Ταμπού ενάντια στην αλήθεια: Τα τερατώδη κρατικά εγκλήματα του 20ού αιώνα

0
1985
Από τις 13 έως τις 15 Φεβρουαρίου 1945, μόνο μήνες πριν από το τέλος του πολέμου, τα βρετανικά και αμερικανικά βομβαρδιστικά κατέστρεψαν περισσότερο από το 90% του ιστορικού κέντρου της πόλης της Δρέσδης, σκοτώνοντας περίπου 25.000 ανθρώπους. Στη φωτογραφία τραβηγμένη στις 13 Μαρτίου 1946, άνθρωποι παίρνουν το τραμ στο κέντρο, στα ερείπια της Johannstrasse.
Από τις 13 έως τις 15 Φεβρουαρίου 1945, μόνο μήνες πριν από το τέλος του πολέμου, τα βρετανικά και αμερικανικά βομβαρδιστικά κατέστρεψαν περισσότερο από το 90% του ιστορικού κέντρου της πόλης της Δρέσδης, σκοτώνοντας περίπου 25.000 ανθρώπους. Στη φωτογραφία τραβηγμένη στις 13 Μαρτίου 1946, άνθρωποι παίρνουν το τραμ στο κέντρο, στα ερείπια της Johannstrasse.

Στην πραγματικότητα, όλα τα μεγάλα κράτη αυτού του αιώνα υπήρξαν κράτη δολοφόνοι, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Όλοι οι μαζικοί δολοφόνοι – όλοι οι κρατικοί τρομοκράτες μεγάλης κλίμακας, όποια κι αν είναι η εθνικότητά τους ή εκείνη των θυμάτων τους – πρέπει να σταθούν κατηγορούμενοι για τα εγκλήματα τους ενώπιον του δικαστηρίου της ιστορίας.

 Το δοκίμιο αυτό δημοσιεύτηκε στην αρχική του μορφή το 1989
του Ralph Raico
Απόδοση: Μιχάλης Γκουντής και Ευθύμης Μαραμής

Εισαγωγή

Tο να αποκαλύπτεις την αλήθεια σε αυτούς που έχουν την εξουσία δεν είναι εύκολη υπόθεση, ειδικά όταν υποστηρίζεις αυτούς που την κατέχουν. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο λίγοι δυτικοί ιστορικοί είναι πρόθυμοι να πούνε όλη την αλήθεια για τα κρατικά εγκλήματα κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα.

Το περασμένο φθινόπωρο, τα Νέα της Μόσχας ανέφεραν την ανακάλυψη από αρχαιολόγους-ιστορικούς μαζικών τάφων στο Kuropaty, κοντά στο Μινσκ, στη Σοβιετική Δημοκρατία της Λευκορωσίας 1.  Οι μελετητές στην αρχή εκτίμησαν ότι τα θύματα αριθμούσαν περίπου 102.000, αριθμός που αργότερα αναθεωρήθηκε σε 250-300.000 2. Οι συνεντεύξεις με παλαιότερους κατοίκους του χωριού αποκάλυψαν ότι από το 1937 έως τον Ιούνιο του 1941, όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν, οι δολοφονίες δεν σταμάτησαν ποτέ. «Για πέντε χρόνια, δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε το βράδυ εξαιτίας όλων αυτών των εκτελέσεων», ανέφερε ένας μάρτυρας.

Στη συνέχεια, τον Μάρτιο, μια σοβιετική επιτροπή παραδέχτηκε τελικά ότι οι μαζικοί τάφοι στη Bykovnia, έξω από το Κίεβο, ήταν το αποτέλεσμα όχι έργου των Ναζί, όπως ισχυρίζονταν προηγουμένως, αλλά της μυστικής αστυνομίας του Στάλιν. Περίπου 200-300.000 άτομα σκοτώθηκαν στη Bykovnia, σύμφωνα με ανεπίσημες εκτιμήσεις 3.

Αυτοί οι τάφοι αντιπροσωπεύουν ένα μικρό δείγμα των ανθρωποθυσιών που προσέφερε μια ελίτ Μαρξιστών στο ιδεολογικό φετίχ της. Πόσοι πέθαναν μόνο υπό τον Στάλιν, από τις εκτελέσεις, την τρομακτική πείνα και τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, είναι αβέβαιο. Γράφοντας σε περιοδικό της Μόσχας, ο Ρόι Μεντβέντεφ, ο διαφωνούντας σοβιετικός μαρξιστής, έθεσε τον αριθμό σε περίπου 20 εκατομμύρια, μια εικόνα που ο σοβιετολόγος Στίβεν Φ. Κοέν θεωρεί συντηρητική 4 Η εκτίμηση του Robert Conquest είναι μεταξύ 20 εκατομμύρια και 30 εκατομμύρια, ή περισσότερο 5, ενώ του Anton Αντόνοφ-Ovseyenko προτείνει 41 εκατομμύρια θανάτους μεταξύ 1930 και 1941 6.

Σύμφωνα με όλους τους παραπάνω, τα περισσότερα από τα θύματα σκοτώθηκαν πριν από την αποδοχή της ΕΣΣΔ ως σύμμαχό από τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία. Μέχρι τότε, τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με εκτεταμένες κομμουνιστικές δολοφονίες ήταν διαθέσιμα σε όσους επιθυμούσαν να ακούσουν.

Εάν προχωρήσει η Γκλάσνοστ και αν έρθει στο φως όλη η αλήθεια για την εποχή του Λένιν και του Στάλιν, η διανοητική στάση στη Δύση θα αναγκαστεί να επανεξετάσει κάποιες από τις βαθύτερα ενσταλαγμένες απόψεις της. Αν και όχι εξίσου σημαντικό, οι σταλινικοί απολογητές όπως η Lillian Hellman, η Frieda Kirchwey και ο Owen Lattimore ίσως να μην ηρωποιούνται πλέον όσο παλιότερα. Πιο σημαντικά, θα πρέπει να υπάρξει επανεξέταση του τι σήμαινε για τις βρετανικές και αμερικανικές κυβερνήσεις να έχουν σύμμαχο τη σοβιετική Ρωσία κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και να εξαίρουν συνεχώς τον ηγέτη τους. Αυτός ο πόλεμος θα χάσει αναπόφευκτα μέρος της δόξας του, όπως και η καθαρή σταυροφορία που καθοδηγείται από τους θρυλικούς πλέον Ουίνστον Τσόρτσιλ και Φράνκλιν Ρούσβελτ. Αναπόφευκτα, θα προκύψουν και συγκρίσεις με αυτό που είναι κοινώς γνωστό ως το Ολοκαύτωμα.

Οι ασυμφωνίες των ιστορικών

Οι συγκρίσεις αυτές βρίσκονταν στο επίκεντρο έντονης διαμάχης στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η οποία χαρακτηρίστηκε ως Historikerstreit ή «διαφωνία ιστορικών» και έχει πλέον γίνει διεθνής πανήγυρις. Ξέσπασε κυρίως λόγω του έργου του Ernst Nolte, του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου, συγγραφέα του «Τα πρόσωπα του Φασισμού» , που δημοσιεύθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1966. Σε πολλά σημαντικά δοκίμια, σε ένα μεγάλο βιβλίο που δημοσιεύθηκε το 1987, το «Ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος, 1917-1945», και σε έναν όγκο απαντήσεων προς τους επικριτές του 7: ο Nolte αρνήθηκε να αντιμετωπίσει τη ναζιστική σφαγή των Εβραίων με τον συμβατικό τρόπο.

«Αυτοί οι τάφοι αντιπροσωπεύουν ένα μικρό δείγμα των ανθρωποθυσιών που προσέφερε στο ιδεολογικό φετίχ της μια ελίτ Μαρξιστών».

 

Αρνήθηκε, δηλαδή, να το αντιμετωπίσει μεταφυσικά, ως ένα και μοναδικό αποτέλεσμα κακίας, που υπάρχει εκεί σε ένα μικρό τμήμα της ιστορίας, σε μία μαύρη τρύπα, με το πολύ μόνο ιδεολογικούς δεσμούς με τη ρατσιστική και κοινωνικά δαρβινιστική σκέψη του προηγούμενου αιώνα. Αντ’ αυτού, χωρίς να αρνείται τη σημασία της ιδεολογίας, προσπάθησε να θέσει το Ολοκαύτωμα στο πλαίσιο της ιστορίας της Ευρώπης στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Ο σκοπός του δεν ήταν να δικαιολογήσει τη μαζική δολοφονία των Εβραίων ή να μειώσει την ενοχή των Ναζί για αυτό το έγκλημα που ήταν ανείπωτα τερατώδες. Αλλά επέμεινε ότι αυτή η μαζική δολοφονία δεν πρέπει να μας οδηγήσει να ξεχάσουμε άλλους, ιδιαίτερα εκείνους που θα μπορούσαν να αποτελούν και ηθικούς αυτουργούς αυτού.

Εν συντομία, η διατριβή του Nolte ισχυρίζεται ότι οι Κομμουνιστές εισήγαγαν στη σύγχρονη Ευρώπη το φοβερό γεγονός και την τρομακτική απειλή της δολοφονίας αμάχων σε μεγάλη κλίμακα, υπονοώντας την εξόντωση ολόκληρων τάξεων προσώπων. (Ένας παλιός μπολσεβίκος, ο Ζινόβιεφ, μίλησε ανοιχτά ήδη από το 1918 για την ανάγκη εξάλειψης 10.000.000 κατοίκων στη Ρωσία.) Στα χρόνια και τις δεκαετίες που ακολούθησαν την ρωσική επανάσταση, η μεσαία τάξη, η ανώτερη τάξη, οι καθολικοί και άλλοι Ευρωπαίοι ήταν συνειδητοποιημένοι σχετικά με αυτό το γεγονός, και ειδικά γι ‘αυτούς η απειλή ήταν πολύ πραγματική. Αυτό βοηθά να κατανοήσουμε το βίαιο μίσος που έδειξαν οι συντηρητικοί, οι φασίστες ακόμα και οι σοσιαλδημοκράτες στους εγχώριους κομμουνιστές στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες.

Στη διατριβή του ο Nolte συνεχίζει: όσοι εντάχθηκαν στη ναζιστική ελίτ ήταν καλά ενημερωμένοι σχετικά με τα γεγονότα στη Ρωσία, μέσω Γερμανών, Ρώσων και Βαλτικών και  Γερμανών μεταναστών (οι οποίοι υπερέβαλαν κιόλας για την έκταση των πρώτων λενινιστικών φρικαλεοτήτων). Στο μυαλό τους, όπως και σε εκείνο των δεξιών, γενικά, οι μπολσεβίκικες πράξεις μετατράπηκαν, παράλογα, σε πράξεις Εβραίων, ένας μετασχηματισμός που βοηθήθηκε από την ύπαρξη υψηλού ποσοστού Εβραίων μεταξύ των πρώιμων ηγετών των μπολσεβίκων. (Με μία ήδη προϋπάρχουσα τάση υπέρ του αντισημιτισμού, οι δεξιόφρονες αγνόησαν το γεγονός ότι, όπως επισημαίνει ο Nolte, η αναλογία Εβραίων που ανήκαν στους Μενσεβίκους ήταν υψηλότερη και, φυσικά, ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Ευρωπαίων Εβραίων δεν υπήρξαν ποτέ κομμουνιστές). Μια παρόμοια, ωστόσο, ιδεολογικά ορμόμενη μετατόπιση πληθυσμών έγινε μεταξύ των ίδιων των κομμουνιστών: μετά τη δολοφονία του Uritsky και την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του Λένιν από Κοινωνικούς επαναστάτες, για παράδειγμα, εκατοντάδες «μπουρζουάδες» όμηροι εκτελέστηκαν.

Οι Κομμουνιστές δεν έπαψαν ποτέ να διακηρύσσουν ότι όλοι οι εχθροί τους αποτελούσαν εργαλεία μιας ενιαίας συνωμοσίας της «παγκόσμιας μπουρζουαζίας».

Τα γεγονότα σχετικά με την ουκρανικό λιμό από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 και τα σταλινικά γκούλαγκ ήταν επίσης γνωστά σε γενικές γραμμές στους Ευρωπαϊκούς δεξιούς κύκλους. Στο κάτω-κάτω, ο Nolte συμπέρανε, «τα Γκούλαγκ εμφανίστηκαν πριν από το Άουσβιτς». Αν δεν συνέβαινε αυτό πρώτα στην ΕΣΣΔ, ο ευρωπαϊκός φασισμός, ειδικά ο ναζισμός και η ναζιστική σφαγή των Εβραίων 8  πιθανότατα δε θα είχε την ίδια έκταση.

Η επίθεση ενάντια στον Nolte

Οι προηγούμενες εργασίες του Nolte σχετικά με την ιστορία του σοσιαλισμού δεν θα τον έκαναν ιδιαίτερα αγαπητό ανάμεσα στους αριστερούς κύκλους της χώρας του. Μεταξύ άλλων, τόνισε τον αρχαϊκό, αντιδραστικό χαρακτήρα του μαρξισμού και τον αντισημιτισμό πολλών πρώιμων σοσιαλιστών και αναφερόταν στον «φιλελεύθερο καπιταλισμό» ή στην «οικονομική ελευθερία» και όχι στον σοσιαλισμό ως «την πραγματική και εκσυγχρονιστική επανάσταση».

«Η σύγκριση μεταξύ των ναζιστικών και σοβιετικών φρικαλεοτήτων έχει συχνά περιγραφεί από σεβαστούς μελετητές».

 

Η επίθεση εναντίον του Nolte ξεκίνησε από τον αριστερό φιλόσοφο Jürgen Habermas, ο οποίος δεν έθιξε την ιστοριογραφία του Nolte – τα δοκίμια του έδειξαν ότι ο Habermas δεν ήταν σε θέση να ασκήσει κριτική πάνω σε αυτή – αλλά ασχολήθηκε με αυτό που θεωρούσε ως τις ιδεολογικές συνέπειες της. Ο Habermas στόχευσε επίσης μερικούς άλλους Γερμανούς ιστορικούς και πρόσθεσε άλλα σημεία, όπως το σχέδιο δημιουργίας μουσείων γερμανικής ιστορίας στο Δυτικό Βερολίνο και στη Βόννη, στο κατηγορητήριο του. Αλλά ο Nolte και η διατριβή του συνέχισαν να βρίσκονται στο κέντρο του Historikerstreit . Κατηγορήθηκε για «ιστοριοποίηση» και «ρελατιβισμό» του Ολοκαυτώματος και για την αμφισβήτηση της «μοναδικότητάς του».

Αρκετά από τα μεγαλύτερα ονόματα μεταξύ των ακαδημαϊκών ιστορικών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, και στη συνέχεια στη Βρετανία και την Αμερική, εντάχθηκαν στο κυνήγι, χαιρέκακα μελετώντας μερικές από τις λιγότερο εκλεπτυσμένες εκφράσεις του Nolte και τα ασθενέστερα δευτερεύοντα σημεία. Στο Βερολίνο, οι ριζοσπάστες έβαλαν φωτιά στο αυτοκίνητό του. Στην Οξφόρδη, το Wolfson College απέσυρε πρόσκληση για διάλεξη μετά την άσκηση πίεσης, καθώς ένας μεγάλος γερμανικός οργανισμός που χορηγούσε ερευνητικές επιχορηγήσεις απέσυρε την στήριξη στον Nolte υπό ισραηλινή πίεση. Στον αμερικανικό Τύπο, διάφοροι συντάκτες, οι οποίο και δεν νοιάζονταν καθόλου, μέσα στην άγνοιά τους, τώρα επιτρέπουν να αναφέρεται ο Nolte ως απολογητής του ναζισμού.

Δεν μπορεί να ειπωθεί ότι ο Nolte έχει αποδείξει την αλήθεια της διατριβής του – το επίτευγμά του είναι μάλλον ότι έχει επισημάνει σημαντικά θέματα που απαιτούν περαιτέρω έρευνα – και η παρουσίασή του είναι από ορισμένες απόψεις λανθασμένη. Παρόλα αυτά, κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί τι στο καλό είπε ώστε να δικαιολογηθεί μια τέτοια φρενίτιδα εναντίον του. Η σύγκριση μεταξύ των ναζιστικών και σοβιετικών φρικαλεοτήτων έχει συχνά συνταχθεί από σεβαστούς μελετητές. Ο Robert Conquest, για παράδειγμα, δηλώνει:

«Για τους Ρώσους – και είναι σίγουρα σωστό ότι αυτό θα πρέπει να γίνει πραγματικότητα για τον κόσμο στο σύνολό του – η Κολιμά [ένα Gulag] είναι μια λέξη τρόμου εντελώς συγκρίσιμη με το Άουσβιτς […] πράγματι σκότωσε περίπου τρία εκατομμύρια ανθρώπους, ένας αριθμός μέσα στο εύρος των θυμάτων της Τελικής Λύσης». 9

 

Άλλοι έκαναν λόγο για μια αιτιώδη σύνδεση. Ο Paul Johnson υποστηρίζει ότι τα σημαντικά στοιχεία του σοβιετικού συστήματος καταναγκαστικής εργασίας αντιγράφτηκαν από τους Ναζί και θέτει μια σύνδεση μεταξύ του λιμού της Ουκρανίας και του Ολοκαυτώματος:

«Το σύστημα των στρατοπέδων εισήχθη από τους Ναζί λόγω της Ρωσίας […] Ακριβώς όπως οι δολοφονίες του Roehm έκαναν τον Στάλιν να τις μιμηθεί, έτσι με τη σειρά του η κλίμακα των μαζικών του θηριωδιών ενθάρρυνε τον Χίτλερ, μέσω των πολεμικών του σχεδίων, να αλλάξει ολόκληρη τη δημογραφία της Ανατολικής Ευρώπης […] Η «Τελική Λύση» του Χίτλερ για τους Εβραίους είχε την προέλευσή της όχι μόνο στο αρρωστημένο του μυαλό, αλλά και στην κολεκτιβοποίηση της σοβιετικής αγροτιάς». 10

 

Ο Nick Eberstadt, εμπειρογνώμονας για τη δημογραφία της Σοβιετικής Ένωσης, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η Σοβιετική Ένωση δεν είναι μόνο το αρχικό κράτος μαζικών δολοφονιών, αλλά και το μοντέλο του».11  Όσον αφορά την τάση μεταξύ των Ευρωπαίων δεξιών μετά το 1917 να ταυτίζουν το καθεστώς των μπολσεβίκων με τους Εβραίους, οι αποδείξεις είναι άπειρες.12 Πράγματι, ήταν ένα πάρα πολύ τραγικό σφάλμα στο οποίο ακόμα και πολλοί εκτός των κύκλων της δεξιάς ήταν υπεύθυνοι. Το 1920, μετά από επίσκεψη στη Ρωσία, ο Bertrand Russell έγραψε στη Λαίδη Ottoline Morell:

«Ο μπολσεβικισμός είναι μια κλειστή τυραννική γραφειοκρατία, με ένα κατασκοπευτικό σύστημα πιο επιμελημένο και φοβερό από αυτό του Τσάρου, και μια αριστοκρατία τόσο παθιασμένη και αδιάφορη, που αποτελείται από Αμερικανοποιημένους Εβραίους».13

 

Όμως, παρά την ύπαρξη υποστηρικτικού ακαδημαϊκού πλαισίου για τη θέση του Nolte, παραμένει αντιπαθητικός στη χώρα του, με μόνο μεμονωμένα άτομα, όπως ο Joachim Fest, να υπερασπίζονται τις θέσεις του. Εάν οι πρόσφατες αγγλικές εκδόσεις αποτελούν αξιόπιστη ένδειξη, η κατάστασή του δεν θα βελτιωθεί καθώς η διαμάχη εξαπλώνεται σε άλλες χώρες.

Γιατί δεν σκοτείνιασαν οι ουρανοί;

Το πρόσφατο έργο του Arno J. Mayer, του Princeton, «Γιατί οι ουρανοί δεν σκοτείνιασαν; (Why Did the Heavens Not Darken?)14 είναι από ορισμένες απόψεις ενημερωτικό.15  Πάνω απ ‘όλα, ωστόσο, είναι μια τέλεια εικόνα του γιατί οι εργασίες του Nolte ήταν τόσο αναγκαίες.

«Το μεγάλο έγκλημα που σήμερα είναι ουσιαστικά ξεχασμένο, ήταν η απέλαση των Γερμανών από τις παλιές πατρίδες τους στην Ανατολική Πρωσία, την Πομερανία και αλλού. Περίπου 16 εκατομμύρια άτομα εκτοπίστηκαν, με περίπου 2 εκατομμύρια από αυτούς να πεθαίνουν κατά τη διάρκεια».

 

Μπορούμε να αφήσουμε στην άκρη την προσέγγιση του Mayer για την προέλευση της «Εβραιοκτονίας» (όπως την ονομάζει), η οποία είναι «λειτουργιστική« και όχι «προθεσιακή» (σ.σ. υπάρχει ένα ντιμπέητ στην ιστοριογραφία πάνω στο αν το Ολοκαύτωμα ήταν προϊόν ενός προκατασκευασμένου σχεδίου του Χίτλερ, δηλαδή πρόθεσή του, ή αν ένα τέτοιο σχέδιο δεν υπήρχε εξ αρχής παρά μόνο αργότερα δηλαδή προέκυψε εκ της εφαρμογής και λειτουργίας της ναζιστικής πολιτικής), στην τρέχουσα αργκό και προκάλεσε μια άγρια ​​κριτική.16  Αυτό που έχει σημασία εδώ είναι η παρουσίαση της δολοφονίας των Ευρωπαίων Εβραίων ως έκρηξη του άγριου μίσους εναντίον του «Εβραιομπολσεβικισμού» που φέρεται να διαπέρασε όλη τη γερμανική και ευρωπαϊκή «αστική» κοινωνία μετά το 1917, φτάνοντας στο αποκορύφωμά του στο ναζιστικό κίνημα και κυβέρνηση. Αυτή η προσέγγιση υποστηρίζει τη διατριβή του Nolte.

Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι ο Mayer δεν προσφέρει κανέναν πραγματικό λόγο για το πικρό μίσος που τόσοι πολλοί έτρεφαν για τον Μπολσεβικισμό, εκτός από την απειλή που έθεσε αφηρημένα ο μπολσεβικισμός στα στενά και οπισθοδρομικά «ταξικά τους συμφέροντα». Η μόνη σχεδόν σοβιετική θηριωδία που φιλοξενείται στις 449 σελίδες του έργου του (δεν υπάρχουν, παραδόξως και αδικαιολογήτως, σημειώσεις)17 είναι η απέλαση περίπου 400.000 Εβραίων από τις περιοχές που προσαρτήθηκαν μετά το σύμφωνο του Χίτλερ-Στάλιν. Ακόμα και εδώ, ο Mayer σπεύδει να μας καθησυχάσει, ότι η «πολιτική δεν ήταν ιδιαίτερα αντισημιτική και δεν απέκλειε τους αφομοιωμένους και κοσμικούς Εβραίους να συνεχίσουν να εξασφαλίζουν σημαντικές θέσεις στην δημόσια και πολιτική κοινωνία […] ένας δυσανάλογος αριθμός Εβραίων έφτασε να κατέχει θέσεις τη μυστική αστυνομία και να υπηρετούν ως πολιτικοί κομισάριοι στις ένοπλες υπηρεσίες». Λοιπόν, mazel tov (σ.σ. συγχαρητήρια στα Ιουδαϊκά).

Ο φόβος και η καχυποψία για τον κομμουνισμό που οι Πολωνοί, οι Ούγγροι και οι Ρουμάνοι, για παράδειγμα, αισθάνθηκαν στο μεσοπόλεμο, ο οποίος υποστηρίζονταν έντονα από τις εθνικές τους εκκλησίες, χαρακτηρίζονται από τον Mayer ως «εμμονή». Κατά τον Mayer, ο φόβος του κομμουνισμού είναι πάντα «εμμονικός» και περιορίζεται στις «άρχουσες τάξεις», θύματα μιας αντι-μπολσεβίκικης «δαιμονολογίας». Αλλά η προσφυγή σε κλινικούς και θεολογικούς όρους δεν αποτελεί υποκατάστατο της ιστορικής κατανόησης και ο απολογισμός του Mayer – δηλαδή η περιγραφή του κομμουνισμού χωρίς τα εγκλήματα του – αποκλείει αυτή την κατανόηση.

Εξετάστε την περίπτωση του Clemens August Count von Galen, Αρχιεπισκόπου του Munster.

Όπως σημειώνει ο Mayer, ο Galen οδήγησε τους Καθολικούς επισκόπους της Γερμανίας το 1941 σε δημόσια διαμαρτυρία για τη ναζιστική πολιτική δολοφονίας ασθενών με ψυχιατρικά νοσήματα. Η διαδήλωση ήταν έξυπνα κατασκευασμένη και αποδείχθηκε επιτυχής: ο Χίτλερ ανέστειλε τις δολοφονίες. Ωστόσο, όπως σημειώνει και ο Mayer, ο Αρχιεπίσκοπος Galen (απογοητευτικά) «χειροτόνησε» τον πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ρωσίας. Γιατί όμως, δεν μας λέει.

Για να αναφέρουμε ένα άλλο παράδειγμα: ο ναύαρχος Horthy, ο αντιβασιλεύς της Ουγγαρίας, ήταν αντίθετος στη δολοφονία των Εβραίων και προσπάθησε, με τα περιορισμένα μέσα του, να σώσει τους Εβραίους της Βουδαπέστης. Ωστόσο, συνέχισε να έχει τα στρατεύματά του να πολεμούν εναντίον των Σοβιετικών και συμμαχώντας με τους Γερμανούς πολύ καιρό αφότου συνειδητοποίησε ότι η ήττα ήταν βέβαιη. Γιατί; Θα μπορούσε να είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις η προηγούμενη αιματηρή ιστορία του Σοβιετικού Κομμουνισμού είχε κάτι να κάνει με τη στάση τους; Στην αφήγηση του Mayer, οι δολοφονίες από Σταυροφόρους στην Ιερουσαλήμ το έτος 1096 είναι ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας, αλλά οι δολοφονίες των μπολσεβίκων στη δεκαετία του 1920 και του ’30 όχι.

Οι ισχυρισμοί περί σοβιετικών εγκλημάτων εμφανίζονται στο βιβλίο του Mayer. Αλλά μάλιστα τίθενται στα στόματα του Χίτλερ και του Γκέμπελς, χωρίς κανένα σχόλιο από τον Mayer, σηματοδοτώντας έτσι τον «φανατικό» και «ιδεοψυχαναγκαστικό» χαρακτήρα τους, π.χ. «ο Führer παραμιλούσε για τον μπολσεβικισμό που βυθίζεται περισσότερο στο αίμα από τον τσαρισμό» (στην πραγματικότητα, ο ισχυρισμός του Χίτλερ εδώ δεν είναι καν αμφιλεγόμενος).

Στην πραγματικότητα, φαίνεται πιθανό ότι ο Mayer απλά δεν πιστεύει ότι ισχύουν τα περί δεκάδων εκατομμυρίων θυμάτων του σοβιετικού καθεστώτος. Γράφει, για παράδειγμα, για «μια σιδερένια σχέση μεταξύ ολοκληρωτικού πολέμου και μεγάλης κλίμακας πολιτικής δολοφονίας στην ανατολική Ευρώπη». Αλλά οι περισσότερες από τις μεγάλης κλίμακας σταλινικές πολιτικές δολοφονίες, συνέβησαν όταν η Σοβιετική Ένωση ήταν σε καιρό ειρήνης. Οι μαζικές ανακατατάξεις, με τη συνοδεία τρομοκρατικών και μαζικών δολοφονιών που χαρακτήριζαν τη σοβιετική ιστορία τη δεκαετία του 1920 και του ’30, αναφέρονται από τον Mayer σχεδόν ως ανώδυνες, ως «γενική μεταμόρφωση της πολιτικής και δημόσιας κοινωνίας». Με άλλα λόγια, ο Mayer θεωρεί ότι κάθε απόδειξη για τον Ουκρανικό Λιμό και τα γκουλάγκ είναι «ρεβιζιονιστική» (σ.σ. ως ρεβιζιονιστές κατηγορούνταν οι εχθροί του κομμουνιστικού κόμματος με την κατηγορία της αναθεώρησης – revision – των βασικών αρχών του κόμματος. Ως ρεβιζιονιστής είχε κατηγορηθεί και ο Τρότσκι). Πρόκειται για μια πτυχή του βιβλίου του Mayer, σύμφωνα με την οποία οι αναθεωρητές του μέηνστρημ Τύπου είχαν υποχρέωση να επισημάνουν, αλλά παρέλειψαν να το πράξουν.

Ο Mayer δεν έχει καμία υπομονή να ακούσει οποιαδήποτε κατηγορία ότι μεγάλα εγκλήματα μπορεί να έχουν διαπραχθεί κατά των Γερμανών κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά τη λήξη του. Εδώ εντάσσεται στη συντριπτική πλειονότητα των συγχρόνων ιστορικών, τόσο επαγγελματιών όσο και ερασιτεχνών, καθώς και του ίδιου του δικαστηρίου της Νυρεμβέργης.

Εγκλήματα πολέμου και ταμπού — Οι σύμμαχοι

Εάν οι σοβιετικές μαζικές φρικαλεότητες παρέχουν ένα ιστορικό πλαίσιο για τα ναζιστικά εγκλήματα, το ίδιο ισχύει και για ένα σύνολο εγκλημάτων που λίγοι, μέσα ή έξω από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, φαίνονται πρόθυμοι να συμπεριλάβουν στη συζήτηση: εκείνα τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν, σχεδιάστηκαν ή ήταν μέρος συνωμοσίας των Δυτικών Συμμάχων.

«Όλοι οι μαζικοί δολοφόνοι – όλοι οι κρατικοί τρομοκράτες μεγάλης κλίμακας, όποια κι αν είναι η εθνικότητά τους ή εκείνη των θυμάτων τους – πρέπει να σταθούν κατηγορούμενοι ενώπιον του δικαστηρίου της ιστορίας».

 

Υπήρξε, πρώτον, η πολιτική των τρομοκρατικών βομβαρδισμών των πόλεων της Γερμανίας, που ξεκίνησαν από τους Βρετανούς το 1942. Ο βοηθός γραμματέα του υπουργείου Αεροπορίας διεύθυνε την πρωτοβουλία της Βρετανίας για τη μαζική σφαγή Γερμανών πολιτών μέσω αεροπορικών επιδρομών.18  Συνολικά, η RAF και η αμερικανική πολεμική αεροπορία, σκότωσαν περίπου 600.000 Γερμανούς πολίτες,19 των  οποίων οι θάνατοι χαρακτηρίστηκαν εύστοχα από τον Βρετανό στρατιωτικό ιστορικό και στρατηγό JFC Fuller ως «φοβερές σφαγές ανάλογες του Αττίλα».20  Ένας σύγχρονος Βρετανός πολεμικός ιστορικός, κατέληξε στο συμπέρασμα: «Το κόστος των επιθετικών βομβαρδισμών στη ζωή, την περιουσία, τους πολιτισμικούς θησαυρούς και την ηθική υπεροχή επί του εχθρού, ξεπέρασε με τραγικό τρόπο τα αποτελέσματα που πέτυχε».21

Μια προγραμματισμένη, αλλά τελικά ματαιωμένη συμμαχική θηριωδία, ήταν το Σχέδιο Morgenthau, το οποίο συντάχθηκε από τον υπουργό Οικονομικών των Η.Π.Α., Henry Morgenthau, και μονογραφήθηκε από τους Ρούσβελτ και Τσόρτσιλ στη Δεύτερη Συνδιάσκεψη του Κεμπέκ τον Σεπτέμβριο του 1944. Το Σχέδιο αποσκοπούσε στη μετατροπή της μεταπολεμικής Γερμανίας σε αγροτική και ποιμενική χώρα, ανίκανη να διεξάγει πόλεμο, διότι δεν θα είχε βιομηχανία. Ακόμα και τα ανθρακωρυχεία του Ρουρ έπρεπε να μετατραπούν σε βάλτο. Φυσικά, στη διαδικασία, θα πέθαιναν δεκάδες εκατομμύρια Γερμανοί. Η εγγενής παραφροσύνη του σχεδίου οδήγησε πολύ γρήγορα τους άλλους συμβούλους του Ρούσβελτ να τον πιέσουν να το εγκαταλείψει, αλλά όχι πριν καταστεί δημόσιο.

Ως συνέχεια της πολιτικής της «άνευ όρων παράδοσης» που ανακοινώθηκε στις αρχές του 1943 από τους συμμάχους, το Σχέδιο Morgenthau πυροδότησε την οργή των ναζί. «Ο Goebbels και ο ελεγχόμενος ναζιστικός τύπος είχαν μια γεμάτη μέρα […]Ο Ρούσβελτ και ο Τσόρτσιλ κατέστρωσαν στο Κεμπέκ το εβραϊκό δολοφονικό σχέδιο» […] «Λεπτομέρειες για το διαβολικό σχέδιο καταστροφής: Ο Morgenthau εκπρόσωπος του παγκόσμιου Ιουδαϊσμού «.22

Υπάρχουν δύο ακόμη μαζικά εγκλήματα που αφορούν τις κυβερνήσεις των συμμάχων, τα οποία αξίζει να αναφερθούν (περιοριζόμαστε στο ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων). Σήμερα είναι γνωστό ότι, όταν τελείωσε ο πόλεμος, Βρετανοί και Αμερικανοί πολιτικοί καθώς και στρατιωτικοί ηγέτες, διεύθυναν τον εξαναγκαστικό επαναπατρισμό εκατοντάδων χιλιάδων σοβιετικών (και την παράδοση ορισμένων, όπως οι Κοζάκοι, οι οποίοι δεν ανήκαν ποτέ στο σοβιετικό κράτος). Πολλοί εκτελέστηκαν ενώ οι περισσότεροι στάλθηκαν στα γκουλάγκ. Ο Αλεξάντρ Σολζενίτσιν έχει αναφερθεί με σκληρά λόγια στους δυτικούς ηγέτες που παρέδωσαν στον Στάλιν τα απομεινάρια του Απελευθερωτικού Ρωσικού Στρατού του Vlasov:

«Στις χώρες τους, ο Ρούσβελτ και ο Τσόρτσιλ τιμώνται ως μέντορες πολιτικής σοφίας. Για εμάς, στις συνομιλίες μας στις Ρωσικές φυλακές, φαίνονταν επίμονα κοντόφθαλμοι και η ηλιθιότητα τους ξεχώριζε ως εξαιρετικά προφανής […] ποια ήταν η στρατιωτική ή πολιτική λογική, στο να παραδώσουν στα χέρια του Στάλιν εκατοντάδες χιλιάδες ένοπλους σοβιετικούς πολίτες αποφασισμένους να μην παραδοθούν».23

 

Ο Αλεξάντρ Σολζενίτσιν έγραψε για τον Τσόρτσιλ:

«Παρέδωσε στη σοβιετική διοίκηση το σώμα των κοζάκων αποτελούμενο από 90.000 άνδρες. Μαζί τους παρέδωσε και πολλά βαγόνια με ηλικιωμένους, γυναίκες και παιδιά […] Αυτός ο σπουδαίος ήρωας, του οποίου μνημεία θα καλύψουν όλη την Αγγλία, διέταξε να παραδοθούν όλοι αυτοί στον θάνατο τους.24

 

Ένα μεγάλο έγκλημα που σήμερα είναι ουσιαστικά ξεχασμένο, αποτέλεσε η απέλαση των Γερμανών από τις προαιώνιες πατρίδες τους στην Ανατολική Πρωσία, την Πομερανία, τη Σιλεσία, τη Σουδητία και αλλού, από το 1945. Περίπου 16 εκατομμύρια άτομα εκτοπίστηκαν, με περίπου 2 εκατομμύρια από αυτά να πεθαίνουν κατά τη διάρκεια της μετακίνησης τους.25 Αυτό είναι ένα γεγονός, το οποίο, όπως σημειώνει ο Αμερικανός νομικός επιστήμονας Alfred de Zayas, «έχει διαφύγει κατά κάποιον τρόπο από την προσοχή που του αξίζει».26 Ενώ οι άμεσα ένοχοι ήταν κατά κύριο λόγο οι Σοβιετικοί, οι Πολωνοί και οι Τσέχοι (οι τελευταίοι με επικεφαλής τον διάσημο δημοκράτη και «ανθρωπιστή», Έντουαρντ Μπένες), Βρετανοί και Αμερικανοί ηγέτες ήταν αυτοί που έδωσαν την άδεια για την απέλαση των Γερμανών και έτσι έθεσαν το σκηνικό για ό,τι συνέβη στο τέλος του πολέμου. Η Anne O’Hare McCormick, ανταποκρίτρια των New York Times που παρακολούθησε την έξοδο των Γερμανών, ανέφερε το 1946:

«Η κλίμακα αυτής της μετεγκατάστασης και οι συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιείται δεν έχουν προηγούμενο στην ιστορία. Κάποιος που παρακολουθεί τις φρικαλεότητες από πρώτο χέρι, δεν μπορεί να αμφιβάλει ότι αποτελούν ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, για το οποίο η ιστορία θα επαληθεύσει μια τρομερή αντεκδίκηση».

 

H McCormick πρόσθεσε:

«Μοιραζόμαστε την ευθύνη για θηριωδίες συγκρίσιμες με τις ναζιστικές κτηνωδίες».27

 

Καθιστώντας κάθε κρατικό τρομοκράτη υπόλογο

Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία σήμερα, το να αναφερθούν οποιαδήποτε από αυτά τα συμμαχικά – ή ακόμα και σοβιετικά – εγκλήματα, με την ίδια οπτική όπως αυτά των Ναζί, θεωρείται πως προκαλεί καταστροφική Aufrechnen – αντιστάθμιση ή εξισορρόπηση (σ.σ. «ξέπλυμα»). Η παρενέργεια έγκειται, υποτίθεται, στο ότι επιδιώκεται με κάποιο τρόπο, να μειωθεί η ενοχή των Ναζί για το ολοκαύτωμα, επισημαίνοντας την ενοχή άλλων κυβερνήσεων για άλλα εγκλήματα. Αυτό εκτιμώ ότι είναι μια βαθιά στρεβλωμένη οπτική.

«Στην πραγματικότητα, όλα τα μεγάλα κράτη στον 20ό αιώνα υπήρξαν δολοφόνοι, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό.»

Όλοι οι μαζικοί δολοφόνοι – όλοι οι κρατικοί τρομοκράτες μεγάλης κλίμακας, όποια και αν είναι η εθνικότητά τους ή εκείνη των θυμάτων τους – πρέπει να σταθούν κατηγορούμενοι ενώπιον του δικαστηρίου της ιστορίας. Είναι απαράδεκτο να αφήσουμε κάποιους απ ‘αυτούς αλώβητους, ακόμα κι αν οι πράξεις άλλων μπορεί να χαρακτηριστούν ως μοναδικές στην αχαλίνωτη κτηνωδία τους και την αποτρόπαιη φρίκη τους. Όπως είπε ο Λόρδος Acton:

«…ο ιστορικός πρέπει να είναι και δικαστής, γιατί η μούσα της ιστορίας δεν είναι η Κλειώ, αλλά ο Ραδάμανθυς, ο εκδικητής του αίματος των αθώων».

 

Υπήρξε μια εποχή στην Αμερική, όπου γνωστοί συγγραφείς αισθάνθηκαν την υποχρέωση να υπενθυμίσουν στους συμπολίτες τους τις εγκληματικές πράξεις των κυβερνήσεων τους, ακόμη και εναντίον των Γερμανών. Έτσι, ο θαρραλέος αριστερός ριζοσπάστης Dwight Macdonald καταδίκασε τις αεροπορικές επιδρομές εναντίον των Γερμανών πολιτών.28  Από την άλλη πλευρά του φάσματος, ο σεβαστός συντηρητικός δημοσιογράφος William Henry Chamberlin, σε ένα βιβλίο που δημοσίευσε ο Henry Regnery, επιτέθηκε στο σχέδιο γενοκτονίας του Morgenthau και χαρακτήρισε την απέλαση των Γερμανών από τα ανατολικά ως «μια από τις πιο βάρβαρες ενέργειες στην ευρωπαϊκή ιστορία».29

Σήμερα η μόνη έκδοση που φαίνεται να ενδιαφέρεται για αυτά τα λάθη του παρελθόντος είναι το Spectator (το πραγματικό, φυσικά), το οποίο τυγχάνει επίσης να είναι η καλύτερη έκδοση πολιτικού περιοδικού στην αγγλική γλώσσα. Το Spectator έχει δημοσιεύσει άρθρα Βρετανών συντακτών, οι οποίοι ομολόγησαν έντιμα τη ντροπή που αισθάνθηκαν όταν είδαν τι απέμεινε από τις, κάποτε ξακουστές για τις επιστήμες και τις τέχνες, μεγάλες πόλεις της Γερμανίας. Άλλοι αρθρογράφοι επεσήμαναν το νόημα της απώλειας των παλαιών γερμανικών πληθυσμών της περιοχής, η οποία σήμερα χαρακτηρίζεται ως Mitteleuropa . Ένας Ούγγρος συγγραφέας, ο GM Tamas, έγραψε πρόσφατα:

«Οι Εβραίοι δολοφονήθηκαν και θρηνήθηκαν […]Αλλά ποιος θρήνησε για τους Γερμανούς; Ποιος αισθάνεται ενοχή για τα εκατομμύρια που εκδιώχθηκαν από τη Σιλεσία, τη Μοραβία και την περιοχή του Βόλγα, που σφαγιάστηκαν κατά τη διάρκεια του μακρού τους ταξιδιού, λιμοκτόνησαν, εγκλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, βιάστηκαν, τρομοκρατήθηκαν, ταπεινώθηκαν […] Ποιος τολμά να θυμηθεί ότι η απέλαση των Γερμανών έκανε τα κομμουνιστικά κόμματα δημοφιλή στη δεκαετία του 1940; Ποιος εξεγέρθηκε, επειδή οι ελάχιστοι Γερμανοί που έμειναν πίσω, οι πρόγονοί των οποίων έχτισαν τους καθεδρικούς ναούς, τα μοναστήρια, τα πανεπιστήμια και τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, σήμερα δεν μπορούν να έχουν ένα δημοτικό σχολείο στη δική τους γλώσσα; Ο κόσμος αναμένει από τη Γερμανία και την Αυστρία να «εξοικειωθούν» με το παρελθόν τους. Αλλά κανείς δεν ενοχλεί εμάς, τους Πολωνούς, τους Τσέχους και τους Ούγγρους, ώστε να κάνουμε το ίδιο. Το σκοτεινό μυστικό της Ανατολικής Ευρώπης παραμένει μυστικό. Ένα ολόκληρο σύμπαν πολιτισμού καταστράφηκε».30

 

Ειδικότερα, ο Auberon Waugh επέστησε την προσοχή στην απροκάλυπτη ​​υποστήριξη των Βρετανών ηγετών στους στρατηγούς της Νιγηρίας κατά τον εμφύλιο πόλεμο (1967-70), τη στιγμή που ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός μας διαβεβαίωνε ότι 10.000 Νιγηριανοί καθημερινά πέθαιναν από την πείνα, «θύματα μιας συνειδητής, υπολογιζόμενης πολιτικής.»31  Η παρατήρησή του ήταν προφητική της σφαγής στην πλατεία Τιενανμέν της Κίνας και της σχεδόν οικουμενικής αποστροφής για τους Κινέζους ηγέτες.

Στην πραγματικότητα, τόσο οι σοβιετικές όσο και οι ναζιστικές μαζικές δολοφονίες πρέπει να τοποθετηθούν σε ευρύτερο πλαίσιο. Ακριβώς όπως είναι απίθανο ότι η ναζιστική ρατσιστική ιδεολογία, από μόνη της, είναι υπεύθυνη για τη δολοφονία των Εβραίων – και τόσων άλλων – έτσι και ο λενινιστικός αμοραλισμός πιθανότατα δεν αρκεί για να επωμιστεί μόνος του τα εγκλήματα των μπολσεβίκων. Το κρίσιμο καθοριστικό ιστορικό γεγονός μπορεί να είναι οι μαζικές δολοφονίες του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου – εκατομμυρίων στρατιωτών, αλλά και χιλιάδων αμάχων στην ανοικτή θάλασσα από γερμανικά υποβρύχια, καθώς και εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών στην κεντρική Ευρώπη από τον Βρετανικό αποκλεισμό που προκάλεσε λιμοκτονία.32 Ο Arno Mayer κάνει μια σημαντική παρατήρηση για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ότι: «Το ότι επετράπη αυτή η τεράστια αιματοχυσία […] συνέβαλε στην εξοικείωση της Ευρώπης με τις μαζικές δολοφονίες του μέλλοντος». Εννοεί πως αυτό αφορά κυρίως τους Ναζί, αλλά το ίδιο ισχύει και για τους κομμουνιστές, μάρτυρες των αποτελεσμάτων ενός πολέμου που προκάλεσε ο «καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός». Τίποτα από αυτά, βέβαια, δεν μπορεί να δικαιολογήσει κανέναν από τους επακόλουθους κρατικούς εγκληματίες.

Στην πραγματικότητα, όλα τα μεγάλα κράτη αυτού του αιώνα υπήρξαν κράτη δολοφόνοι, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Φυσικά, το μέγεθος των εγκλημάτων έχει σημασία – μερικές φορές μεγάλη. Αλλά δεν έχει νόημα να απομονώσουμε μια μαζική θηριωδία, ιστορικά και ηθικά, και στη συνέχεια να επικεντρωθούμε σε αυτή αποκλείοντας την ηθική καταδίκη όλων των άλλων. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας διεστραμμένης ηθικής, μπορεί να είναι απλά να ενισχυθεί η ψευδής «ηθική ακεραιότητα» κρατών, τα οποία είναι επιρρεπή σε δολοφονίες, μιας και η ιστορία «αποδεικνύει» ότι είναι τα «καλά» κράτη.

***

 

Ο Ralph Raico (1936-2016) ήταν ομότιμος καθηγητής ευρωπαϊκής ιστορίας στο Buffalo State College και ανώτερος συνεργάτης του Ινστιτούτου Ludwig von Mises. Ήταν ειδικευμένος αναλυτής στην ιστορία της ελευθερίας, στη φιλελεύθερη παράδοση της Ευρώπης και στη σχέση ανάμεσα στον πόλεμο και την ενδυνάμωση του κράτους. Είναι ο συγγραφέας του  The Place of Religion in the Liberal Philosophy of Constant, Tocqueville, and Lord Acton. Όσοι διαβάζετε στην Αγγλική μπορείτε να δείτε βιβλιογραφία του έργου του Ralph Raico, την οποία συνέταξε ο Tyler Kubik, κάνοντας κλικ εδώ.

The Taboo Against Truth από την Ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Mises, αρχικά δημοσιευμένο ως «Το Ταμπού ενάντια στην αλήθεια: Το ολοκαύτωμα και οι ιστορικοί», Σεπτέμβριος 1989.

 Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

Σημειώσεις:

  1.  Washington Post , Οκτ. 23, 1988.
  2.  Robert Conquest στον The Independent (London), Dec. 5, 1988.
  3.  New York Times , Mάρτιος 25, 1989.
  4.  New York Times , Feb. 4, 1989. Stephen F. Cohen, «The Survivor as Historian: Introduction», στο Anton Antonov-Ovseyenko, «The Time of Stalin: A Portrait in Tyranny» , μεταφρ. George Saunders (New York: Harper και Row, 1980), σελ. vii.
  5.  Robert Conquest, The Great Terror: Stalin’s Purge of the Thirties (Macmillan: London, 1968), σελ. 533. Βλ. επίσης σημ. 2.
  6. στο ίδιο, σελ 213
  7.  Το πρώτο δοκίμιο του Nolte που δέχτηκε πυρά εμφανίστηκε αρχικά στα αγγλικά «Between Myth and Revisionism? The Third Reich in the Perspective of the 1980s», σε έναν σημαντικό τόμο επιμελημένο από τον H.W. Koch, Aspects of the Third Reich (London: Macmillan, 1985), σελ. 17–39. Ορισμένες από τις συμβολές του Nolte στη συζήτηση, καθώς και αυτές πολλών άλλων συγγραφέων, εμφανίζονται στην χρήσιμη συλλογή, «Historikerstreit»: Die Dokumentation der Kontroverse um die Einzigartigkeit der nationalsozialistischen Judenvernichtung (Munich: Piper, 1987). Nolte, Der europaeische Buergerkrieg, 1917–1945. Το «Nationalsozialismus und Bolschewismus» (Frankfurt/ Main: Propylen, 1987) δεν έχει μεταφραστεί στα αγγλικά. Απαντήσεις σε μερικές κριτικές του υπάρχουν στο Das Vergehen der Vergangenheit. Antwort an meine Kritiker im sogenannten Historikerstreit (2η. εκδ., Ullstein: Berlin, 1988).
  8.  Οι Ναζί ήταν ασφαλώς υπεύθυνοι για το θάνατο εκατομμυρίων μη-Εβραίων, ιδίως Πολωνών και σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου. Η εβραϊκή γενοκτονία, ωστόσο, ήταν το επίκεντρο της συζήτησης.
  9.  Robert Conquest, Kolyma: The Arctic Death Camps (New York: Viking, 1978), σελ. 15–16.
  10.  Paul Johnson, Modern Times (New York: Harper and Row, 1983), σελ. 304–305. Ωστόσο, o Johnson δεν παρέχει σχετικές πηγές για τον ισχυρισμό αυτόν.
  11. Nick Eberstadt, Εισαγωγή στον Iosif G. Dyadkin, «Οι αφύσικοι θάνατοι στην ΕΣΣΔ» , 1928-1954 (New Brunswick, NJ: Transaction Books, 1983).
  12. Βλ. Arno J. Mayer, Γιατί οι ουρανοί δεν σκοτεινιάζουν; Η «τελική λύση» στην ιστορία (Νέα Υόρκη: Pantheon, 1988), passim.
  13. Bertrand Russell, Autobiography of Bertrand Russell, II, 1914-1944 (Boston: Uttle, Brown, 1968), σελ. 172.
  14. Βλ. σημείωση 12.
  15. O Mayer καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίθεση του Χίτλερ στη Σοβιετική Ένωση δεν προοριζόταν ως βήμα προς την «παγκόσμια κυριαρχία», αλλά ήταν το αποκορύφωμα των σχεδίων του να παράσχει στη Γερμανία το Lebensraum ή τον ζωτικό χώρο που κατά τον αρχαϊκό του τρόπο, πιστεύεται ότι ήταν μια προϋπόθεση για τη γερμανική επιβίωση και ευημερία.
  16. Daniel Jonah Goldhagen, «False Witness,» The New Republic, 17 Απριλίου 1989, σελ. 39-44. Μια επαρκής δήλωση των διαφορών ανάμεσα στους έχοντες πρόθεση και στους λειτουργικούς μπορεί να βρεθεί στην εισαγωγή του Saul Friedlander για το βιβλίο του Gerald Fleming «Χίτλερ και η τελική λύση» (Berkeley: University of California Press, 1982).
  17. Οι σημειώσεις θα είχαν, ενδεχομένως, προσθέσει μήκος στο βιβλίο, αλλά ο συντάκτης θα μπορούσε να αποζημιώσει παραλείποντας τις ανακατασκευές του για την γνωστή πολιτική και στρατιωτική ιστορία της εποχής.
  18. Ο JM Spaight, αναφερόμενος στο βιβλίο του JFC Fuller, Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος , 1939-45. Μια στρατηγική και τακτική ιστορία (Λονδίνο: Eyre και Spottiswoode, 1954), σ. 222.
  19. Max Hastings, Bomber Command (Νέα Υόρκη: Dial, 1979), σ. 352.
  20. Fuller, Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος , σ. 228.
  21. Hastings, Bomber Command. Η καλύτερη σύντομη εισαγωγή στο θέμα είναι η επισκόπηση του βιβλίου του Hastings από τον ικανότατο δημοσιογράφο του Λονδίνου Geoffrey Wheatcroft, στο περιοδικό Spectator, 29 Σεπ 1979, επανεκδόθηκε στο Inquiry στις 24 Δεκεμβρίου 1979 και ήταν η μόνη επισκόπηση που ανατύπωσε ποτέ το Inquiry
  22. Anne Armstrong, Unconditional Surrender. Ο αντίκτυπος της πολιτικής της Καζαμπλάνκα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1961, repro Westport, Conn .: Greenwood, 1974), σ. 76. Σχετικά με το σχέδιο Morgenthau, βλ., Σελ. 68-77. Για το κείμενο του σχεδίου, βλ. Alfred de Zayas, Nemesis at Potsdam. Οι Αγγλοαμερικανοί και η απέλαση των Γερμανών . Ιστορικό, πραγματοποίηση και συνέπειες (London: Routledge and Kegan Paul, 1977), σελ. 229-232.
  23. Αλεξάντερ Ι. Σολτζενίτσιν, Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ , 1918-1956. An Experiment in Literary Investigation, Ι-ΙΙ,trans. Thomas P. Whitney (Νέα Υόρκη: Harper and Row, 1973), σ. 259n.
  24. Βλ. σημείωση 23 Σελ. 259-260″.
  25. Alfred de Zayas, Nemesis at Potsdam, σ. xix.
  26. ομοίως
  27. ομοίως σελ. 123
  28. Πολλά από τα δοκίμια του Dwight Macdonald ήταν επικριτικά για τη συμπεριφορά των συμμάχων και συλλέχθηκαν στο Memoirs of a Revolutionist (Νέα Υόρκη: Farrar, Straus και Cudahy, 1957).
  29. William Henry Chamberlin, H Δεύτερη Σταυροφορία της Αμερικής (Chicago: Henry Regnery, 1950), σελ. 304, 310, 312.
  30. G.M. Tamas, «The Vanishing Germans ,» The Spectator, May 6, 1989.
  31.  The spectator, 10 Ιουνίου 1989.
  32. Σχετικά με τον βρετανικό αποκλεισμό και την πιθανή επίδρασή του στη διαμόρφωση της ναζιστικής βιαιότητας μετέπειτα, βλέπε την εργασία του γράφοντα, «The Politics of Hunger: A Review,» The Review of Austrian Economics , III (1988), pp. 253–259.