Δικαιώματα, θετικά και αρνητικά: Τι είναι και πώς ορίζονται;

0
2248
Φυσικά δικαιώματα
John Locke (29 Αυγούστου 1632 - 28 Οκτωβρίου 1704). Από τους σημαντικότερους φιλοσόφους που συνέβαλαν στη διατύπωση και ορισμό των φυσικών-αρνητικών δικαιωμάτων.

Αδικήματα που προκύπτουν από την παραβίαση των θετικών δικαιωμάτων αποτελούν: η άρνηση ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, άρνηση προστασίας από την αστυνομία, άρνηση για ιατροφαρμακευτική ασφάλιση, απόρριψη πελατών λόγω χρώματος ή σεξουαλικότητας κ.ο.κ. Ένα σύστημα το οποίο βασίζεται ξεκάθαρα στα θετικά δικαιώματα, είναι το κρατικό σύστημα πρόνοιας.

 

Του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Στην πολιτική και ηθική φιλοσοφία τα δικαιώματα σε πολύ θεμελιώδες επίπεδο, αφορούν το τι «επιτρέπεται» και τι δεν «επιτρέπεται», τι είναι δίκαιο να πράξει κάποιος καθώς και τι υποχρεώσεις έχει προς άλλους. Η πράξη συνήθως υπό αξιολόγηση αφορά αμέσως άλλα άτομα ή εμμέσως την ιδιοκτησία τους. Ο επιθετικός προσδιορισμός «αρνητικά» και «θετικά» δεν αφορά το αξιακό περιεχόμενο των δικαιωμάτων (δηλαδή αν είναι «καλά» ή «άσχημα»). Ο προσδιορισμός αφορά το είδος της υποχρέωσης που επιβάλλουν στον δρώντα. Τα δικαιώματα χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Τα αρνητικά και τα θετικά.

Αρνητικά δικαιώματα

Αρνητικά δικαιώματα είναι τα δικαιώματα που υποχρεώνουν κάποιον σε μη-δράση και μπορούν να περιλαμβάνουν τα εξής: αστικά και πολιτικά δικαιώματα (civil and political rights) όπως για παράδειγμα η ελευθερία λόγου, η ζωή, ιδιοκτησία, ανεξιθρησκεία, ελευθερία από την επιθετική βία και χειραγώγηση και αυτοδιάθεση (ή αυτοκτησία, self-ownership).

Ας δούμε λόγου χάρη πως λειτουργεί ένα αρνητικό δικαίωμα. Παίρνοντας το αρνητικό δικαίωμα στη ζωή υποχρεώνουμε κάποιον σε μη-προσπάθεια αφαίρεσης της ζωής. Δηλαδή, απαγορεύεται κάποιος να δράσει ούτως ώστε να βλάψει τη σωματική ακεραιότητα και να αφαιρέσει μία ζωή. Τα αρνητικά δικαιώματα, ως επιβάλλοντα μη-δράση, στην ουσία ενημερώνουν ότι κάποιο άτομο οφείλει, πρέπει, υποχρεώνεται να αποφύγει οποιαδήποτε πράξη η οποία ευθέως τα παραβιάζει. Θα λέγαμε ότι τα αρνητικά δικαιώματα δημιουργούν και αρνητικές υποχρεώσεις.

Πράξεις οι οποίες συνιστούν παραβίαση των αρνητικών δικαιωμάτων είναι ανάμεσα σε άλλες: ο φόνος, η κλοπή, η λογοκρισία και η δουλεία.

Να σημειώσουμε εδώ, ότι η δικαστική απόφαση για παραβίαση των αρνητικών δικαιωμάτων μπορεί να ορίζει και θετικές υποχρεώσεις στον παραβάτη. Για παράδειγμα ο κατηγορούμενος μπορεί να καταδικαστεί να αποζημιώσει το θύμα του, δηλαδή η δικαιοσύνη επιβάλει μία θετική υποχρέωση στον δράστη. Αυτά θα τα εξετάσουμε παρακάτω όταν θα αναφερθούμε στη λιμπερταριανή άποψη περί δικαιωμάτων.

Θετικά δικαιώματα

Τα θετικά δικαιώματα υποχρεώνουν το άτομο σε δράση. Θα λέγαμε ότι, όπως αρχικά προτάθηκαν από τον Τσέχο δικαστικό Karel Vasak, περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων: το δικαίωμα στην αστυνομική προστασία, δικαίωμα στην εργασία, δικαίωμα στην υγεία, παιδεία, πρόσβαση στο ίντερνετ καθώς και το δικαίωμα σε κάποια μίνιμουμ στάνταρ επιβίωσης.

Αδικήματα που προκύπτουν από την παραβίαση των θετικών δικαιωμάτων αποτελούν: η άρνηση ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, άρνηση προστασίας από την αστυνομία, άρνηση για ιατροφαρμακευτική ασφάλιση, απόρριψη πελατών λόγω χρώματος ή σεξουαλικότητας κ.ο.κ. Ένα σύστημα το οποίο βασίζεται ξεκάθαρα στα θετικά δικαιώματα, είναι το κρατικό σύστημα πρόνοιας.

Τα θετικά δικαιώματα λοιπόν επιβάλουν και θετικές υποχρεώσεις στο άτομο. Η αποζημίωση σε περίπτωση εκδίκασης υποθέσεων παραβίασης των, επιβάλλει επίσης θετικές υποχρεώσεις στον κατηγορούμενο.

Γενική εικόνα

Υπό τη θεωρία των αρνητικών δικαιωμάτων, όπως εξηγήσαμε, κάποιος έχει το δικαίωμα να μην υποστεί την πράξη ενός άλλου ατόμου ή οργανισμού -ακόμα και του κράτους. Συνήθως αυτές οι πράξεις αφορούν επιθετική βία (δηλαδή επίθεση για οποιονδήποτε άλλο λόγο πέραν την αυτοάμυνας) ή την χειραγώγηση δια της απειλής βίας. Τα θετικά δικαιώματα αφορούν το δικαίωμα κάποιου ατόμου ή οργανισμού να επιβάλει τις πράξεις του σε κάποιο άτομο. Θεωρητικά λοιπόν, τα αρνητικά δικαιώματα απαγορεύουν τη δράση ενάντια στον νόμιμο ή έγκυρο δικαιούχο, ενώ τα θετικά επιτρέπουν τη δράση ενάντια σε κάποιον δικαιούχο.

Για πολλούς, η διάκριση θετικών και αρνητικών δικαιωμάτων δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα, καθώς όπως είδαμε, ακόμα και στα αρνητικά δικαιώματα θα μπορούσαμε να επιβάλουμε θετικές υποχρεώσεις. Ο διαχωρισμός τους όμως είναι σημαντικός, όπως θα δούμε, για τη λιμπερταριανή θεωρία, η οποία στηρίζει ότι τα θετικά δικαιώματα δεν υφίστανται από μόνα τους. Η Συνθήκη Διακήρυξης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Ηνωμένων εθνών για παράδειγμα, περιλαμβάνει τόσο θετικά όσο και αρνητικά δικαιώματα, εντούτοις δεν προβαίνει σε κάποιον διαχωρισμό τους. Παρόλα αυτά, τα θετικά δικαιώματα υποστηρίζονται από άλλους νόμους και τα διάφορα σοσιαλ-δημοκρατικά κράτη παρέχουν στους κατοίκους τους δημόσια παιδεία, ασφάλιση και επιδόματα ανεργίας.

Σύγκρουση δικαιωμάτων

Tα δικαιώματα γενικά θεωρούνται αναφαίρετα (inalienable) και απόλυτα (absolute). Στην πράξη όμως αυτό μεταφράζεται διαβαθμιστικά. Ας πάρουμε για παράδειγμα το αρνητικό δικαίωμα στη ζωή. Ο φόνος είναι παραβίαση του δικαιώματος αυτού. Εντούτοις, μπορούμε να αναγνωρίσουμε τουλάχιστον μία περίπτωση όπου ο φόνος είναι έγκυρη ή έννομη δράση : στην αυτο-άμυνα. Παρόλο που οι θετικές και αρνητικές υποχρεώσεις, οι οποίες προκύπτουν από τα δικαιώματα, θεωρούνται απόλυτες και αδιαπραγμάτευτες, μπορούν να ιεραρχηθούν με ηθικά κριτήρια.

Τα αρνητικά και θετικά δικαιώματα συγκρούονται εξ ορισμού όμως. Για παράδειγμα, το θετικό δικαίωμα στην εκπαίδευση παραβιάζει το αρνητικό δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Έστω ότι ένα σχολείο απορρίπτει την αίτηση ενός μαθητή για εγγραφή σε αυτό. Στην ουσία το σχολείο αρνείται την εκπαίδευση στον μαθητή. Η εκπαίδευση είναι προϊόν εργασίας όμως, άρα κατ’ επέκταση της αυτοδιάθεσης ενός ατόμου να την παρέχει. Αν λοιπόν οι γονείς του υποψήφιου μαθητή καταφύγουν σε δικαστήριο και το δικαστήριο αποφασίσει υπέρ τους, τότε στην ουσία έχουμε παραβίαση του αρνητικού δικαιώματος της αυτοδιάθεσης του εκπαιδευτικού.

Ένα ακόμη πιο απτό παράδειγμα αφορά την ιατρική. Σε πολλές περιπτώσεις όπου η ευθανασία προβλέπεται νομικά, αρκετοί γιατροί αρνούνται για ηθικούς κυρίως λόγους να την πραγματοποιήσουν.

Εδώ κάποιος θα μπορούσε να πει, ότι το αρνητικό δικαίωμα στη ζωή επιβάλει και το δικαίωμα στο θάνατο. Μόνο που στην περίπτωσή μας, ευθανασία είναι ιατρικά υποβοηθούμενος θάνατος, απαιτεί δηλαδή την εργασία του γιατρού. Επομένως, μία νομική απόφαση που θα ανάγκαζε τον γιατρό να προσφέρει την υπηρεσία του, ανάγει την ευθανασία σε θετικό δικαίωμα, κάτι που παραβιάζει την αυτοδιάθεση του γιατρού.

Τα αρνητικά δικαιώματα ως ιδιοκτησιακά δικαιώματα και ο φυσικός νόμος

Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τη λογική πίσω από τη θεωρία των αρνητικών δικαιωμάτων, θα ήταν καλό να κάνουμε αναφορά στον «φυσικό νόμο». O φυσικός νόμος είναι φιλοσοφικό ρεύμα το οποίο υποστηρίζει ότι ορισμένα δικαιώματα είναι έμφυτα στην ανθρώπινη φύση. Τα δικαιώματα αυτά υπάρχουν εκ του φυσικού, δηλαδή είναι δοσμένα από τη φύση, κάποια ανώτερη ύπαρξη (κάποιον θεό) ή κάποια άλλη πηγή που δεν μπορούμε να εντοπίσουμε. Παρόλο του τα αρνητικά δικαιώματα θεωρητικά συγγενεύουν με θεϊστικές αντιλήψεις, κάποιος δε χρειάζεται να περιοριστεί στα θρησκευτικά πλαίσια για να τα μελετήσει. Τα αρνητικά δικαιώματα λοιπόν προκύπτουν δια της λογικής μελέτης και του φυσικού κόσμου.

Χάριν ευκολίας και προς καλύτερη μελέτη των αντικρουόμενων πλευρών σε μία φιλονικία σχετική με τα θετικά και αρνητικά δικαιώματα, θα βοηθούσε κατά την άποψή μας, να δούμε τα αρνητικά δικαιώματα ως δικαιώματα ιδιοκτησίας πάνω στο σώμα και στη βούλησή μας. Με εις άτοπον απαγωγή, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το σώμα μας ανήκει σε εμάς, καθώς δεν υπάρχει κάποια άλλη εξήγηση. Είτε το σώμα ανήκει σε αυτόν που το ελέγχει δια της βούλησής του ή δεν ανήκει σε κανέναν.

Αν και αυτή η παραδοχή είναι κατά βάση α-πριοριστική, δηλαδή λαμβάνεται πάντα ως αυταπόδεικτο δεδομένο, δεν αποκλείεται να έχει και ωφελιμιστικές βάσεις. Με άλλα λόγια, παράγεται μεγαλύτερο όφελος για περισσότερα άτομα, αν θεωρήσουμε ότι αυτά έχουν τα συγκεκριμένα δικαιώματα. Δεν αποκλείεται ο φυσικός νόμος να είχε και εξελικτικά πλεονεκτήματα για το ανθρώπινο είδος και να βοήθησε (πριν τη διατύπωσή του φιλοσοφικά) στην επιβίωση των πρώτων κοινοτήτων, πριν την καταγραφή της ιστορίας.

Επομένως, εφόσον είμαστε δικαιούχοι του σώματος μας, οποιαδήποτε πράξη παραβιάζει τα αποτελέσματα της χρήσης του σώματός μας, θεωρείται ότι παραβιάζει τα αρνητικά μας δικαιώματα.

Λιμπερταριανισμός και απόρριψη θετικών δικαιωμάτων

Η λιμπερταριανή θεωρία απορρίπτει τα θετικά δικαιώματα, καθώς θεωρεί, ότι δημιουργούν ηθική και αυτο-κυριαρχική ανισότητα. Ας αναφέρουμε πάλι το παράδειγμα του θετικού δικαιώματος στην παιδεία. Αν κάποιος πούμε ότι έχει αρνητικό δικαίωμα στην παιδεία, τότε, σε περίπτωση που βρει κάποιον δάσκαλο να τον διδάξει, τότε εμείς δεν έχουμε το δικαίωμα να τον εμποδίσουμε. Δηλαδή, υποχρεωνόμαστε σε αποφυγή της πράξης εκείνης, της οποίας το αποτέλεσμα θα ήταν να εμποδιστεί η εκπαιδευτική διαδικασία.

Αντιθέτως, το θετικό δικαίωμα στην παιδεία υποχρεώνει τον δάσκαλο, ο οποίος με την εργασία του θα παράξει την εκπαίδευση του μαθητή, να υποταχθεί στον διεκδικητή του δικαιώματος. Ο διεκδικητής λοιπόν πρώτον, γίνεται κυρίαρχος πάνω στον δάσκαλο (ο ένας έχει «περισσότερη» αυτοκυριαρχία από τον άλλον) καταργώντας την ηθική ισότητα την οποία θεωρεί αναφαίρετη ο φυσικός νόμος. Οι θετικές υποχρεώσεις που δημιουργούνται, δομούν μία de facto δυναστευτική σχέση ανάμεσα σε δικαιούχο και μη δικαιούχο. Το πρόβλημα εντείνεται, όταν στην εξίσωση προστίθενται περισσότερα άτομα, δημιουργώντας περισσότερα δίκτυα τέτοιων σχέσεων. Σε κοινωνικό επίπεδο, τα θετικά δικαιώματα διατηρούν μία κοινωνία σε σύγκρουση. Ο δάσκαλος του παραδείγματος μας, είτε θα αποδεχτεί να χάσει την αυτοδιάθεση του και να εργαστεί παρά τη θέλησή του, είτε θα αρνηθεί δεχόμενος ποινικές διώξεις. Δεν αποφεύγει πάντως το να θεωρηθεί υπάνθρωπος.

Το πρόβλημα του κοινωνικού συμβολαίου

Δεύτερο επιχείρημα των λιμπερταριανών είναι ότι, οι θετικές υποχρεώσεις που προκύπτουν από τα θετικά δικαιώματα, είναι μόνο προϊόντα συμβολαίου. Η επιβολή των θετικών υποχρεώσεων που προκύπτουν χρειάζεται κάποια αρχή. Συνήθως μία τέτοια αρχή είναι το κράτος. Το κράτος έχει νομοθετική και εκτελεστική αρμοδιότητα διότι θεωρητικά είναι προϊόν του «κοινωνικού συμβολαίου» το οποίο οι λιμπερταριανοί απορρίπτουν. Θεωρούν ότι το κοινωνικό συμβόλαιο δεν έχει υπογραφεί ποτέ και ούτε έχει δεσμευτική ισχύ για μετέπειτα γενεές. Ως συμβόλαιο, θα μπορούσε να ακυρωθεί υποβάλλοντας κάποια αποζημίωση, αν αυτή ορίζεται με ρήτρα. Επομένως, θεωρούν το κράτος ως παράτυπο εγγυητή της επιβολής θετικών δικαιωμάτων.

Σύμφωνα με τον Hans Herman Hoppe:

«Είναι παράλογο να θεωρούμε το θεσμό του κράτους ως τη λύση στο πρόβλημα των πιθανών συγκρούσεων. Διότι είναι ακριβώς ο ίδιος θεσμός, ο οποίος εξ αρχής κάνει τη σύγκρουση μόνιμη και αναπόφευκτη».

Επίλογος

Η λιμπερταριανή άποψη, μπορεί να απορρίπτει τα θετικά δικαιώματα, αλλά δέχεται τις όποιες θετικές υποχρεώσεις προκύπτουν από την παραβίαση των αρνητικών δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, η αποζημίωση σε περίπτωση κλοπής από τον ένοχο, συνιστά μία θετική υποχρέωση προς αυτόν. Είναι ο μόνος τρόπος ώστε να επανέλθει η φυσική κατάσταση των δικαιωμάτων του θύματος. Όπως είδαμε πιο πάνω με τη διαβαθμιστική ιεράρχηση, η θετική υποχρέωση εδώ χρησιμοποιείται για να επιλύσει μία σύγκρουση.

Μιας και τα θετικά δικαιώματα απορρίπτονται από τη λιμπερταριανή θεωρία, δε θα τα αναλύσουμε περαιτέρω. Σε μελλοντικά άρθρα, θα μελετήσουμε βαθύτερα τον Λιμπερταριανισμό και βασικές του πτυχές. Την Αρχή μη επίθεσης και τη θεωρία συμβολαίων.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.