Τα Ηνωμένα Έθνη αγνοούν το πραγματικό κόστος των μέτρων κατά της κλιματικής αλλαγής

0
160

πολλοί ακτιβιστές αρνούνται να μιλήσουν για το κόστος επειδή γνωρίζουν ότι αν το κόστος μετριασμού (δηλαδή οι φόροι άνθρακα κ.λπ.) είναι υπερβολικά υψηλό, τότε οι άνθρωποι είναι πιθανό να βασιστούν στην άλλη πολιτική στρατηγικής για την κλιματική αλλαγή, η οποία είναι η «προσαρμογή»

του Ryan McMacken

Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής

Εισαγωγή

Την περασμένη εβδομάδα, η Διακυβερνητική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) δημοσίευσε μια σημαντική νέα έκθεση με τίτλο «Η υπερθέρμανση του πλανήτη κατά 1,5 ° C». Η βασική θέση της έκθεσης είναι ότι εάν οι κυβερνήσεις του κόσμου κάνουν ό,τι τους λέει ο ΟΗΕ, τότε η άνοδος της παγκόσμιας θερμοκρασίας θα περιοριστεί στους 1,5 ° C. Η έκθεση προέρχεται από τη Συμφωνία των Παρισίων, η οποία υποστήριζε έναν μακροπρόθεσμο στόχο να περιορίσει την άνοδο της παγκόσμιας θερμοκρασίας σε «αρκετά κάτω από 2° C» και να «συνεχίσει τις προσπάθειες προς την κατεύθυνση του 1,5 ° C».

Υλοποίηση της συμφωνίας

Από τότε, το επίκεντρο των πολιτικών και του προσωπικού του ΟΗΕ ήταν να επικεντρωθούν στη δημιουργία μιας ατζέντας πολιτικής επικεντρωμένης στην ιδέα της χρήσης κυβερνητικών εντολών, φόρων, κανονισμών και επιδοτήσεων για τον περιορισμό της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας στην επιλεγμένη τιμή των 1,5 ° C. Τα προηγούμενα σχέδια είχαν επικεντρωθεί γύρω από τον περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας στους 2 ° C, οπότε το νέο σχέδιο αντιπροσωπεύει την επιτάχυνση των στόχων για την προώθηση σημαντικών φόρων στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, επιδοτήσεων για «ανανεώσιμη» ενέργεια και πολλά άλλα.

Για να υποστηρίξει την αναγκαιότητα όλων αυτών, η έκθεση είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου αφιερωμένη στη διαμόρφωση μίας εικόνας για το τι θα συμβεί εάν οι θερμοκρασίες αυξηθούν κατά 2 ° C, και συγκρίνοντας αυτό με την άνοδο ενός «απλού» 1,5 ° C. Σε κάθε περίπτωση, αναφέρει η έκθεση, τα πράγματα θα είναι πολύ χειρότερα από ό,τι είναι τώρα. Αλλά μια αύξηση των 1,5 ° C δεν θα είναι εξίσου κακή.

Ανταπόκριση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης

Η ανταπόκριση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ήταν αρκετά μεγάλη και σίγουρα χωρίς διάθεση για κριτική. Οι New York Times καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η «έκθεση ορόσημο […] φανερώνει μια πολύ πιο κακή εικόνα των άμεσων συνεπειών της αλλαγής του κλίματος από ό, τι είχε προηγουμένως θεωρηθεί και λέει ότι η αποφυγή των ζημιών απαιτεί τη μετατροπή της παγκόσμιας οικονομίας σε μία ταχύτητα και κλίμακα που δεν έχει τεκμηριωμένο ιστορικό προηγούμενο»

Η The Guardian του Ηνωμένου Βασιλείου φέρει τον τίτλο: «Έχουμε 12 χρόνια για να περιορίσουμε την καταστροφή από την αλλαγή του κλίματος, προειδοποιεί ο ΟΗΕ».

Η Guardian είχε επίσης ένα άρθρο του υπεύθυνου συντάκτη που υποστήριζε ότι:

«η έκθεση της IPCC είναι σαφής ότι μπορεί να μην είμαστε σε θέση να περιορίσουμε την αύξηση της θερμοκρασίας στους 1,5 ° C χωρίς να χρειαζόμαστε αργότερα μέσα τον αιώνα να απομακρύνουμε το διοξείδιο του άνθρακα από την ατμόσφαιρα. Παρόλο που μπορούμε να το κάνουμε αυτό με την επέκταση των δασών και άλλης βλάστησης, πρέπει επίσης να διερευνήσουμε και άλλες επιλογές, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης τεχνολογίας δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα».

 

Πρόκειται μόνο για μια μικρή δειγματοληψία της ιδιαίτερα ευνοϊκής ανταπόκρισης των μέσων ενημέρωσης στην έκθεση. Ουσιαστικά, η έκθεση ήταν πολύ επιτυχημένη σε ο,τι θέλησε να κάνει: η εστίαση αφορούσε αποκλειστικά τα κλιματικά μοντέλα και τις προβλέψεις και αγνόησε σε μεγάλο βαθμό τις λεπτομέρειες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις του κόσμου θα μπορούσαν να καθορίσουν την πραγματική εκτέλεση και χρηματοδότηση αυτών των ρυθμιστικών αλλαγών.

Σχεδόν εντελώς απούσα από τη συζήτηση είναι οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να πληρωθούν οι «λύσεις» και ποιο είναι το πραγματικό κόστος. Βεβαίως, προσφέρθηκαν ορισμένοι αριθμοί. Όπως αναφέρει η έκθεση:

«Η συνολική ετήσια μέση εξοικονόμηση ενέργειας που σχετίζεται με επενδύσεις για την περίοδο 2015 έως 2050 σε μονοπάτια που περιορίζουν την αύξηση της θερμοκρασίας στους 1.5 ° C εκτιμάται ότι θα είναι περίπου 900 δισεκατομμύρια δολάρια σε τιμές 2015».

 

Αυτή είναι μια μετριοπαθής εκτίμηση. Το εύρος του εκτιμώμενου κόστους πηγαίνει πολύ υψηλότερα πάνω από 3 τρισεκατομμύρια δολάρια. Και τα 900 δισεκατομμύρια δολάρια (δηλαδή περίπου ένα τρισεκατομμύριο) είναι ένας αρκετά μεγάλος αριθμός δεδομένου ότι το παγκόσμιο ΑΕΠ το 2016 ήταν 75 τρισεκατομμύρια.

Αλλά ακόμη και αυτοί οι αριθμοί αποτελούν μέρος μιας εξαιρετικά περιορισμένης εκτίμησης και δεν καλύπτουν μια πληθώρα άλλων δαπανών. Η ίδια η έκθεση παραδέχεται ότι

«η βιβλιογραφία σχετικά με το συνολικό κόστος μετριασμού του 1,5 ° C είναι περιορισμένη και δεν έχει αξιολογηθεί σε αυτή την έκθεση. Τα κενά της γνώσης παραμένουν στην ολοκληρωμένη αξιολόγηση του κόστους και των ωφελειών του μετριασμού της οικονομίας σύμφωνα με τις οδούς που περιορίζουν τη υπερθέρμανση κατά 1,5 ° C.»

 

Οποιαδήποτε σοβαρή ανάλυση πρέπει να υπολογίσει όλα τα κόστη

Η «βιβλιογραφία» ωστόσο, περιλαμβάνει μια ποικιλία εκτιμήσεων. Και πολλές από αυτές υποδηλώνουν ότι το σχέδιο των 1,5 ° C θα κοστίσει πολύ περισσότερο σε χαμένο πλούτο από αυτόν που χάνεται στις καταστροφές που προκαλούνται από την υπερθέρμανση του πλανήτη.

Ορισμένες από αυτές τις βιβλιογραφικές πηγές που αφιερώνονται στην επισήμανση του πραγματικού κόστους της πολιτικής για το κλίμα προέρχονται από τον William Nordhaus, ο οποίος κέρδισε την περασμένη εβδομάδα το βραβείο Νόμπελ στα οικονομικά προς μεγάλη χαρά για τους ακτιβιστές της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

Όπως σημειώνει ο Robert Murphy, ο Nordhaus έχει επαινεθεί ως υπερασπιστής των κλιματικών πολιτικών του τύπου που προωθήθηκαν από την IPCC. Όσοι όμως επαινούν τον Nordhaus ως συνήγορου για τον έλεγχο του κλίματος παραβλέπουν ότι ο Nordhaus πιστεύει ότι ο στόχος των 1,5 ° C είναι κακή ιδέα και είναι τελείως μη ρεαλιστικός.

Γράφει ο Murphy:

«Αρχικά […] [το μοντέλο του Nordaus το 2007 έδειξε] ο κλιματικός στόχος του περιορισμού της υπερθέρμανσης του πλανήτη σε 1,5 ° C ήταν μια φρικτή πολιτική, η οποία θα έκανε την ανθρωπότητα 14 τρισεκατομμύρια δολάρια (σε τρέχουσα αξία, σε δολάρια του 2005) φτωχότερη επιτυγχάνοντας τίποτα απολύτως. (Δείτε τον Πίνακα 4 του άρθρου μου για να δείτε τις λεπτομέρειες.)
Τώρα είναι αλήθεια ότι οι αριθμοί έχουν αλλάξει από το 2007 και ότι το μοντέλο του Nordhaus δεν θα παρείχε πλέον μια τόσο απαισιόδοξη εκτίμηση. Εντούτοις, το 2013 ο Nordhaus υποστήριξε στο τότε νέο βιβλίο του για την αλλαγή του κλίματος ότι η βέλτιστη πολιτική (ανάλογα με τις υποθέσεις συμμετοχής των κυβερνήσεων του κόσμου κλπ.) θα περιόριζε τους στόχους για την υπερθέρμανση του πλανήτη από τους 2.3 ° C έως τους 4 ° C, όπως ο Paul Krugman παραδέχεται στην ανασκόπηση του βιβλίου. 
Παρακαλώ να ξαναδιαβάσετε την τελευταία φράση μου: Από το 2013, ο William Nordhaus, ο οποίος μόλις κέρδισε το βραβείο Νόμπελ για την εργασία του σχετικά με τα οικονομικά της αλλαγής του κλίματος, δήλωσε ότι η βέλτιστη πορεία της υπερθέρμανσης του πλανήτη θα επέτρεπε αυξημένες θερμοκρασίες τουλάχιστον 2,3 ° C και ενδεχομένως κοντά στους 4 ° C. Ωστόσο, οι άνθρωποι των μέσων μαζικής ενημέρωσης της IPCC λένε στον κόσμο ότι πρέπει πραγματικά να στοχεύουμε για 1,5 ° C θέρμανσης για να αποφύγουμε την καταστροφή και ότι η διαφορά μεταξύ 1,5 ° C και 2,0 ° C είναι τεράστια».

 

Ο Nordhaus, υπόψιν, υποστηρίζει έναν φόρο άνθρακα. Όμως, σε αντίθεση με τους περισσότερους ανθρώπους που γράφουν άρθρα για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος σύντομα θα τελειώσει σε μια παγκόσμια καταστροφή του κλίματος, ο Nordhaus αναγνωρίζει ότι πολιτικές όπως οι φόροι, οι επιδοτήσεις και οι κανονισμοί έχουν κόστος.

Ωστόσο, η άγνοια γι’ αυτά τα κόστη, εδώ και πολύ καιρό είναι το ψωμοτύρι των ομάδων υπεράσπισης της αλλαγής του κλίματος, οι οποίες αποφεύγουν σταθερά οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με το πραγματικό κόστος και τα οφέλη της πολιτικής για την κλιματική αλλαγή.

Όποιος αμφισβητεί τα σχέδια πολιτικής του καταγγέλλεται ως αρνητής της κλιματικής αλλαγής, αλλά όπως έχω παρατηρήσει στο παρελθόν, αυτή είναι μια σκόπιμη προσπάθεια να αποφευχθεί η παραδοχή ότι το θέμα της κλιματικής αλλαγής είναι αυτόνομο από αυτό που πρέπει να γίνει γι’ αυτό. Αντ’ αυτού, η στρατηγική είναι κάπως έτσι:

«Πολύ συχνά, η απάντηση σε ερωτήματα όπως αυτά είναι οργισμένες διατριβές για το πώς πρέπει να δράσουμε τώρα. Αλλά, φυσικά, μια τέτοια θέση είναι παρόμοια με εκείνη ενός ατόμου που, βλέποντας ότι ο χειμώνας πλησιάζει απαιτεί ο καθένας να κατασκευάσει το χειμωνιάτικο καταφύγιο του με τον τόπο που υπαγορεύει εκείνος αμέσως. «Δεν μπορείτε να δείτε άνθρωποί μου ότι ο καιρός κρυώνει;» λέει. «Αν δεν οικοδομήσουμε το καταφύγιο με τον τρόπο μου, θα παγώσουμε όλοι». Όταν αντιμετωπίζει ερωτήματα σχετικά με το αν το σχέδιο καταφυγίου είναι ή όχι ο καλύτερος τρόπος για να προχωρήσουμε ή αν ένας διαφορετικός τύπος καταφυγίου μπορεί να είναι οικονομικά αποδοτικότερος , ή εάν άλλοι προτιμούν να κατασκευάσουν το δικό τους καταφύγιο, δηλώνει οργισμένα ότι «εσείς οι αρνητές του χειμώνα δεν νοιάζεστε αν όλοι πεθαίνουμε».

 

Εν τω μεταξύ, στον πραγματικό κόσμο, οποιαδήποτε απόπειρα αντιμετώπισης του ζητήματος της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής – αν υποτεθεί ότι το μέγεθος της, όπως περιγράφεται στις εκθέσεις των Ηνωμένων Εθνών, είναι ακριβές – απαιτεί αναγνώριση του κόστους και των οφελών των παρεμβάσεων.

Πράγματι, ορισμένοι ακτιβιστές της κλιματικής αλλαγής είναι τόσο πεπεισμένοι που αρνούνται να δεχτούν ακόμη και τον ρόλο της εκτίμησης του κόστους ότι κάποιοι πιο λογικοί ακτιβιστές αισθάνονται υποχρεωμένοι να ωθήσουν τους συναδέλφους τους στο φως της ειλικρινούς συζήτησης επισημαίνοντας ότι πολλοί άνθρωποι είναι πιο επιδεκτικοί στη συζήτηση για το κλίμα εάν το πραγματικό κόστος γίνει αποδεκτό.

Αλλά πολλοί ακτιβιστές αρνούνται να μιλήσουν για το κόστος επειδή γνωρίζουν ότι αν το κόστος μετριασμού (δηλαδή οι φόροι άνθρακα κ.λπ.) είναι υπερβολικά υψηλό, τότε οι άνθρωποι είναι πιθανό να βασιστούν στην άλλη πολιτική στρατηγικής για την κλιματική αλλαγή, η οποία είναι η «προσαρμογή«:

«Και οι δύο προσεγγίσεις [μετριασμός και προσαρμογή] μπορεί να είναι ουσιαστικές, αλλά ορισμένοι περιβαλλοντολόγοι ανησυχούν ότι η προσοχή στην ανάγκη προσαρμογής σε ένα μεταβαλλόμενο κλίμα θα υποβαθμίσει τη δημόσια στήριξη για την τόνωση των δαπανών στις προσπάθειες επιβράδυνσης του ρυθμού της υπερθέρμανσης του πλανήτη».

 

Με άλλα λόγια, ορισμένοι ακτιβιστές εξακολουθούν να ισχυρίζονται ότι δεν πρέπει καν να μιλάνε για το κόστος των μεγάλων σχεδίων τους για παγκόσμιο έλεγχο του κλίματος. Δεν θέλουν να μιλάνε για την προσαρμογή επειδή γνωρίζουν ότι μπορεί να είναι πιο ελκυστική για πολλούς, πάρα πολλούς ανθρώπους. Επιπλέον, οι προσπάθειες μετριασμού παρουσιάζουν κίνδυνο εξαιτίας του μεγάλου όγκου πόρων που σπαταλώνται σε στρατηγικές μετριασμού – και δεν λειτουργούν – οπότε το κόστος ευκαιρίας θα είναι εξαιρετικά υψηλό και θα απομείνουν πολύ λιγότεροι πόροι για στρατηγικές προσαρμογής. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι στρατηγικές προσαρμογής είναι λιγότερο πιθανό να απαιτήσουν παγκόσμια διακυβέρνηση, κεντρικά σχεδιασμένες ενεργειακές πολιτικές ή ακόμα και φόρους άνθρακα, αυτό θα δημιουργούσε μεγάλο κίνδυνο για μια πολιτική ατζέντα που θα βασίζεται στην καθιέρωση μιας τεράστιας παγκόσμιας γραφειοκρατίας για το κλίμα.

Επομένως, η στρατηγική πολλών ακτιβιστών είναι να συνεχίσουν να βασίζονται στα μέσα ενημέρωσης και στους πολιτικούς να ζητούν απλώς κάτι να γίνει αλλιώς θα καταρρεύσει ο ανθρώπινος πολιτισμός. Αυτή είναι η στρατηγική «υστερίας» και είναι συχνά αποτελεσματική. Αλλά βασικά ισχυρίζεται ότι η σπανιότητα δεν υπάρχει όταν πρόκειται για τον κεντρικό σχεδιασμό και τη ρύθμιση της παγκόσμιας οικονομίας για την επιδίωξη του μετριασμού της παγκόσμιας υπερθέρμανσης.

Μπορούμε να μάθουμε τα πραγματικά κόστη;

Και τότε, φυσικά, υπάρχει το πρόβλημα του κατά πόσον είναι ακόμη δυνατό να υπολογιστεί πραγματικά το κόστος του μετριασμού. Το κόστος που προτείνουν ομάδες όπως η IPCC τείνει να εστιάζεται μόνο στο φαινομενικό κόστος των φορολογικών πολιτικών, των επιδοτήσεων και άλλων στρατηγικών μετριασμού. Ωστόσο, είναι αδύνατο να υπολογίσουμε αληθινά τις ρυθμίσεις με την πάροδο του χρόνου, τις απώλειες ευκαιριών που παραλείψαμε, όταν απαγορεύσαμε ορισμένες τεχνολογίες και τις επιπτώσεις των υψηλότερων φόρων και ενεργειακών δαπανών στις νεοσύστατες επιχειρήσεις και τους επιχειρηματίες. Είναι σε αυτό το θεμελιώδες, επιχειρηματικό και οικιακό επίπεδο, όπου το πραγματικό κόστος θα αυξηθεί, και είναι αδύνατο να χτυπήσουμε έναν αριθμό και να προχωρήσουμε με μια ουσιαστική ανάλυση κόστους-οφέλους.

Είναι αδύνατο να προβλέψουμε τις μελλοντικές καινοτομίες και τις ευκαιρίες που χάνονται καθώς ο κόσμος υιοθετεί αυτό που ουσιαστικά είναι κεντρικός σχεδιασμός για τους σκοπούς χειρισμού της ατμόσφαιρας. Οι αντιπολιτευόμενοι νομοθέτες επέβαλαν μετριασμό, ωστόσο, μιλούν σαν να απέτυχαν όλα τα μέτρα μετριασμού και η αποτυχία να δράσουμε τώρα φέρνει ολοκληρωτική καταστροφή. Είναι το συνηθισμένο «κάνετε ό,τι λέμε ή πεθαίνουμε!» στρατηγική που είναι χαρακτηριστικό ενός σχεδίου που στερείται έγκυρης πληροφόρησης. Η απροθυμία να συζητήσουμε τις λεπτομέρειες μας λέει πολλά.

Όμως, όπως έδειξε η έρευνα του Nordhaus, ακόμη και αν δεχτούμε όλες τις κλιματικές παρατηρήσεις, τις εκτιμήσεις κόστους και την αφηγηματική δημοσίευση για την υπερθέρμανση του πλανήτη, εξακολουθούμε να διαπιστώνουμε μια ανησυχητικά περιορισμένη προσοχή στο πόσο αυτή κοστίζει πραγματικά.

***

Δημοσιευμένο αρχικά στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Ludwig von Mises

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: