Θέτοντας τη συζήτηση περί παραμονής στην Ε.Ε. σε σωστές βάσεις

0
260
Ε.Ε.

Μήπως θα έπρεπε η φιλελεύθερη πολιτική σκηνή στην Ελλάδα να αρχίσει να σκέφτεται μία πορεία της χώρας εκτός της Ε.Ε. από το να προσπαθεί να ανακατευθύνει τη συζήτηση σε αποκλειστικά υποθετικά και ρευστά μονοπάτια;

Οκτώβριος 2018

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Ο φιλελεύθερος χώρος, ή τουλάχιστον ό,τι έχει να επιδείξει ο φιλελευθερισμός στην Ελλάδα, έχει την τάση να θεωρεί τη συζήτηση περί ωφέλειας ή όχι της χώρας από την ένταξη και την παραμονή της στην Ε.Ε. και στη νομισματική ένωση υπό τη λάθος σκοπιά. Στη σελίδα μας έχουμε χρησιμοποιήσει την Αυστριακή θεωρία για να εξηγήσουμε το κακό που έχουν κάνει οι πολιτικές της Ε.Ε. στη χώρα και στον ιδιωτικό τομέα, έχοντας, στην πραγματικότητα, συντηρήσει το σοσιαλιστικό καθεστώς που επικρατεί πρακτικά από τη δεκαετία του 1980 και μετά.

Ε.Ε. και η χειρότερη εναλλακτική μοίρα της Ελλάδας

Ακόμα και ο πιο ένθερμος φιλελεύθερος υποστηρικτής της Ε.Ε. και της παραμονής της χώρας μας σε αυτή, παραδέχεται ότι οι πολιτικές της έχουν υπάρξει δίκοπο μαχαίρι για την Ελλάδα. Δεν αναφερόμαστε στο Ελληνικό Κράτος per se, καθώς θεωρούμε ότι η ένταξη στην Ευρωζώνη δεν είχε άλλον σκοπό από την ενίσχυσή του και τη δυνατότητα αύξησης των δαπανών του εξ αρχής. Λέγοντας «Ελλάδα» αναφερόμαστε στον παραγωγικό τομέας της χώρας, ήτοι τον ιδιωτικό τομέα.

Έτσι λοιπόν, ο υποστηρικτής της Ε.Ε. ενώ παραδέχεται ότι η Ελλάδα έχει σε κάποιο βαθμό θιχτεί αρνητικά από τις πολιτικές της Ε.Ε., στην πραγματικότητα θεωρεί ότι απουσία αυτών, η κατάσταση θα ήταν ακόμα χειρότερη. Για παράδειγμα, βλέποντας τη νομισματική πολιτική της Ε.Ε. και τη νομισματική πολιτική στη Βενεζουέλα, χρησιμοποιεί το επιχείρημα ότι η κατάσταση στη χώρα της Λατινικής Αμερικής θα ήταν και η καθημερινή πραγματικότητα του Έλληνα πολίτη, αν η χώρα μας δεν εισερχόταν στην Ε.Ε. Όπως ο μέσος Μαρξιστής θεωρεί για παράδειγμα της Κεϋνσιανές πολιτικές του New Deal προπύργιο ενάντια στην πτώση του καπιταλισμού και την έλευση του σοσιαλισμού, έτσι βλέπει και ο υπερασπιστής της Ε.Ε. το υπερκράτος των Βρυξελλών.

Το σφάλμα των υποστηρικτών της Ε.Ε.

Η παραπάνω άποψη των φιλελεύθερων υπέρ της Ε.Ε. βασίζεται πάνω στο λογικό σφάλμα της μονής συνεπαγωγής ή αλλιώς του ψευτοδιλήμματος. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν θεωρητικά πολλές ενδεχόμενες εναλλακτικές πραγματικότητες που θα μπορούσαν να ισχύουν για μία μη-ένταξη της χώρας ή φυγή της από την Ε.Ε. Θα μπορούσαμε για παράδειγμα να καταλήξουμε Βενεζουέλα, ή, ελλείψει επιδοτήσεων, να βιώναμε μία ταχεία φιλελευθεροποίηση της οικονομίας, λόγω οικονομικής στενότητας του κράτους. Ενδεχομένως να υπήρχαν άλλα κράτη δανειστές μας με διαφορετικές πολιτικές ή μία ανακοίνωση χρεοκοπίας να μας οδηγούσε οικονομικά στον πάτο, από όπου η πορεία αναγκαστικά θα ήταν ανοδική εν τέλει.

Δεδομένου ότι κανένας δεν μπορεί να ταξιδέψει πίσω στον χρόνο και να παρατηρήσει δύο και τρεις ταυτόχρονα εναλλακτικές πραγματικότητες από την ένταξη της χώρας στην Ε.Ε. και την ευρωζώνη ή κάποια μελλοντική έξοδό της από αυτή, κάθε τέτοιο επιχείρημα είναι καθαρά υποθετικό και δεν μπορεί να απαντηθεί a priori, αλλά μόνο εμπειρικά. Και, εφόσον δεν μπορούμε να έχουμε εμπειρία εναλλακτικών πραγματικοτήτων, τα επιχειρήματα αυτά θα πρέπει να απορρίπτονται ως μη έχοντα κάποια σημασία στο συγκεκριμένο ντιμπέητ. Αντιθέτως, θα έπρεπε να προσέξουμε περισσότερο την τακτική αυτή της μονής συνεπαγωγής, δηλαδή ότι αποκλείονται ενδεχόμενες καλύτερες πραγματικότητες, παρασύροντας την προσοχή μας μόνο στις πιο ζοφερές από αυτές. Θα λέγαμε ότι αποτελεί μία προσπάθεια τρομοκρατίας, ώστε η συζήτηση να μην φτάσει ποτέ στο απολύτως σημαντικό ζήτημα: ότι η Ε.Ε. έχει εμπειρικά καταστρέψει την ιδιωτική οικονομία σε σύμπραξη με το Ελληνικό Κράτος.

Θέτοντας τη συζήτηση στο σωστό πλαίσιο

Επομένως, ποιο θα έπρεπε να είναι το σωστό πλαίσιο συζήτησης; Είμαστε υποχρεωμένοι, εφόσον κάναμε εδώ την εισήγηση για το ότι πρέπει το πλαίσιο να αναθεωρηθεί, να παράσχουμε και μία λύση για να διαμορφωθεί το ντιμπέητ σε πιο ορθολογικές βάσεις. Σωστά;

Κατά την γνώμη μου οφείλουμε να αναγνωρίζουμε ότι η Ε.Ε. λειτουργεί υπό συγκεκριμένα κίνητρα και κατηγορικές συνθήκες. Συγκεντρώνει συνεχώς εξουσίες στη γραφειοκρατία της στις Βρυξέλλες, αποτελεί μονοπωλητή του χρήματος για τα κράτη-μέλη της, μπορεί και δωροδοκεί πολιτικούς όσον αφορά την αποδοχή μεταναστών, αναδιανέμει πλούτο ανάμεσα στα κράτη και φυσικά, πέραν της πρόσβασής της σε πληθωριστικούς μηχανισμούς τύπου Ε.Κ.Τ. έχει και σχεδόν απεριόριστα έσοδα από τις φορολογικές εισφορές των κρατών-μελών. Θα πρέπει να αναρωτηθούμε, αν ένα τέτοιο καθεστώς, έχοντας τόσες πολλές δικλείδες ασφαλείας που το προστατεύουν από τον πολιτικό και οικονομικό ανταγωνισμό, έχει εν τέλει κίνητρο να επιτρέψει την φιλελευθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας.

Θα πρέπει να αναλογιστούμε, αν αυτός είναι ο πραγματικός σκοπός της και γιατί δεν έχει πιέσει περισσότερο για την επίτευξή του πέραν από το να χρηματοδοτεί οικονομικές πολιτικές, οι οποίες ναι μεν θεωρούνται ότι δεν εφάρμοσαν «σωστά» τις μνημονιακές προτάσεις, αλλά παρόλα αυτά, ταυτόχρονα, οδηγούσαν πάντα στην αύξηση ρευστότητας του Ελληνικού κράτους. Μόνο μέσω της δράσης των πολιτικών οργανισμών μπορούμε να καταλάβουμε ή έστω να έχουμε μία γενική ιδέα των στόχων που θέλουν να επιτελέσουν. Όπως και να έχει, εκ της δράσης της, η Ε.Ε. σε καμία περίπτωση δεν έχει δείξει ότι ο φιλελευθερισμός είναι στην ατζέντα της.

Σαφώς και δεν εννοούμε την σύγχρονη θέαση του φιλελευθερισμού που ενίοτε κυκλοφορεί με την ταμπέλα «κοινωνικός φιλελευθερισμός» ή «σοσιαλφιλελευθερισμός». Εννοούμε τον κλασικό φιλελευθερισμό στην παράδοση του Ludwig von Mises, του ελάχιστου κράτους και της ελεύθερης αγοράς. Θα πρέπει εν τέλει να εξετάσουμε, αν στην πραγματικότητα μία τέτοια απαίτηση από την Ε.Ε. είναι ρεαλιστική ή απλώς ένα όνειρο θερινής νυκτός δεδομένων των κατηγορικών συνθηκών που αναφέραμε παραπάνω.

Σίγουρα, ως αναρχοκαπιταλιστές θα πρέπει να απαντήσουμε και στο επιχείρημα ότι είμαστε «ουτοπιστές» ή ότι «πετάμε στα σύννεφα». Η άποψή μας όμως είναι ότι ουτοπιστές είναι τελικά αυτοί που πιστεύουν ότι ένας μηχανισμός σαν την Ε.Ε., που συνεχώς συγκεντρώνει εξουσίες και ελέγχει βασικά οικονομικά μεγέθη με την πολιτική της, θα απολέσει αυτές τις εξουσίες επειδή κάποιοι ασκούν περιστασιακά κριτική εναντίον της. Μήπως θα έπρεπε η φιλελεύθερη πολιτική σκηνή στην Ελλάδα να αρχίσει να σκέφτεται μία πορεία της χώρας εκτός της Ε.Ε. από το να προσπαθεί να ανακατευθύνει τη συζήτηση σε αποκλειστικά υποθετικά και ρευστά μονοπάτια;

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: