλλαγή είναι εντελώς εθελοντική, άσχετα αν το σύστημα βασίζεται στην απάτη των κλασματικών αποθεματικών, το οποίο οδηγεί νομοτελειακά στην διαδικασία επίπλαστης ανάπτυξης-οικονομικής ύφεσης. Η αναλογία που χρησιμοποιεί ο κ. Μάνος είναι πολύ ατυχής στο ήμισυ της.

Αναλογικά και εμείς μπορούμε να πούμε, ότι οποιαδήποτε απαίτηση για καλύτερους δανειακούς όρους είναι ηθικά θεμιτή, για τον απλούστατο λόγο ότι ο ιδιωτικός τομέας που λεηλατείται καθημερινά για την αποπληρωμή των χρεών που δημιουργήθηκαν από τους κρατικούς αξιωματούχους, δεν συμφώνησε ποτέ σε μία τέτοια συναλλαγή. Συνεπώς, το λογικό άκρο της θέσης μας είναι ότι κάθε κρατικό χρέος είναι επαχθές, προϊόν απάτης και πρέπει να αποκηρυχθεί. Επ’ αυτού ας δούμε τι έχει να πει ο Murray Rothbard:

«Η συναλλαγή δημόσιου χρέους συνεπώς, είναι πολύ διαφορετική από το ιδιωτικό χρέος. Η κυβέρνηση λαμβάνει χρήματα από πιστωτές οι οποίοι έχουν πλήρη επίγνωση ότι τα χρήματα θα επιστραφούν όχι από τις τσέπες των πολιτικών και των γραφειοκρατών, αλλά από τη λεηλασία των πορτοφολιών των άμοιρων φορολογουμένων. Η κυβέρνηση παίρνει τα χρήματα δια της βίαιης αρπαγής. Και οι δημόσιοι πιστωτές, μακριά από το να είναι αθώοι, γνωρίζουν πολύ καλά ότι τα έσοδα τους θα προέλθουν ακριβώς από αυτή τη λεηλασία».

 

Ο παραλληλισμός λοιπόν χρέους προς το κράτος και του ιδιωτικού χρέους δείχνουν απλά το επίπεδο της πολιτικής συζήτησης σε αυτήν τη χώρα. Αν δεν μπορείς να ξεχωρίσεις την καταναγκαστική από την εθελοντική συναλλαγή, την κλοπή (φορολογία) από την εθελοντική πληρωμή, τότε θα έπρεπε να αποχωρήσεις από την πολιτική οικονομία και τον δημόσιο σχολιασμό.1

Παρακάτω ο κ. Μάνος (μάλλον) είναι ικανοποιημένος από το ότι οι Εταίροι μας δεν είναι σαν τον Ντόναλντ Τραμπ (που στην ουσία εγκατέλειπε κατευθείαν τα αποτυχημένα επιχειρηματικά του σχέδια, όπως κάθε σωστή επιχείρηση οφείλει να κάνει). Θεωρεί ορθή την μετα-μνημονιακή παρακολούθηση της χώρας, και ελπίζει (μάλλον θα χρειαστεί να κάνει και τάμα) για μία μακροπρόθεσμη ευνοϊκή ρύθμιση του χρέους:

«Προσερχόμαστε στη διαπραγμάτευση για τη μεταμνημονιακή εποχή με τη στρεβλή αντίληψη ότι είναι υποχρέωση των άλλων να ρυθμίσουν το χρέος μας προς όφελός μας και σε βάρος τους. Ομολογώ ότι με εκπλήσσει η ανοχή που επιδεικνύει απέναντι μας η Ευρώπη. Φανταστείτε μια Ευρώπη με ηγέτη τύπου Τραμπ που δεν θα δίσταζε ένα δευτερόλεπτο να μας αδειάσει.
Οι Eυρωπαίοι, επειδή δεν είναι Τραμπ, για να προστατευθούν στήνουν μηχανισμούς μεταμνημονιακής παρακολούθησης, θέτουν στόχους για πρωτογενή πλεονάσματα και επιβεβαιώνουν τις παρεμβάσεις στις συντάξεις και στο αφορολόγητο. Στο τέλος ενδεχομένως να ρυθμίσουν κάπως το χρέος ώστε να ξεπεράσουμε ανωδύνως τα πρώτα χρόνια».

 

Από τη μία το χρέος δεν δικαιολογείται ηθικά και από την άλλη έρχεται ο κ. Μάνος και προσπαθεί να μας πει ότι, όπως και να έχει, ηθικό ή ανήθικο, το χρέος πρέπει να πληρωθεί. Καλά νέα αυτά για τον ιδιωτικό τομέα. Θα νιώσει ότι πραγματικά κάτι προσφέρει στην κοινωνία. Αλίμονο.

Το μνημόνιο…δεν έχει σημασία;

Η πραγματική ένδειξη για την ποιότητα της δημόσιας συζήτησης περί του χρέους διαφαίνεται παρακάτω όμως. Ο κ. Μάνος μας αναφέρει:

«Κατά τη γνώμη μου δεν πρέπει να δίνουμε ιδιαίτερη σημασία στο 4ο Μνημόνιο. Η κυβέρνηση είναι αδιόρθωτη. Το πρόβλημά μας είναι η πλήρης διάλυση της δημόσιας διοίκησης. Οι νόμοι και τα διατάγματα και τα …μνημόνια γράφονται ή έστω μεταφράζονται από τη δημόσια διοίκηση για να γίνουν μνημεία ασάφειας και ακατ-ανοησίας. Στη συνέχεια ερμηνεύονται από αμετάθετους και μη αξιολογούμενους υπαλλήλους που ταλαιπωρούν και ξοδεύουν τον πολύτιμο χρόνο των πολιτών».

 

Σε αντίθεση με αυτά που πιστεύει ο κ. Μάνος σχετικά με τα μνημόνια (υπονοεί επίσης ότι δεν έχουν εφαρμοστεί «σωστά»), θα δείξουμε ότι η άποψη του είναι εσφαλμένη εκ της ρίζας της. Τα μνημόνια έχουν μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την διάλυση ή μάλλον, τη διατήρηση της διαλυμένης δημόσιας διοίκησης. Για να το κατανοήσουμε καλύτερα, πρέπει να δούμε τι είναι στην ουσία ένα μνημόνιο.

Τι είναι ένα μνημόνιο;

Ένα μνημόνιο αποτελεί στην ουσία μία διάσωση του κράτους. Με προϋπόθεση τη δημιουργία συγκεκριμένων πλεονασμάτων και μεταρρυθμίσεων, κάποιο κράτος λαμβάνει ρευστότητα ή εγγυήσεις ρευστότητας υπό τη μορφή δανεισμού για να χρηματοδοτήσει τις δαπάνες και τις επιδοτήσεις του. Αυτό είναι ιδιαίτερα προβληματικό, και για να το δείξουμε θα κάνουμε μία δική μας αναλογία.

Έστω ότι οι γονείς ενός παιδιού του δίνουν χαρτζιλίκι κάθε βδομάδα. Δεδομένης αυτής της σταθερής παροχής ρευστότητας (ή εγγύησης της), το παιδί αρχίζει και συμμετέχει σε επιζήμιες δραστηριότητες, αρχίζει να χρωστάει χρήματα σε ανθρώπους, να κάνει κακές παρέες και να αποκτάει κακές συνήθειες. Οι γονείς, προσπαθώντας να βάλουν φραγμό σε όλο αυτό, αρχίζουν και βάζουν προϋποθέσεις για την επόμενη λήψη των χρημάτων. Να περιορίσει τις δαπάνες του, να αυξήσει το απόθεμα από το χαρτζιλίκι που του μένει κοκ. Το παιδί αρχίζει και το κάνει, αλλά παράλληλα έχει βρει και μερικά παιδιά στα οποία ασκεί βία και κλέβει το δικό τους χαρτζιλίκι. Το παιδί έχει πρακτικά κάθε εγγύηση ρευστότητας. Ασκώντας περισσότερη βία στα θύματά του, το παιδί μπορεί να παρουσιάζει πλεονάσματα και παράλληλα να λαμβάνει τη ρευστότητα από τους γονείς του.

Τι κίνητρο έχει λοιπόν να σταματήσει να ασκεί τη βία στους άλλους. Τι κίνητρο έχει να κάνει «μεταρρύθμιση» της συμπεριφοράς του; Λειτουργεί με άγνοια κινδύνου, καθώς πάντα υπάρχει το μαξιλαράκι ασφαλείας που θα το σώσει.

Το μνημόνιο αποτελεί διαστρέβλωση κινήτρων

Με την ύπαρξη συνεχούς εγγύησης διάσωσης, οι διαχειριστές του κράτους δεν θα έχουν κανένα κίνητρο για να εξομαλύνουν τη δημόσια διοίκηση, να μειώσουν τις κρατικές δαπάνες και φορολογία. Σαφώς, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι άλλες χώρες τα κατάφεραν, αλλά οι πολιτικές δυναμικές δεν είναι οι ίδιες σε κάθε κράτος. Η πολιτική διαφθορά είναι μεν δεδομένη αλλά η διαμόρφωσή της είναι διαφορετική από χώρα σε χώρα.

Η άποψη του κ. Μάνου παρακάτω, για το τι πρέπει να γίνει, είναι κατά βάση σωστή. Μείωση γραφειοκρατίας, φορολογίας, προσέλκυση επενδύσεων (φυσικά ουδείς λόγος για μείωση δαπανών, δημοσίων υπαλλήλων, ιδιωτικοποιήσεις υπηρεσιών «κοινής» ωφέλειας κοκ). Όλα αυτά αποτελούν βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Παρόλα αυτά, οι πιθανότητες τους να συμβούν, είναι σχεδόν μηδαμινές, εφόσον το κράτος βρίσκεται συνεχώς υπό την αιγίδα συνεχούς εγγύησης ρευστότητας.

Κλείνοντας

Οι ισχυροί της εξουσίας που παραβιάζουν τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας ή του κυρίαρχου δικαίου για να παραμείνουν στην εξουσία, λαμβάνουν δισεκατομμύρια δολάρια σε ξένη βοήθεια από πλούσιες χώρες επί δεκαετίες. Οι κυβερνήσεις αυτές χρησιμοποιούν συχνά αυτή τη βοήθεια για να θεμελιώσουν τις δυνάμεις τους στην εξουσία. Αυτοί οι ισχυροί της εξουσίας, συχνά λαμβάνουν αυτές τις ξένες ενισχύσεις, ενώ την ίδια στιγμή στερούν από τους ανθρώπους της χώρας τους την οικονομική ελευθερία που θα χρειαζόταν για να τερματιστεί η εξάρτηση από την ξένη βοήθεια.

Αυτή τη στιγμή η χώρα μαστίζεται από οικονομική ανελευθερία, ή οποία και διαιωνίζεται καθώς το κράτος συνεχίζει να παρασιτεί στον ιδιωτικό τομέα χωρίς να έχει κίνητρο να σταματήσει. Ο κ. Μάνος προτρέπει σε μεταρρυθμίσεις αλλά στην ουσία βάζει το κάρο μπροστά από το άλογο. Δε θα συμβούν ποτέ μεταρρυθμίσεις εφόσον, ο υποτιθέμενος «μεταρρυθμιστής», δεν νιώσει απειλούμενος από την οικονομική κατάρρευση του κράτους, που εκείνη τη στιγμή διαχειρίζεται. Αντιθέτως, βλέποντας την εγγύηση ρευστότητας, το κίνητρό του να αρπάξει ό,τι μπορεί, να λεηλατήσει τον ιδιωτικό τομέα και να αυξήσει τον δικό του πλούτο εις βάρος του, αυξάνεται. Κανένας κυβερνώντας, έχοντας πάντα αυτές τις εγγυήσεις δε θα αποκτήσει μεγάλο χρονικό ορίζοντα στην πολιτική του. Το βραχυπρόθεσμο κέρδος, θα του είναι πιο δελεαστικό. Ελπίζουμε ο κ. Μάνος, παρά το σοσιαλιστικό παρελθόν του, να κατανοήσει την επιχειρηματολογία μας εδώ. Ο κρατικός δανεισμός πρέπει να παύσει, χτες.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Δείτε σχετικά:

Σημειώσεις:
  1. Ο Ευθύμης Μαραμής, συντάκτης στην «Ελεύθερη Αγορά» μας λέει πως πραγματικά, είναι περίεργη, αν μη τι άλλο, η αντίληψη κάποιων ανθρώπων σχετικά με το «χρέος». Χρέος νοείται, μιλώντας οικονομικά, πως δύο μέρη συνάπτουν μια συμφωνία ανταλλαγής, παρόντων έναντι μελλοντικών αγαθών. Τελεία και παύλα. Η επιβολή «χρέους» με το ζόρι (για παράδειγμα ξυπνάει στραβά ο εκάστοτε γραφειοκράτης και επιβάλλει μια ποινή 4000 ευρώ επειδή έχεις κάποιο ακίνητο) δεν αποτελεί υποχρέωση, αλλά ληστεία. Ανάλογα, η επιβολή καταναγκαστικής εργασίας στους σημερινούς νέους για να αποπληρωθούν οι συντάξεις, σε άλλες εποχές θα αποκαλούταν δουλεία. Το να καταδικάζονται σε κάτεργα δηλαδή αγέννητοι άνθρωποι, για κάτι το οποίο οι λάτρεις της κοινωνικής δημοκρατίας αποκαλούν χαριτωμένα ως «κοινωνικό συμβόλαιο».