Τα οικονομικά της φορολογικής εναρμόνισης

0
280
Φορολογική εναρμόνιση

Στην πραγματικότητα η φορολογική εναρμόνιση καταστρέφει τον φορολογικό ανταγωνισμό ανάμεσα στα κράτη και θα τείνει να ευνοήσει εκείνα των οποίων η αγορά είναι σχετικά κεφαλαιοποιημένη

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Η φορολογική εναρμόνιση είναι μία πολιτική που προωθείται από τις Βρυξέλλες με αποδέκτες όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Η φορολογική εναρμόνιση είναι ένα σύστημα κατά το οποίο υπάρχει άνωθεν ορισμός των φορολογικών συντελεστών οριζοντίως για όλα τα κράτη. Έτσι λοιπόν, για παράδειγμα, αν αποφασιστεί μία φορολογική εναρμόνιση όσον αφορά τον φόρο εισοδήματος στο 20%, τότε όλα τα κράτη θα πρέπει να επιβάλουν στους υπηκόους τους αυτό το ποσοστό φορολόγησης στο εισόδημα τους. Μπορεί, ενδεχομένως να προβλέπεται μία διαφοροποίηση, ήτοι να υπάρχει ένα μίνιμουμ και μάξιμουμ απόκλισης από αυτό το ποσοστό. Σε αυτό το άρθρο θα παρουσιάσουμε αναλυτικά τις συνέπειες ενός τέτοιου μέτρου.

Το μοντέλο της ελεύθερης αγοράς

O άνθρωπος πράττει και εξαιτίας της σπανιότητας πόρων και χρόνου, αναγκαστικά δεν μπορεί να πραγματοποιήσει όλες του τις επιθυμίες, πόσο μάλλον ταυτόχρονα. Έτσι λοιπόν, αναγκάζεται να ιεραρχεί τις επιθυμίες του και με βάση την ιεράρχηση αυτή ιεραρχεί και τα μέσα προς ικανοποίηση των επιθυμιών. Τα μέσα επίτευξης πιο επειγουσών επιθυμιών κατατάσσονται, όπως και οι αντίστοιχες επιθυμίες υψηλότερα στην κλίμακα αξίας του ατόμου. Η επιλογή ενός μέσου και για την πραγματοποίηση μίας επιθυμίας, μας υποδεικνύει ότι, για εκείνο το χρονικό σημείο, η επιθυμία (και το μέσο) ήταν στην κορυφή της κλίμακας αξιών του ατόμου. Έτσι λοιπόν, οι σκοποί και τα μέσα τοποθετούνται έτσι, ώστε, κατά την κρίση του ατόμου, να επιτυγχάνονται καλύτερα τα αποτελέσματα που επιθυμεί, πάντα, επαναλαμβάνω, με γνώμονα την υποκειμενική θέαση αξίας του ατόμου.

Οι επιχειρηματίες, οι παραγωγοί και οι εργαζόμενοι, τηρουμένων των αναλογιών, επιδιώκουν, ανά πάσα στιγμή την μεγιστοποίηση του χρηματικού τους εισοδήματος. Αυτήν την επιδίωξη θα την κυνηγούν έως ότου θεωρήσουν ότι μία επιπλέον ώρα εργασίας, ρίσκου, παραγωγής κοκ, φέρνει περισσότερη ωφέλεια σε αυτούς από τις εναλλακτικές που θυσιάζουν για να την πραγματοποιήσουν. Όπως και να έχει, λαμβάνοντας υπόψη την προσπάθεια μεγιστοποίησης οφέλους (χρηματικού στην περίπτωσή μας), οι οικονομικοί δρώντες θα τείνουν να πραγματοποιούν τις δραστηριότητές τους σε μέρη και με μέσα τα οποία επιτρέπουν τη μείωση του κόστους αλλά ταυτόχρονα και την αύξηση της επιστροφής των επενδύσεών τους, λαμβάνοντας υπόψη πάντα τα κόστη μεταφοράς. Έτσι λοιπόν, αγρότες θα αγοράζουν αγροτεμάχια στις πιο εύφορες (ανάλογα το είδος σπαρτού) περιοχές, οι εργοστασιάρχες θα χτίζουν μονάδες παραγωγής σε μέρη όπου τα κόστη τους θα είναι μικρότερα, οι εργαζόμενοι θα μετακινούνται από περιοχές με μικρότερα εισοδήματα και μισθούς σε περιοχές με μεγαλύτερα.

Υπό αυτήν την έννοια, αν υποθέσουμε απρόσκοπτη μετακίνηση κεφαλαίου και εργασίας, τα κρατικά σύνορα δεν έχουν κάποια πραξεολογική-οικονομική σημασία. Το ίδιο πράγμα θα πραγματοποιούταν και στην Ευρώπη και στην Αφρική, και παντού στον κόσμο ακόμα και σε επίπεδο νομών, πόλεων, οικοδομικών τετραγώνων κοκ. Δεν είναι σπάνια η κατάσταση όπου παρατηρούμε μαγαζιά να έχουν αναρτήσει πινακίδες «μεταφερθήκαμε στην τάδε περιοχή»: αυτό συμβαίνει διότι βρέθηκε μία ευκαιρία μείωσης κόστους και απλά κάποιος την πήρε.

Εισάγοντας τη φορολογία

Η φορολογία δεν μπορεί να λογιστεί ως κάτι παραπάνω από ένα επιπλέον κόστος για όλους τους οικονομικούς δρώντες. Εφόσον αυτή υπάρχει, τότε πρέπει να υπολογίζεται μέσα στα κόστη της κάθε οικονομικής δραστηριότητας. Με όλες τις μεταβλητές ίσες, μέρη με λιγότερη φορολογία θα προτιμούνται έναντι μερών με μεγαλύτερη. Εάν δεν κρατήσουμε τις μεταβλητές ίσες, τότε μέρη με μεγαλύτερη φορολογία θα προτιμώνται αν και μόνο αν η παραγωγικότητα εκεί είναι τέτοια που θα αντισταθμίσει την αυξημένη φορολογία.

Έστω τώρα ότι το ίδιο ποσοστό φορολογία επιβάλλεται σε μία ζώνη κρατών, όπως την Ευρωζώνη για παράδειγμα. Όπου λοιπόν και να βρίσκεται μία επιχείρηση, θα λειτουργεί με τους ίδιους φορολογικούς συντελεστές. Κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε ιδιαίτερα προβλήματα, τα οποία θα απαριθμήσουμε παρακάτω.

Οριζοντίωση της φορολόγησης

Δεν έχουν όλες οι επιχειρήσεις και όλα τα ήδη εργασίας τα ίδια κόστη, χωρίς να υπολογίσουμε τη φορολογία. Τα κόστη, ακόμα και αν εκφράζονται σε χρηματικές μονάδες είναι υποκειμενικά: κάποιος μπορεί να θεωρήσει ότι μία επέκταση της επιχείρησής του αξίζει παρότι τη φορολογία, κάποιος άλλος όχι. Αυτό είναι ένα εγγενές πρόβλημα με τη φορολογία γενικότερα, ειδικά αν το ανάγουμε στην περίπτωση της φοροδιαφυγής. Κάποιος μπορεί να ισχυριστεί για παράδειγμα ότι, όταν η φορολογία είναι μικρή, η φοροδιαφυγή είναι αδικαιολόγητη; Γιατί όμως; Γιατί κάποιος να μη θεωρεί ένα 5% φορολόγησης απαράδεκτο; Γιατί να μην δικαιολογείται κάποιος που θεωρεί την φορολογία κλοπή, όταν φοροδιαφεύγει. Οι κλίμακες αξιών του καθενός είναι διαφορετικές. Έτσι, αν ένας επιχειρηματίας δεν θέλει να ανοίξει επιχείρηση με 50% φόρο εισοδήματος, κάποιος μπορεί να μην θέλει να το κάνει για 40%, 20% ή και 5%. Σαφώς, όσο μικρότερος ο φόρος, τόση μεγαλύτερη, τηρουμένων των αναλογιών θα είναι και η επιχειρηματικότητα.

Φυγή και κλείσιμο επιχειρήσεων

Αναφέραμε προηγουμένως ότι η φορολογία είναι ένα κόστος για κάθε οικονομικό δρώντα. Ορίζοντας ενιαίο φορολογικό συντελεστή σε μία ζώνη χωρών, στην ουσία καταδικάζεται σε εξαφάνιση η ικανότητα μικρών σε παραγωγικότητα επιχειρήσεων να μεταναστεύσουν σε χώρες με μικρότερα λειτουργικά κόστη. Χώρες με επιχειρήσεις μικρής κεφαλαιοποίησης θα βιώσουν μείωση των επιχειρήσεων, καθώς το φορολογικό φορτίο θα είναι δυσβάσταχτο. Πολλές μικρές επιχειρήσεις θα αλλάξουν έδρα πηγαίνοντας σε χώρες όπου, για διάφορους λόγους, μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη κεφαλαιοποίηση σε χαμηλότερο κόστος, ήτοι σε χώρες που έχουν γενικότερα ανεπτυγμένες κεφαλαιακές υποδομές. Το τελευταίο θα είναι ιδιαίτερα σπάνιο, καθώς πάλι θα πρέπει να ξεκινήσουν από το μηδέν πρακτικά, αλλά αυτή τη φορά με αυξημένα κόστη.

Δημιουργία ολιγοπωλίων

Η φυγή μικρότερων επιχειρήσεων και κλείσιμο τους θα οδηγήσει σε μειωμένο ανταγωνισμό. Μεγαλύτερες επιχειρήσεις που κατέχουν την κεφαλαιουχική υποδομή λόγω χρονικής προτεραιότητας τους ή επειδή έτυχε να είναι πιο κερδοφόρες, έχουν λάβει επιδοτήσεις, εύνοια κοκ, θα εκτοπίσουν τις μικρές καθώς μπορούν να αντέξουν τα φορολογικά κόστη. Αυτό θα ασκήσει πιέσεις για ανοδική τάση στις τιμές των αγαθών (τηρουμένων των αναλογιών) και πιέσεις προς κάθοδο των μισθών λόγω έλλειψης ανταγωνισμού ανάμεσα σε εργοδότες καθώς ο απόλυτος αριθμός των τελευταίων θα μειωθεί. Η μόνη ελπίδα των μικρών επιχειρήσεων θα είναι να μεταβούν σε χώρες, όπου, για διάφορους λόγους τα κόστη εργασίας είναι ακόμη χαμηλά. Το ίδιο όμως θα μπορούν να κάνουν και οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις ανοίγοντας παραρτήματα σε τέτοιες περιοχές. Δεν υπάρχουν πολλές ελπίδες για τον μικρομεσαίο επιχειρηματία.

Μεταβολές στην αγορά εργασίας

Με την φυγή και κλείσιμο επιχειρήσεων, θα παρατηρηθεί το ίδιο φαινόμενο και στην εργασία. Οι εργαζόμενοι θα αρχίσουν να φεύγουν για χώρες όπου οι μισθοί είναι μεγαλύτεροι, λόγω καλύτερης κεφαλαιοποίησης. Χώρες με μικρή κεφαλαιοποίηση θα ερημώσουν από εργατικό δυναμικό. Στις χώρες άφιξης, τώρα, οι μισθοί θα δουν πτωτική τάση λόγω της αύξησης εισροών εργατικού δυναμικού από άλλες χώρες. Οι μεγάλες εταιρίες θα είναι σχεδόν αποκλειστικοί εργοδότες αυτών των νέων εργαζομένων, με ότι συνεπάγεται αυτό για τους μισθούς τους.

Μερικές παρατηρήσεις

Όλη η παραπάνω ανάλυση προϋποθέτει ότι η φορολογική εναρμόνιση θα πραγματοποιηθεί προς τα πάνω, ήτοι ότι θα υιοθετηθεί ένα επίπεδο φορολογίας το οποίο υπάρχει σε κράτη με υψηλούς σχετικά φορολογικά δείκτες (π.χ. Γερμανία), κάτι που θα έχει ως αποτέλεσμα την άνοδο της φορολογίας στα υπόλοιπα κράτη. Αν η φορολογική εναρμόνιση είχε την αντίθετη φορά, ήτοι υιοθετούνταν φορολογικοί συντελεστές κρατών με χαμηλή σχετικά φορολογία (π.χ. Κύπρος, Βουλγαρία κοκ), οι επιδράσεις θα ήταν γενικά ευεργετικές στον βαθμό που η εναρμόνιση αυτή δεν θα οδηγούσε σε αύξηση της φορολογίας κρατών που είχαν ακόμα χαμηλότερη φορολογία.

Στην πραγματικότητα η φορολογική εναρμόνιση καταστρέφει τον φορολογικό ανταγωνισμό ανάμεσα στα κράτη και θα τείνει να ευνοήσει εκείνα των οποίων η αγορά είναι σχετικά κεφαλαιοποιημένη. Πόροι και εργατικό δυναμικό θα κατευθυνθούν σε αυτά και θα αποκτήσουν πλεονεκτήματα έναντι άλλων, χωρίς τα άλλα κράτη να μπορούν να πιέσουν φορολογικά ώστε να επαναπατριστούν επιχειρήσεις στο εσωτερικό τους. Χώρια από αυτό, εφόσον η μετακίνηση κεφαλαίου θα προκληθεί από αλλαγή στους φορολογικούς συντελεστές και όχι λόγω εύρεσης πιο αποδοτικών τοποθεσιών για παραγωγή. Στον βαθμό που η φορολογικοί συντελεστές λοιπόν είναι η αιτία μετακίνησης, όλες οι επιχειρηματικές δραστηριότητες που θα πραγματοποιηθούν θα είναι malinvestments, κακές ή υπο-βέλτιστες επενδύσεις δηλαδή.

Κλείνοντας

Εφόσον δεν βλέπω κάποια τάση προς φορολογική εναρμόνιση μειώνοντας τη συνολική φορολογία, η παρούσα πρόταση των Βρυξελλών θα πρέπει να απορριφθεί a priori. Τα κράτη θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να ορίζουν μόνα τους τη φορολογία, ώστε, η απειλή φυγής κεφαλαίου και εργασίας από αυτά να αποτελεί κάποιον φραγμό στην ανεξέλεγκτη άνοδο της φορολογίας εκ μέρους τους. Αν η φορολογία εναρμονιστεί, τότε, ένας γραφειοκρατικός οργανισμός θα έχει την απόλυτη ισχύ να επηρεάζει, με την φορολογική του πολιτική την κίνηση και την επένδυση όλου σχεδόν του κεφαλαίου και της εργασίας στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: