Χωρίς το κράτος θα μας δηλητηρίαζαν τα εστιατόρια;

0
369
Δηλητηρίαση
Μπορεί άραγε η αγορά να προστατεύσει τους καταναλωτές από δηλητηριάσεις από τρόφιμα χωρίς το κράτος; Γιατί όχι;

…η δηλητηρίαση αποτελεί και φόνο εξ αμελείας ή δολοφονία (αν αντίστοιχα έγινε κατά λάθος ή με δόλο), συνιστά δηλαδή παραβίαση των αρνητικών δικαιωμάτων του πελάτη (σωματική ακεραιότητα, ζωή).

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Υπάρχει ένα ανέκδοτο που κυκλοφορεί με σκοπό να σατιρίσει τους αναρχοκαπιταλιστές, ελευθεραγορίτες και γενικά τους λιμπερταριανούς και φιλελεύθερους. Ήταν κάποτε ο Murray Rothbard, η Ayn Rand και ο Ludwig von Mises και μπαίνουν σε ένα μπαρ. Παραγγέλνουν όλοι τα ποτά τους. Αφότου πιουν, μετά πεθαίνουν από δηλητηρίαση ελλείψει κανονιστικών υγειονομικών ρυθμίσεων.

Στην ουσία το ανέκδοτο θέλει να θίξει το ότι το κράτος, με τις ρυθμιστικές του παρεμβάσεις προστατεύει τους πελάτες των καταστημάτων εστίασης (και όχι μόνο) από τις ύπουλες προθέσεις επιτηδείων που έχουν σκοπό να ασελγήσουν πάνω στη δημόσια υγεία. Παρόλα αυτά, αποτελεί, αν και απλά ένα αστείο, καλή αφορμή για να θίξουμε το ερώτημα: είναι το κράτος που μας εγγυάται την ποιότητα της τροφής μας ή η αγορά; Τι θα γινόταν αν παρουσιαζόταν ένας τέτοιος δόλιος μαγαζάτορας σε μία κοινωνία που χαρακτηρίζεται από την αναρχία της αγοράς (αναρχοκαπιταλισμό);

Η τυπική αναρχοκαπιταλιστική απάντηση

Η συνήθης Λιμπερταριανή/αναρχοκαπιταλιστική απάντηση κινείται στα πλαίσια του ότι, αν κάποιος δηλητηριάσει το κοινό του, η άμεση αντίδραση της αγοράς θα είναι να σταματήσει να τον επιλέγει για τις υπηρεσίες του. Αργά ή γρήγορα, μέσω της διάδοσης της πληροφορίας αυτής, ο εκάστοτε ιδιοκτήτης μαγαζιού θα έμενε χωρίς πελατεία, άρα και θα έκλεινε. Συνεπώς, σε μία ελεύθερη ανταγωνιστική αγορά, το κίνητρο για κέρδος, ελλείψει δυνατότητας προστασίας και δωροδοκίας του κράτους, θα ήταν μία επαρκής δύναμη που θα διατηρούσε τους μαγαζάτορες σε επιφυλακή. Κάθε καταστηματάρχης θα έπρεπε να κάνει το καλύτερο δυνατό για να εξασφαλίσει την υγεία των πελατών του, καθώς ο ανταγωνισμός θα ήταν έτοιμος να καλύψει τη θέση του, αν αυτός αποτύγχανε ως προς αυτό.

Αν και αυτή η απάντηση είναι πλήρης, κατά τη γνώμη μου, δεν παύει να είναι μία κακή απάντηση. Πρώτον, διότι προϋποθέτει πολλά γνωστικά προαπαιτούμενα από τον συνομιλητή μας. Εκείνος, πρέπει να γνωρίζει βασικά οικονομικά, για να καταλάβει πως λειτουργεί το κέρδος, ο ανταγωνισμός και το σύστημα τιμών της αγοράς. Δεύτερον, διότι δεν ικανοποιεί πλήρως το αίσθημα δικαιοσύνης που λογικά διακατέχει όσους θεωρούν ότι η αγορά δεν μπορεί από μόνη της να αποδώσει δικαιοσύνη με κάποιον τρόπο που να έχει ουσιαστικό νόημα.

Δεδομένου ότι οι Rand και von Mises ήταν ελαχισταρχικοί (κράτος περιορισμένων αρμοδιοτήτων) και ο Rothbard αναρχικός, θα δώσουμε δύο διαφορετικές απαντήσεις. Στην μία θα συμπεριλάβουμε την ύπαρξη ενός ελάχιστου κράτους, στη δεύτερη θα προϋποθέσουμε κοινωνία ιδιωτικού δικαίου.

Η ελαχισταρχική εκδοχή

Παρουσία ενός μικρού κράτους το οποίο θα είχε τις εξής αρμοδιότητες δηλαδή στρατό, αστυνομία, δικαστήρια (επιβολή των συμβολαίων), ένας ιδιοκτήτης εστιατορίου, έχοντας εν αγνοία του ή επίτηδες δηλητηριάσει τους πελάτες του, αυτομάτως θα ήταν και εγκληματίας. Αυτό, διότι παραβίασε το συμβόλαιο που έχει με τους πελάτες του, ήτοι να εγγυηθεί την καλή τους υγεία, όταν τρώνε στο μαγαζί του. Επίσης, η δηλητηρίαση αποτελεί και φόνο εξ αμελείας ή δολοφονία (αν αντίστοιχα έγινε κατά λάθος ή με δόλο), συνιστά δηλαδή παραβίαση των αρνητικών δικαιωμάτων του πελάτη (σωματική ακεραιότητα, ζωή). Μετά από καταγγελία συγγενών ή άλλων πελατών, θα διενεργούταν έρευνα κατά την οποία ο ιδιοκτήτης θα υποβαλλόταν σε αστυνομικό έλεγχο.

Αν αποδειχθεί ότι όντως δηλητηριάστηκε πελάτης του μέσα στο μαγαζί του, θα διωχθεί ποινικά. Θα αναγκαστεί να αποζημιώσει τους συγγενείς των θυμάτων με όποιον τρόπο κρίνει ο νόμος και μετά θα εκτίσει κάποια ορισμένη από το νόμο ποινή.

Παρατηρήστε ότι πουθενά δεν αναφέραμε κάποια υγειονομική παράβαση, ή κανονιστική ρύθμιση υγειονομικού ενδιαφέροντος. Ο νόμος τιμώρησε την εγκληματική πράξη του μαγαζάτορα από την άποψη και μόνο ότι παραβίασε την ιδιοκτησία άλλων ατόμων (το σώμα τους). Παρομοίως, θα δικαζόταν και μία περίπτωση, όπου κάποιος με την καμινάδα του, μαύριζε τους τοίχους των γειτονικών σπιτιών, ή έχυνε απόβλητα σε ένα ποτάμι. Αν ο νόμος ήταν αμιγώς λιμπερταριανός μάλιστα και υπήρχαν και νεκροί, η θανατική ποινή θα ήταν μία πιθανή εκδοχή τιμωρίας.

Με άλλα λόγια, ο επιτήδειος ιδιοκτήτης μας δε θα είχε να ανησυχεί μόνο για το αν ξέμενε από πελατεία, αλλά και για το ότι ο νόμος θα τον καταδίκαζε ως φονιά και εγκληματία.

Η αναρχοκαπιταλιστική εκδοχή

Η αναρχοκαπιταλιστική εκδοχή διαφέρει μόνο στο ότι την επιβολή δικαιοσύνης θα την αναλάμβανε κάποιος ιδιωτικός φορέας. Ας φτιάξουμε ένα νοητικό παράδειγμα για το πως κάτι τέτοιο θα δούλευε. Έστω λοιπόν ότι ένας μαγαζάτορας πούλησε χαλασμένα τρόφιμα σε πελάτες του, άλλοι δηλητηριάστηκαν και επέζησαν, άλλοι πέθαναν κοκ.

Ο συγκεκριμένος μαγαζάτορας είναι λοιπόν εγκληματίας (είτε από πρόθεση, είτε από δόλο). Τα θύματα ή οι συγγενείς τους θα κατέφευγαν σε κάποιον δικαστή που ασχολείται με τέτοιες περιπτώσεις (ο οποίος μάλλον θα έβλεπε δεκάδες τέτοιες περιπτώσεις καθημερινά) και θα κατέθεταν στα στοιχεία τους και τις κατηγορίες τους. Ο δικαστής, βλέποντας τα στοιχεία και με κίνητρο την διατήρηση του κύρους του, θα όφειλε να εκδώσει μία συνετή απόφαση. Αποφασίζει λοιπόν (έχοντας ίσως αναθέσει σε δικούς του ανθρώπους, για σιγουριά, να εξετάσουν τα στοιχεία ξανά), να εκδώσει απόφαση περί ενοχής του εκάστοτε μαγαζάτορα. Τα θύματα λαμβάνουν το σχετικό έγγραφο και απευθύνονται σε μία εταιρεία προστασίας και επιβολής του νόμου. Νόμος στην περίπτωσή μας είναι η άποψη του δικαστή, η οποία μπορεί να βασίστηκε και σε κάποιο δεδικασμένο.

Η εταιρεία, βλέποντας την απόφαση του δικαστή (ο οποίος θα θεωρούταν και αυθεντία ή θα είχε καλή φήμη για αντικειμενικές αποφάσεις, ειδάλλως κανένας δεν θα τον προτιμούσε), έχει δύο επιλογές στη διάθεσή της, ανάλογα με το αν ο εγκληματίας μας είναι και αυτός ασφαλισμένος σε ιδιωτική εταιρεία προστασίας. α) Ενημερώνει την εταιρεία προστασίας τους εγκληματία καθώς και την ασφαλιστική του ότι έχει βρεθεί ένοχος για δηλητηρίαση πελατών του. Εξηγεί τις λεπτομέρειες ώστε να μην υπάρξει σύγκρουση μεταξύ των δύο εταιριών. β) Επιτίθεται κατευθείαν στον ιδιοκτήτη και τον συλλαμβάνει χωρίς κάποια προειδοποίηση. Το δεύτερο θα ήταν αρκετά παρακινδυνευμένο καθώς θα δημιουργούσε κοστοβόρες συγκρούσεις μεταξύ εταιριών. Το α είναι η καλύτερη δυνατή λύση.

Η εταιρεία του εγκληματία έχει κίνητρο (αν όντως είναι ένοχος) να εγκαταλείψει την προσπάθεια υπεράσπισής του. Αυτό, διότι διακινδυνεύει τη φήμη της ως εταιρία προστασίας: κανείς δε θα ήθελε να συναναστρέφεται με εγκληματίες, πόσο μάλλον να τους ασφαλίζει κιόλας. Στη χειρότερη περίπτωση θα παρέπεμπε την υπόθεση και σε δεύτερο δικαστή για επαλήθευση. Μετά από αυτή τη συνεννόηση, ο εγκληματίας συλλαμβάνεται με τη βία (αν αντισταθεί) και από κει και πέρα ακολουθούμε τις δικαστικές διαδικασίες όπως και παραπάνω.

Αν κριθεί ένοχος, η ασφαλιστική του θα πρέπει να αποζημιώσει τα θύματα, το κόστος των δικαστών και των εταιριών. Ο ίδιος μπορεί να εκτίσει και έξτρα ποινή ανάλογα με την πολιτική των δικαστηρίων και την επιθυμία των θυμάτων.

Η ανάλυση αυτή σκοπεύει να περιγράψει την ουσία της λειτουργίας του ιδιωτικού δικαίου και όχι κάθε του λεπτομέρεια. Ορισμένες από τις ενστάσεις που εμφανίζονται θα απαντηθούν παρακάτω.

Ενστάσεις

Οι υγειονομικοί κανόνες λειτουργούν προληπτικά

Πρώτη ένσταση που θα μπορούσε να είχε κάποιος είναι ότι οι υγειονομικοί κανόνες λειτουργούν προληπτικά, ώστε να αποφεύγονται τέτοιες καταστάσεις. Η κατάργησή τους θα σήμαινε και αύξηση των περιστατικών δηλητηριάσεων. O δεύτερος ισχυρισμός είναι κλασικό παράδειγμα του ότι η συσχέτιση δεν αποδεικνύει και αιτιότητα. Το ότι το κράτος έχει επιβάλει κάποιους υγειονομικούς κανόνες δε σημαίνει ότι αυτοί καθεαυτοί ευθύνονται για το ότι δεν υπάρχουν δηλητηριάσεις σε γενικευμένο επίπεδο. Επίσης, οι κανόνες αυτοί, αν δε επιβάλλονται τότε είναι απλά άνευ σημασίας. Το κράτος δεν έχει τη δυνατότητα να κάνει εξονυχιστικούς ελέγχους καθημερινά για τη διαπίστωση των όποιων παραβάσεων.

Εξάλλου, το βλέπουμε ήδη: Οι κρατικές υγειονομικές αρχές αρκούνται σε περιστασιακές επιδρομές (και όχι μόνο στην Ελλάδα), ώστε να συλλάβουν απροετοίμαστους τους διάφορους παραβάτες. Αυτό καταδεικνύει πως το κίνητρο δεν είναι τόσο η δημόσια υγεία, όσο η είσπραξη προστίμων. Σε όλες τις άλλες μέρες που το κράτος δεν προβαίνει σε ελέγχους, θα μπορούσαμε κάλλιστα να θρηνούμε θύματα. Άρα, κάτι άλλο εμποδίζει τους μαγαζάτορες από το να μας δηλητηριάζουν.

Ο πρώτος ισχυρισμός είναι θεωρώ άνευ νοήματος. Πολλά πράγματα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν «προληπτικά». Προληπτικά θα μπορούσε να λειτουργήσει και ο ανταγωνισμός, η κοινή γνώμη, αρνητικές κριτικές πελατών αλλά και ίδιος ο νόμος σε περίπτωση δηλητηρίασης. Πώς μπορούμε ακριβώς να ξέρουμε σε ποιο βαθμό έχουν συνδράμει οι υγειονομικοί νόμοι κατά των δηλητηριάσεων; Το πρόβλημα έγκειται ότι, εμπειρικά, κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύεται. Μπορεί η μείωση των δηλητηριάσεων να οφείλεται και στον ανταγωνισμό, στις κρατικές παρεμβάσεις ή και στις ποινές που προβλέπονται. Το που οφείλονται περισσότερο ή λιγότερο δεν μπορούμε να το ξέρουμε.

Οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται να ελέγξουν τις συνθήκες υγιεινής των μαγαζιών

Αυτός ο ισχυρισμός μπορεί και να ισχύει. Το σημαντικό είναι να διαπιστώσουμε το γιατί. Μπορεί να ισχύει διότι οι πολίτες έχουν επαναπαυθεί στην παρουσία του κράτους. Μπορεί να ισχύει διότι οι πολίτες εμπιστεύονται τον εκάστοτε μαγαζάτορα λόγω του κύρους του ή του κινήτρου που διαθέτει να μην τους βλάψει. Όπως και να έχει, εάν οι πολίτες εμπιστεύονται κάποιον με αυτόν τον τρόπο, ώστε να επιλέγουν τις υπηρεσίες του, δε θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι δεν ενδιαφέρονται από αυτήν την άποψη. Θα λέγαμε ότι οι υποστηρικτές αυτής της ένστασης θα ήθελαν οι πελάτες να ελέγχουν την υγιεινή του κάθε εστιατορίου αυτοπροσώπως.

Σε μία αναρχική κοινωνία ιδιωτικού δικαίου, κατά πάσα πιθανότητα, υγειονομικούς ελέγχους θα πραγματοποιούσαν οι ασφαλιστικές εταιρείες. Θα είχαν τέτοιο κίνητρο διότι, πολύ πιθανόν, να μην ήθελαν συνεχώς να μπλέκονται σε διαμάχες και να καταβάλλουν αποζημιώσεις για τις ατασθαλίες των πελατών τους. Οπότε, πριν ασφαλίσουν το μαγαζί κάποιου για παράδειγμα, θα βεβαιώνονταν ότι κάλυπτε τα πρότυπα ασφαλείας τους. Το κύρος μίας ασφαλιστικής, εκτός από τη διαχείριση των χρημάτων των πελατών της, θα βασιζόταν και στο είδος των πελατών που ασφάλιζε καθώς και στην ακρίβεια των υγειονομικών (ή και άλλων) αξιολογήσεων που πραγματοποιεί. Αντίστοιχα, οι μαγαζάτορες θα είχαν κίνητρο να αποκτούν θετικές αξιολογήσεις ευυπόληπτων ασφαλιστικών για να προσελκύουν πελάτες. Πολλά μαγαζιά θα ήθελαν να είναι συστημένα από καλές ασφαλιστικές, οι οποίες θα είχαν και κίνητρο να δίνουν αντικειμενικές αξιολογήσεις καθώς από αυτές βασίζεται και εν μέρει το κέρδος τους.

Εναλλακτικά, οι ασφαλιστικές θα μπορούσαν να αναθέτουν υγειονομικές αξιολογήσεις σε τρίτους εργολάβους, οι οποίοι θα λειτουργούσαν με τα ίδια ακριβώς κίνητρα.

Σε μία κοινωνία ιδιωτικού δικαίου μπορεί μερικοί να μην έχουν χρήματα να διαθέσουν σε δικαστικές υπηρεσίες

Αυτή είναι η κλασική ένσταση που εκφράζεται εναντίον του συστήματος ιδιωτικού δικαίου που προτείνουμε. «Και τι θα γίνει με τους φτωχούς;» Βρίσκει μάλλον, θα λέγαμε, στήριγμα στο ότι το κυρίαρχο σοσιαλιστικό αφήγημα έχει ταυτίσει τον καπιταλισμό με τη φτώχεια και τη μιζέρια.

Οι φτωχοί, έχουν και αυτοί δικαίωμα στην αποζημίωση, αν αδικηθούν. Αν τα θύματα δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα, μπορούν να απευθυνθούν σε δικαστικούς και δικηγόρους τους οποίους μπορούν να πληρώσουν με μέρος του ποσοστού από την αποζημίωση, εάν η δίκη λήξει υπέρ τους. Αυτό το σύστημα είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στην Αγγλία όπου υπάρχουν οι «no win, no fee» δικηγόροι, οι οποίοι αμείβονται μόνο αν κερδίσουν τη δίκη που τους ανατίθεται.

Το κράτος είναι καλύτερος εγγυητής της δημόσιας υγείας από την αγορά

Πολύ συγκεχυμένη άποψη. Πρώτον, δεν μπορούμε να κάνουμε απευθείας συγκρίσεις, καθώς το οικονομικό σύστημα είναι φύσει μεικτό (κράτος-οικονομία). Το κράτος δηλαδή επεμβαίνει στην οικονομία τόσο, που δεν μπορούμε να αποδώσουμε ευθύνες ξεκάθαρα σε περιπτώσεις υγειονομικών παραβάσεων. Οφείλονται στο ότι το κράτος αφήνει «χαλαρούς» τους επιχειρηματίες, επειδή δεν υπάρχουν περισσότερα ιδιωτικά κίνητρα ή επειδή ο πολίτης δεν μπορεί να βασιστεί στο κράτος να πραγματοποιήσει γρήγορες δίκες για τέτοιες περιπτώσεις; Δεν μπορούμε να ξέρουμε.

Αυτό που μπορούμε να γνωρίζουμε όμως είναι ότι το κράτος δεν έχει τα κίνητρα του ιδιωτικού τομέα. Εκεί όπου ο ιδιωτικός τομέας οφείλει κόντρα στον ανταγωνισμό να παράσχει την καλύτερη υπηρεσία στην φτηνότερη τιμή, το κράτος, ελλείψει τέτοιων κινήτρων, βασίζεται μόνο στην καλή θέληση των υπαλλήλων του. Από άποψη κινήτρων το κράτος υστερεί, εκτός του ότι, απ’ ότι φαίνεται, δρα με εισπρακτικά κυρίως κίνητρα και όχι από γνήσιο ενδιαφέρον για τη δημόσια υγεία.

Συνοψίζοντας 

Η ένσταση ότι χωρίς το κράτος θα πεθαίναμε από δηλητηριασμένα τρόφιμα, είναι στην καλύτερη περίπτωση μη δικαιολογημένη, καθώς οι υπέρμαχοί της δεν έχουν καθίσει να διαπραγματευτούν διαφορετικούς τρόπους προστασίας της δημόσιας υγείας. Στο παρόν άρθρο, δώσαμε αρκετές εναλλακτικές κινούμενοι στην ουσία γύρω από την παραδοχή ότι κάποιος που δηλητηριάζει τους πελάτες του δεν είναι μόνο υγειονομικός παραβάτης, αλλά και εγκληματίας/δολοφόνος. Η ελεύθερη αγορά θεωρούμε ότι παρέχει αρκετούς εσωτερικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς που εν τέλει μπορούν να καταστήσουν το κράτος αχρείαστο.

Η παραπάνω ανάλυση μπορεί να επεκταθεί σε πολλούς τομείς: πολεοδομικούς ελέγχους, πυροπροστασία κοκ. Αυτό που χρειάζεται είναι απλά ο μέσος άνθρωπος να κατανοήσει ότι οι υπηρεσίες του κράτους δεν είναι απαραίτητο να αποτελούν αντικείμενο μονοπωλιακής παροχής από αυτό.

***

Διαβάστε περισσότερα:

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.