Η θολοκουλτούρα των «μαχητών της κοινωνικής δικαιοσύνης»

0
2078
Κοινωνική Δικαιοσύνη
Οι αντιδράσεις των "μαχητών κοινωνικής δικαιοσύνης" φτάνουν πολλές φορές σε επίπεδα καθαρής υστερίας.

Το κόστος της προσπάθειας για προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης, δεν βαρύνει μόνο αυτά τα αθώα τρίτα μέρη, αλλά και την κοινωνία μέσω αλλαγών στη συμπεριφορά των υποτιθέμενων δικαιούχων

του Brian Balfour
Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής

 

«Στην πολιτική, η μεγάλη λογική ασυνέπεια της εποχής μας είναι ότι 1) τα πράγματα δεν είναι δίκαια και 2) η κυβέρνηση πρέπει να τα κάνει δίκαια. Καθώς το δίκαιο πολύ συχνά σημαίνει κοσμική δικαιοσύνη, η προσπάθεια να θέσουμε σωστά αυτά τα πράγματα σημαίνει να δώσουμε λευκή επιταγή ατέρμονης κυβερνητικής επέκτασης και εξουσίας».

 

Αυτό το απόσπασμα-κλειδί από το βιβλίο του Thomas Sowell του 1999, The Quest for Cosmic Justice, πλαισιώνει την προσεκτική ανάλυση του Sowell και την απόρριψη των επιχειρημάτων που προβάλλονται από τους «μαχητές της κοινωνικής δικαιοσύνης» ή, πιο σύντομα, τους SJWs.

Παρόλο που το βιβλίο γράφτηκε πριν από περίπου 20 χρόνια, οι ιδέες του Sowell είναι ιδιαίτερα σχετικές με την παρούσα κατάσταση, αν εξεταστεί το μέγεθος της επιρροής που ασκεί ο ακτιβισμός της «κοινωνικής δικαιοσύνης» – ειδικά στις πανεπιστημιουπόλεις – το 2018. Το βιβλίο του Sowell αποδεικνύεται μια απαραίτητη πηγή, από την οποία μπορούμε να αντλήσουμε γνώση για να κατανοήσουμε και να αντικρούσουμε τις ολοένα και πιο έντονες φωνές των «πολεμιστών της κοινωνικής δικαιοσύνης».

Τι είναι η «κοινωνική δικαιοσύνη»;

Πρώτον, ο Sowell παρέχει διαυγή σαφήνεια στην έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης, την οποία χαρακτηρίζει ως «κοσμική δικαιοσύνη». Η κοινωνική δικαιοσύνη επιδιώκει να «εξαλείψει άδικα μειονεκτήματα» που υφίστανται σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Ο Sowell ερμηνεύει τα «άδικα μειονεκτήματα», ανατρέχοντας στον Thomas Nagle, καθηγητή νομικής και φιλοσοφίας, που τα χαρακτηρίζει ως ένα «άνισο σημείο εκκίνησης» για ορισμένους ανθρώπους χωρίς να αποτελεί δικό τους σφάλμα.

Αυτές οι συνθήκες – είτε πρόκειται για φυλή, φύλο, οικογενειακό εισόδημα κ.λπ. – είναι απλές πιθανότητες που ισχύουν κατά την γέννηση. Ο Sowell προτιμά τον όρο «κοσμικοί» ως αντιπροσωπευτικό για τους τυχαίους παράγοντες – πέρα ​​από τον έλεγχο κάποιου – που κατατάσσουν διαφορετικές ομάδες σε διαφορετικές συνθήκες. Αλλά δεδομένου ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε τις συνθήκες στις οποίες γεννιόμαστε, ούτε να διαγράψουμε τις αδικίες του παρελθόντος, η πραγματική έννοια συνοψίζεται στις ενέργειες και τις πολιτικές, οι οποίες καθορίζονται ώστε να μετριάσουν αυτά τα «άνισα σημεία εκκίνησης» που κατέχουν οι άνθρωποι.

Για τον «πολεμιστή της κοινωνικής δικαιοσύνης», η ίση μεταχείριση βάσει του νόμου δεν αποτελεί επαρκή προϋπόθεση για την επίτευξη της δικαιοσύνης. Αναφερόμενος στη «Θεωρία της Δικαιοσύνης» του φιλόσοφου John Rawls , ο Sowell υποστηρίζει ότι οι «μαχητές της κοινωνικής δικαιοσύνης», επιμένουν ότι «το να παίζουν όλοι με τους ίδιους κανόνες ή να κρίνονται με τα ίδια πρότυπα δικαιοσύνης», δεν αρκεί. Η αληθινή ισότητα των ευκαιριών, κατά την άποψή τους, σημαίνει «να προσφέρουμε σε όλους ίσες προοπτικές επιτυχίας από ίσες ατομικές προσπάθειες» και «να βάλουμε τμήματα της κοινωνίας στη θέση που θα είχαν, αν δεν είχαν κάποιο άδικο μειονέκτημα».

Τι θέλουν οι «μαχητές της κοινωνικής δικαιοσύνης»;

Για να γίνει αυτό πρέπει να θεσπίσουμε διαδικασίες, σύμφωνα με τη θεωρία της «κοινωνικής δικαιοσύνης», έτσι ώστε τα αποτελέσματα – όπως το επίπεδο εισοδήματος, τα ποσοστά ανεργίας, οι ηγετικές θέσεις κλπ. – να εξισώνονται ανεξάρτητα από το σημείο εκκίνησης ή το δημογραφικό χαρακτηριστικό. Κάθε απόκλιση από «εξισωμένα» αποτελέσματα, είναι αποδεικτικό στοιχείο στα μάτια του κινήματος της «κοινωνικής δικαιοσύνης», ότι ευθύνεται κάποια μορφή κοινωνικής αδικίας – είτε ρατσισμού, σεξισμού, είτε «καπιταλιστικής απληστίας».

Ο Sowell διαφωνεί με αυτό το σκεπτικό. Πιστεύει ότι οι ενέργειες και οι πολιτικές που αναζητούν ίσες εκβάσεις, μαζί με την κατάληξη τους, πρέπει να κρίνονται με μια ηθική αξιολόγηση της δικαιοσύνης. Σε αυτό το σημείο, ο Sowell αρχίζει να εκθέτει τις αδικίες που εμπλέκονται σε αυτή τη διαδικασία. «Αυτή η αντίληψη της δικαιοσύνης, απαιτεί από τρίτα μέρη να έχουν την εξουσία να ελέγχουν τα αποτελέσματα και να παρακάμπτουν κανόνες καθώς και πρότυπα ή προτιμήσεις άλλων ανθρώπων».

Στην πραγματικότητα, η αναζήτηση της κοινωνικής δικαιοσύνης «επικεντρώνεται σε ένα τμήμα του πληθυσμού και αγνοεί τα οφέλη των άλλων που δεν αποτελούν άμεση εστίαση του θέματος, ωστόσο πληρώνουν το τίμημα των ληφθέντων αποφάσεων». Τέτοιες διαδικασίες αποδεικνύονται πως απαραιτήτως εμπεριέχουν άνιση αντιμετώπιση των ανθρώπων.

Ποιο είναι το τίμημα;

Με τον χαρακτηριστικό του τρόπο, ο Sowell, υπενθυμίζει στους αναγνώστες ότι δεν υπάρχουν τέλειες λύσεις, παρά μόνο αντισταθμιστικές ανταλλαγές. Οι ανταλλαγές περιλαμβάνουν κόστη και οφέλη.

«Το κόστος της επίτευξης της δικαιοσύνης έχει μεγάλη σημασία … Τι άλλο μπορεί να αποτελεί, εξάλλου, αδικία, παρά μια αυθαίρετη επιβολή ενός οικονομικού, ψυχικού ή άλλου κόστους – σε έναν αθώο άνθρωπο; Και αν η διόρθωση αυτής της αδικίας, επιβάλλει ένα άλλο αυθαίρετο κόστος σε κάποιον άλλο αθώο άνθρωπο, δεν αποτελεί και αυτό μια αδικία;»

 

Το κόστος της προσπάθειας για προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης, δεν βαρύνει μόνο αυτά τα αθώα τρίτα μέρη, αλλά και την κοινωνία μέσω αλλαγών στη συμπεριφορά των υποτιθέμενων δικαιούχων.

