Τα εγκλήματα μίσους υπό τη φιλελεύθερη ματιά

0
205
Έγκλημα μίσους

Εάν τα κριτήρια λοιπόν είναι πρώτον, μη αντικειμενικά ορισμένα, ρευστά και θολά, ο νομοθέτης μπορεί στην πραγματικότητα να ευνοήσει οποιαδήποτε ομάδα επιθυμεί εκείνος και τα δικαστικά όργανα χάνουν έναν αντικειμενικό μπούσουλα οριοθέτησης του εγκλήματος μίσους. Τα πάντα θα μπορούσαν, ανάλογα τις ορέξεις της δικαιοσύνης να αποτελούν έγκλημα μίσους

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Ξεκινώντας από το φιλελεύθερο αξίωμα της αυτοκτησίας (αυτεξούσιο) και της άμεσης συνέπειας του την Αρχή μη Επίθεσης, θα εξετάσουμε την περίπτωση των εγκλημάτων μίσους και θα δείξουμε ότι, όχι μόνο δεν είναι συμβατή με τα φιλελεύθερα ιδεώδη, αλλά ότι έχουν και προεκτάσεις, των οποίων τα λογικά άκρα θα οδηγήσουν σε δραστική μείωση των ελευθεριών μας και στον ολοκληρωτισμό. Θα αναφερθούμε στο έγκλημα ως φυσική επίθεση, δηλαδή, στην ανάλυσή μας δεν θα συμπεριλάβουμε τη ρητορική μίσους, για την οποία έχουμε κάνει λόγο σε άλλο μας άρθρο.

Ορίζοντας το «έγκλημα μίσους»

Ένα έγκλημα μίσους (γνωστό και ως μεροληπτικό έγκλημα ή έγκλημα προκατάληψης) είναι ένα έγκλημα που προκαλείται από προκατάληψη και συμβαίνει, όταν ένας δράστης στοχεύει σε ένα θύμα εξαιτίας της συμμετοχής του (ή της θεωρημένης συμμετοχής του) σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα. Παραδείγματα τέτοιων ομάδων μπορούν να περιλαμβάνουν και περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στο: φύλο, φυλή, αναπηρία, γλώσσα, εθνικότητα, φυσική εμφάνιση, θρησκεία, ταυτότητα φύλου ή σεξουαλικό προσανατολισμό. Οι μη εγκληματικές ενέργειες που προκαλούνται από αυτούς τους λόγους ονομάζονται συχνά «περιστατικά μεροληψίας». Στο σύγχρονο κρατικό δίκαιο, τα εγκλήματα μίσους συνήθως επισύρουν και επιπλέον ποινή στον δράστη.1

Έως εδώ όλα καλά με τον ορισμό, ο οποίος φαίνεται και σαφής, τουλάχιστον ως προς τον γενικότερο περιορισμό του ως προς την εφαρμογή του. Τα προβλήματα ξεκινούν, όταν αρχίσουμε να περιορίζουμε τους ορισμούς των υποκατηγοριών ανθρώπων κατά των οποίων μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχει έγκλημα μίσους.

Φύλο

Κάθε έγκλημα στοχεύει σε άνθρωπο που έχει κάποιο φύλο. Άντρας θα εγκληματεί εις βάρος γυναίκας, γυναίκα εναντίον άντρα, άντρας εναντίον άντρα και γυναίκα εναντίον γυναίκας. Εάν το φύλο αποτελεί διακριτικό παράγοντα κατάταξης ενός εγκλήματος ως «μίσους», τότε, όλα τα εγκλήματα είναι και εγκλήματα μίσους, καθώς το θύμα έχει, ανά πάσα στιγμή φύλο, δεν γίνεται ειδάλλως. Έτσι λοιπόν, αν κάθε έγκλημα είναι έγκλημα μίσους, τότε ο όρος δεν έχει καν νόημα εφόσον θα ήταν αδύνατη η ύπαρξη διάκρισης από το ένα έγκλημα στο άλλο με βάση το φύλο. Γι’ αυτό, το φύλο που συνήθως δέχεται ευνοϊκή μεταχείριση από τον νόμο εδώ είναι η γυναίκα κατά κόρον. Έτσι μιλάμε για εγκλήματα όπως η «γυναικοκτονία» αντί για ανθρωποκτονία.

Εθνικότητα, Φυλή και Θρησκεία

Τα ίδια ισχύουν και για την εθνικότητα, φυλή και θρησκεία (ακόμη και η αθεΐα θα μπορούσε να συμπεριληφθεί εδώ ως τοποθέτηση περί του θέματος της θρησκείας παρά ως θρησκεία καθεαυτή). Όλοι μας ανήκουμε σε κάποια ή μας περιγράφει κάποια. Έτσι λοιπόν, για να υπάρξει έγκλημα μίσους ως όρος με κάποια ουσία, θα πρέπει να γίνει επιλεκτική εφαρμογή του σε συγκεκριμένες εθνικότητες, φυλές και θρησκείες. Στις μέρες μας αυτές φαίνεται να είναι διάφορες εθνικές μειονότητες (Ρομά, Κούρδοι π.χ.), από φυλές (μαύροι, Ασιάτες κυρίως της Μέσης Ανατολής) και από θρησκείες οποιαδήποτε θρησκεία φαίνεται να αποτελεί μειονότητα σε σχέση με την επικρατούσα (κυρίως μουσουλμάνοι, ιδίως στην Ευρώπη).

Εμφάνιση, ταυτότητα φύλου και σεξουαλικός προσανατολισμός

Ξανά, όλο χαρακτηριζόμαστε από τα παραπάνω στοιχεία. Όλοι δηλώνουμε ή νιώθουμε κάποιο φύλο (ναι, τα φύλα είναι δύο, αλλά συμβαδίστε μαζί μου χάριν συζήτησης) και έχουμε σεξουαλικό προσανατολισμό ή υιοθετούμε κάποια εμφάνιση. Αναγκαστικά, πάλι, για να έχει το έγκλημα μίσους κάποια ουσιαστική σημασία, πρέπει να γίνει επιλεκτική αναφορά σε συγκεκριμένες εμφανίζεις, ταυτότητες φύλου και σεξουαλικούς προσανατολισμούς. Η συνήθης φόρμα είναι η επιλογή της λιγότερο επικρατούσας από τις παραπάνω επιλογές.

Αυθαίρετη επιλογή υποσυνόλων

Το μοτίβο πρέπει να φαίνεται ξεκάθαρο εδώ. Κάθε παραπάνω χαρακτηριστικό φέρεται από κάθε άτομο, οπότε μία γενικότερη οριοθέτηση του εγκλήματος μίσους με την εκάστοτε προσαύξηση της ποινής που να αφορά όλες τις κατηγορίες, δεν θα είχε νόημα. Όλα τα εγκλήματα θα ήταν εγκλήματα μίσους, επομένως μία οριζόντια αύξηση των ποινών θα οδηγούσε απλά τις ποινές σε ένα ανώτερο επίπεδο. Κάτι τέτοιο δεν θα είχε νόημα εφόσον σκοπός της οριοθέτησης του εγκλήματος μίσους είναι ακριβώς ο διαχωρισμός του από τα άλλα εγκλήματα. Έτσι λοιπόν πρέπει να υιοθετηθούν επιλεκτικές εφαρμογές του όρου.

Η ένσταση που θα εμφανιστεί εδώ αφορά το ότι δεν είναι εντελώς αυθαίρετη αυτή η επιλογή υποσυνόλων ανά κατηγορία εφόσον το κριτήριο αφορά την θέση τους ως απόλυτα ποσοστά σε σχέση με την τάση που επικρατεί στην πλειοψηφία. Παρόλα αυτά, υπάρχουν δύο προβλήματα: α) το ότι κάποιος μισεί κάποια κοινωνική μειοψηφικά ομάδα δεν έχει να κάνει απαραίτητα με το ότι αυτή αποτελεί μειοψηφία per se και β) ότι η σχέση πλειοψηφίας-μειοψηφίας είναι στην καλύτερη περίπτωση ρευστή. Στις αφρικανικές χώρες μειοψηφία είναι οι λευκοί, στις δυτικές χώρες οι μαύροι (σε αναμεταξύ τους σχέση). Οι χριστιανοί και οι μουσουλμάνοι αποτελούν πλειοψηφίες ή μειοψηφίες αναλόγως το που βρισκόμαστε, όπως και οι άθεοι.

Επίσης, οι αναλογίες αλλάζουν διαρκώς με τις αλλαγές στον πληθυσμό λόγω γεννήσεων ή μετακινήσεων. Ποιο είναι το ποσοστό αναλογίας μειοψηφίας-πλειοψηφίας που πρέπει να υιοθετηθεί, ώστε να επιλέξουμε ποια ευάλωτη ομάδα θα προστατευτεί και ποια όχι; Επίσης, ο ορισμός μίας ομάδας ως ευάλωτης είναι σαθρός. Η μειοψηφία δε συνεπάγεται ευαλωτότητα, αλλά ούτε και ότι θα υφίστανται οι μειοψηφικές ομάδες άδικες διακρίσεις. Φυσικά, το ποια διάκριση είναι άδικη και μη θα ορίζεται άνωθεν προφανώς και όχι μέσω των εθελοντικών συναλλαγών των ατόμων. Εάν τα κριτήρια λοιπόν είναι πρώτον, μη αντικειμενικά ορισμένα, ρευστά και θολά, ο νομοθέτης μπορεί στην πραγματικότητα να ευνοήσει οποιαδήποτε ομάδα επιθυμεί εκείνος και τα δικαστικά όργανα χάνουν έναν αντικειμενικό μπούσουλα οριοθέτησης του εγκλήματος μίσους. Τα πάντα θα μπορούσαν, ανάλογα τις ορέξεις της δικαιοσύνης να αποτελούν έγκλημα μίσους.

Αδυναμία απόδειξης «μίσους»

Όλα τα εγκλήματα (ή τουλάχιστον τα περισσότερα) περιέχουν μίσος ως προς την κινητήριο δύναμη πραγματοποίησης τους. Ο σύζυγος που σκοτώνει τη γυναίκα του μάλλον την μισεί, ο τρομοκράτης που σκοτώνει τον πολιτικό το ίδιο, ο παρακρατικός αναρχικός των Εξαρχείων μισεί τον «νοικοκυραίο», όταν του καταστρέφει το μαγαζί κ.ο.κ. Κάθε έγκλημα είναι έγκλημα μίσους, αλλά, όπως παρατηρήσαμε, θα πρέπει να γίνει επιλεκτική εφαρμογή του όρου: δε γίνεται όλα τα εγκλήματα να θεωρούνται εγκλήματα μίσους. Μερικές εγκληματικές πράξεις αφήνονται βολικά εκτός, άλλες εντάσσονται στο πλαίσιο αυτό.

Κάθε άνθρωπος, όμως, επιλέγει τη δράση του ανάλογα με τις ιδέες που έχει στο κεφάλι του. Αν και η προέλευση των ιδεών δεν μας αφορά σε αυτό το άρθρο, είναι αδύνατον κάποιος άνθρωπος να δράσει, αν δεν τον κινητοποιήσει μία ιδέα ή κάποιο συναίσθημα. Η ποσότητα των ιδεών, όμως, που υπάρχει σε κάθε ανθρώπινο ον είναι κυριολεκτικά άπειρη, επομένως προκύπτει το εξής ερώτημα: ποια ιδέα και κατά πόσο οδήγησε κάθε άνθρωπο σε μία πράξη; Για παράδειγμα, φανταστείτε εμένα που είμαι φιλελεύθερος, φιλόζωος, Παναθηναϊκός, Έλληνας και αντιπαθώ τους σοσιαλιστές και τους ναζί. Έτσι λοιπόν πηγαίνω και χτυπάω έναν Τούρκο, Ολυμπιακό, σοσιαλιστή και μη φιλόζωο. Γιατί τον χτύπησα; Επειδή δεν είναι φιλόζωος, Παναθηναϊκός, επειδή είναι σοσιαλιστής; Όλα τα παραπάνω; Γιατί να μην τον χτύπησα επειδή ήταν Τούρκος και μόνο, χωρίς να έδωσα σημασία σε όλα τα υπόλοιπα; Υπάρχει τρόπος, κάποιος εμπειρογνώμονας να διαπιστώσει κάτι τέτοιο, με τέτοια βεβαιότητα (πέρα από κάποια βάσιμη αμφιβολία), ώστε να χρησιμοποιηθεί σε δικαστήριο;

Ακόμα και αν εισβάλλει η αστυνομία σπίτι μου και δει αντι-τουρκικά πόστερ στον τοίχο μου, ή κάποια άλλη φυσική ένδειξη ότι μισώ τους Τούρκους, πάλι δεν μπορεί να αποδειχθεί συσχέτιση ιδέας και πράξης: επιστημολογικά, οι ιδέες είναι ανέγγιχτες από την ανθρώπινη διανόηση, ήτοι, ενώ μπορεί να τις δημιουργήσει, δεν μπορεί να τις αποδώσει εμπειρικά ως αιτίες σε συγκεκριμένα γεγονότα. Το μόνο που μπορούμε να πούμε για παράδειγμα για το γεγονός ότι ο Καίσαρας διέσχισε τον Ρουβίκωνα είναι ότι το έκανε απλά διότι ήταν ο Καίσαρας. Πέραν τούτου, οτιδήποτε άλλο αποτελεί μη αποδείξιμη εικασία. Έτσι λοιπόν, ενώ μπορεί να γίνει η εικασία ότι μισώ τους Τούρκους, στο παραπάνω παράδειγμα, η αποδειξιμότητα του ισχυρισμού «τον χτύπησε διότι μισεί τους Τούρκους» είναι μηδενική. Ακόμα και η ομολογία δεν μπορεί να αποδείξει κάτι τέτοιο διότι, πέραν του ψεύδους που πάντα ελοχεύει, πολλές φορές δεν γνωρίζουμε καν εμείς οι ίδιοι το ποια ιδέα ή συνδυασμός ιδεών μας έχει ωθήσει σε συγκεκριμένες πράξεις. Η μόνη χρησιμότητα τέτοιων εικασιών έγκειται στη δυνατότητα τους να μας βοηθήσουν στο να αποκλείσουμε υπόπτους, βάσει κινήτρων, για το εκάστοτε έγκλημα. Αλλά, ακόμα και τα κίνητρα δεν «αποδεικνύονται», υπό την έννοια που ένα τεστ DNA αποδεικνύει ότι το αίμα στο όπλο ανήκει στο θύμα: αποτελούν εικασίες, εργαλεία χωρίς κάποια επιστημολογική βάση πέραν της διαμόρφωσης υποθέσεων.

Το ηθικό ζήτημα

Ο εγκληματίας θεωρείται εγκληματίας λόγω της πράξης του. Αν έφερε το μίσος του σιωπηρά, κρατώντας το για τον εαυτό του, δεν θα υπήρχε λόγος να συλληφθεί καθώς δεν θα ξέραμε αν υπήρχε το μίσος χωρίς κάποια πράξη να το υπογραμμίζει ή να το φανερώνει. Έτσι λοιπόν, αναγκαστικά πρώτα θα συμβεί το έγκλημα και μετά θα γίνει προσπάθεια να διαπιστωθεί αν υποβόσκει μίσος προς κάποια αυθαίρετα ορισμένη ομάδα εκ μέρους του δράστη.

Το έγκλημα όμως και το ενδεχόμενο μίσος αποτελούν δύο αναλυτικά διαφορετικές καταστάσεις. Στην πρώτη έχουμε πράξη, στην δεύτερη έχουμε ιδέα. Το έγκλημα μίσους στην πραγματικότητα, πέραν της πράξης τιμωρεί και την ιδέα. Αν το μίσος είναι συναίσθημα και οι ιδεολογίες είναι γενικά ιδέες, η νομοθεσία περί εγκλημάτων μίσους ποινικοποιεί συναισθήματα και ιδέες. Έχοντας διαπιστώσει νωρίτερα ότι η επιλογή ιδεών και υποσυνόλων ανθρώπων κατά των οποίων τα εγκλήματα χαρακτηρίζονται ως εγκλήματα μίσους είναι εντελώς αυθαίρετη, θεωρητικά τα πάντα θα μπορούσαν να ποινικοποιηθούν: φανταστείτε μία Χρυσή Αυγή να θεωρεί τις εγκληματικές πράξεις εναντίον «Αρίων», ως εγκλήματα μίσους ή το ΚΚΕ το ίδιο εναντίον εργαζομένων, ενώ παράλληλα και οι δύο να μη θεωρούν έγκλημα μίσους το σπάσιμο της βιτρίνας ενός μαγαζιού ή τη δολοφονία κάποιου «καπιταλιστή», αλλά απλό έγκλημα. Στην πολιτική οικονομία, αυτό που κάπως περιορίζει τις αυθαιρεσίες του νομοθέτη, τουλάχιστον σε φιλοσοφικό επίπεδο, είναι η σαφήνεια και η σταθερότητα των ορισμών και των κριτηρίων εφαρμογής του νόμου. Αν και τα δύο είναι ρευστά, ρευστή θα είναι η ποινικοποίηση ιδεών: θα πραγματοποιείται ανάλογα τις πολιτικές ορέξεις.

Το έγκλημα μίσους ως ποινικό αδίκημα είναι επίσης απαράδεκτο και από τη φιλελεύθερη οπτική καθώς δημιουργεί ηθικές ανισότητες ανάμεσα στους πολίτες, καταστρατηγώντας στην ουσία οποιαδήποτε έννοια του «κράτους δικαίου» ευαγγελίζονται οι κρατιστές ή γενικά οι φιλελεύθεροι όταν αναφέρονται στην νομοκρατία. Όταν μία αυθαίρετα ορισμένη κοινωνική ομάδα αποκτά δικαιώματα πάνω στον δράστη, τα οποία ξεπερνούν αυτά μίας άλλης ομάδα πάνω στον ίδιο δράστη, τότε έχει προκύψει μία νομική ανισότητα ανάμεσα στην προστατευμένη και μη προστατευμένη κοινωνική ομάδα. Η πρώτη μπορεί να εξάγει μεγαλύτερες αποζημιώσεις και ποινές από τον δράστη από ό,τι η άλλη, ενώ στην πραγματικότητα η εγκληματική πράξη θα μπορούσε να είχε προκαλέσει την ίδια ζημιά.

Πολλοί θα ισχυριστούν εδώ, ότι η επιπλέον τιμωρία για τα εγκλήματα μίσους αποτελεί και απόδοση δικαιοσύνης ενάντια σε ιστορικά προηγούμενες αδικίες που βίωσαν οι εκάστοτε ομάδες. Αυτό είναι παράλογο: οι αδικίες δεν μεταφέρονται σαν το προπατορικό αμάρτημα σε μελλοντικές γενιές και άτομα. Πώς είναι δυνατόν αυτό; Πώς μπορεί κάποιος να αποκαταστήσει παρελθοντικές «κοινωνικές αδικίες», ενώ πολλές φορές τα άτομα που τις διέπραξαν αλλά και τα θύματά τους δεν ζουν πια. Πώς φταίει για παράδειγμα η παρούσα γενιά για τα εγκλήματα κατά των μαύρων πριν από 200 χρόνια; Και σαφώς, πώς θα μπορούσε κάποιος να αποζημιώσει κάποιον που δεν ζει πλέον ειδικά όταν αυτός που θα κληθεί να καταβάλει την αποζημίωση δεν ζούσε καν εκείνη την περίοδο; Τέλος, εάν η καταπολέμηση του μίσους είναι το ζητούμενο, τότε, οι υπερασπιστές της διάκρισης των εγκλημάτων μίσους, θα πρέπει να μας αποδείξουν εάν και κατά πόσο είναι δυνατόν να νομοθετηθεί η αγάπη και η ανεκτικότητα, η ηθική και η αποδοχή. Κανένας άνθρωπος δεν έγινε ποτέ πιο ηθικός μέσω της νομοθεσίας και μόνο.

Συμπέρασμα

Τα εγκλήματα μίσους εκτός από επιστημολογικά ατασθαλή ως μη αποδείξιμα, αποτελούν επίσης παραβίαση των φιλελεύθερων ηθών της ελευθερίας σκέψης μέσω της αυτοκτησίας καθώς και της νομικής και ηθικής ισότητας που θα έπρεπε να υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους. Δημιουργούν νομοθεσίες «δύο ταχυτήτων», ευνοούν κοινωνικές ομάδες εις βάρος άλλων και μπορούν πολύ εύκολα να χρησιμοποιηθούν πολιτικώς καιροσκοπικά για τη δίωξη πολιτικών αντιπάλων και ιδεών που απειλούν την εκάστοτε καθεστηκυία τάξη. Αποτελούν ξεκάθαρα μία οργουελική φαντασίωση, ένα πλαίσιο που γεννά Δημητράδες και πάσης φύσεως λογοκριτές και θεσμικούς ρουφιάνους. Μία μεγάλη απειλή για την ελευθερία σκέψης και λόγου, ένα εργαλείο απολυταρχισμού.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1. https://en.wikipedia.org/wiki/Hate_crime