Ο Sowell εξηγεί πως «αυτά τα νομικά δικαιώματα που παρέχονται ως διάφορες παροχές επιδομάτων και αποζημιώσεων έχουν, για παράδειγμα, αναπτύξει μια αίσθηση δικαιωματικής πεποίθησης». Ο δικαιωματισμός, σπέρνει φύτρες διαίρεσης μεταξύ των δωρητών και των παραληπτών, ενώ αμβλύνει τα κίνητρα των παραληπτών να εργαστούν. Οι παραγωγικοί τιμωρούνται για να εξυπηρετούν τους μη παραγωγικούς.

Η προώθηση ενός οράματος κοινωνικών αδικιών, μπορεί επίσης να δημιουργήσει μια αίσθηση ανικανότητας μεταξύ εκείνων που χαρακτηρίζονται ως «θύματα» κοσμικών αδικιών. «Ποιος ο λόγος να μελετήσει και να πειθαρχήσει κάποιος κατά την προετοιμασία ένταξης στον κόσμο των ενηλίκων, αν τα πάντα είναι προκαθορισμένα εναντίον του ούτως ή άλλως;» αναρωτιέται ρητορικά ο Sowell.

Σύμφωνα με τον Sowell, πέρα από την αποτίμηση του σχετικού κόστους, το βασικό ερώτημα για την αντιμετώπιση των «άνισων σημείων εκκίνησης» διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, συνίσταται στην λήψη αποφάσεων για το αν θα ακολουθηθεί κρατική δράση ή εθελοντική συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων.

Με τη χαρακτηριστική του ευθύτητα και ακρίβεια, ο Sowell προκρίνει την τελευταία περίπτωση.

«Μια από τις κρίσιμες διαφορές μεταξύ των πολιτικών και των μη πολιτικών τρόπων αντιμετώπισης των άδικων μειονεκτημάτων, είναι ότι οι μη πολιτικές προσεγγίσεις δεν ενέχουν τις μοιραίες δυσκαμψίες του νόμου, ούτε χρειάζονται το όραμα ή την πραγματικότητα της ανικανότητας και της εξάρτησης. Δεν χρειάζονται, επίσης, τη δαιμονοποίηση εκείνων που σκέφτονται διαφορετικά ή την πόλωση της κοινωνίας.»

 

Μια λανθασμένη διάγνωση

Τα προβλήματα αφθονούν ακόμη και με το πώς οι «μαχητές της κοινωνικής δικαιοσύνης» διαγιγνώσκουν τα τρέχοντα θέματα όπως της εισοδηματικής ανισότητας και του ρατσισμού.

Για παράδειγμα, ο Sowell υποστηρίζει ότι οι περισσότερες στατιστικές εισοδήματος αποτελούν ακαθάριστα αθροίσματα. Η υπονόηση ότι, η ύπαρξη και μόνο εισοδηματικών ανισοτήτων, αποτελεί ένδειξη φυλετικής διάκρισης, είναι αβάσιμη. Η απλή εξέταση των μέσων ηλικιακών διαφορών μεταξύ των διαφόρων δημογραφικών στοιχείων, μπορεί να εξηγήσει μόνο ένα μέρος της εισοδηματικής ανισότητας που διακηρύσσουν οι «μαχητές της κοινωνικής δικαιοσύνης» ως «κοινωνική διάκριση». Η προσθήκη παραγόντων, όπως το επίπεδο εκπαίδευσης και οι προσωπικές επιλογές σταδιοδρομίας, εξηγούν αρκετά από τα υπόλοιπα ευρήματα.

Το πραγματικό ζήτημα, καταλήγει ο Sowell, δεν είναι με την εισοδηματική ανισότητα καθαυτή, αλλά με τις διαδικασίες που τίθενται σε κίνηση με την ελπίδα ότι θα εξαλειφθεί η ανισότητα. «Το να επιτραπεί σε οποιαδήποτε κυβερνητική αρχή να καθορίσει πόσα χρήματα θα επιτρέπεται να λαμβάνουν κάποια άτομα από κάποια άλλα άτομα, δεν παράγει μόνο μια στρέβλωση των οικονομικών διαδικασιών υπονομεύοντας τα κίνητρα για αποδοτικότητα, αλλά αποτελεί θεμελιωδώς μια μνημειώδη συγκέντρωση πολιτικής δύναμης, που υποβιβάζει τον κάθε άνθρωπο στο επίπεδο πελάτη των πολιτικών».

Επιπλέον, η κουλτούρα του φθόνου που καλλιεργείται από τις εμμονές της εισοδηματικής ανισότητας, μπορεί να βλάψει τις ίδιες τις ομάδες που επιθυμούν να βοηθήσουν οι «μαχητές της κοινωνικής δικαιοσύνης». Το να κατανέμεται η υψηλότερη ευημερία κάποιων, στην κατηγορία της «εκμετάλλευσης», στην καταπίεση, στην προκατάληψη ή σε ποταπά κίνητρα όπως η απληστία, ο ρατσισμός κλπ,  κάνει αυτούς τους ανθρώπους να αισθάνονται ότι η προσωπική τους βελτίωση είναι «μάταιη». Τους θέτει στο περιθώριο, απομονωμένους από πιθανές πηγές υψηλότερης ευημερίας.

Πως μπορείς να γίνεις ήρωας, αν κανείς δεν χρειάζεται σωτηρία;

Τέλος, ο Sowell δεν μασά τα λόγια του σχετικά με τα κίνητρα των αυτόκλητων σωτήρων των καταπιεσμένων. Σαν να προέβλεψε πριν δύο δεκαετίες την ανεξέλεγκτη «σηματοδότηση της αρετής» που κυριαρχεί στους αριστερίζοντες λογαριασμούς των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, γράφει: «Υποθέτοντας πως γίνονται αρκετά με την αναζήτηση της κοσμικής δικαιοσύνης, οι παρατηρητές αισθάνονται καλύτερα με τον εαυτό τους και δεν έχουν κίνητρα να ελέγξουν προσεκτικά τις συνέπειες που έχουν οι ενέργειες τους όσον αφορά τους προσχηματικούς δικαιούχους».

Οι «μαχητές της κοινωνικής δικαιοσύνης» εκτιμούν πολύ συχνά την ικανοποίηση του εγώ τους, αντί του πραγματικού οφέλους των ανθρώπων για τους οποίους υποτίθεται πως ενδιαφέρονται. Ο Sowell συνεχίζει, επισημαίνοντας ότι όσοι επένδυσαν στο αφήγημα της κοινωνικής δικαιοσύνης, δημιουργούν για τους εαυτούς τους ένα «προσωπικό όφελος βασισμένο στην ανικανότητα άλλων ανθρώπων», αναπτύσσοντας παράλληλα μια «τάση να βλέπουν τους ανθρώπους ως ανίκανους και μη έχοντες ευθύνη για τις δικές τους ενέργειες».

Ό,τι καλύτερο, για να ικανοποιήσουν τα δικά τους εγώ ως αυτο-ανακηρυγμένοι «σωτήρες» των υποτιθέμενων ανίκανων θυμάτων. Τέτοιες συμπεριφορές, όμως, παράγουν πολιτικές που αποτυγχάνουν να δημιουργήσουν επιθυμητά αποτελέσματα, ενώ παράλληλα ενσταλάζουν μια ηττοπαθή νοοτροπία μεταξύ αυτών που φέρουν την σήμανση του θύματος. Τους παρακινούν και τέλος τους προξενούν να αποδεχτούν αυτή την εικόνα του εαυτού τους. Συμπεραίνει ο Sowell:

«Αυτός είναι μόνο ένας από τους τρόπους με τους οποίους το όραμα των ηθικά χρισμένων οραματιστών, υπηρετεί τον εγωισμό των χρισμένων, παρά την ευημερία των φαινομενικών δικαιούχων των προσπαθειών τους»,

 

Ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι οι διορθωτικές «λύσεις» για τις αντιληπτές κοινωνικές αδικίες, συνεπάγονται κόστη που συχνά ξεπερνούν τα οφέλη και δημιουργούν πάντοτε πραγματικές αδικίες προερχόμενες από τον συγκεντρωτισμό κρατικής εξουσίας. Αυτή η γνώση που παρέχει ο Sowell, εξηγεί γιατί η αναζήτηση της κοσμικής δικαιοσύνης, είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για την κατανόηση του κινήματος της «κοινωνικής δικαιοσύνης» και πώς να αντιμετωπιστούν τα επιχειρήματά του.

***

Thomas Sowell: Social Justice Philosophy Is a Blank Check for Government Power (δημοσιευμένο στο fee.org)

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: