Πολιτική ευθύνη: Ακόμα ένα τρικ υπέρ της ιδεολογικής συντήρησης του κράτους

0
384
Πολιτική ευθύνη
Ο κ. Τσίπρας ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για τις πυρκαγιές. Αυτό, συνεχίστε τις δουλειές σας, δεν υπάρχει κάτι άλλο να δείτε εδώ.

Η πολιτική ευθύνη δεν αλλάζει την εγγενή αναποτελεσματικότητα και εγκληματική φύση του κράτους. Είναι απλά μία κενολογία, μία υπεκφυγή. Στάχτη στα μάτια αυτών που θα έπρεπε να ξέρουν καλύτερα

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Με αφορμή την ανάληψη της πολιτικής ευθύνης από τον πρωθυπουργό της χώρας κ. Τσίπρα, εύλογο ερώτημα προκύπτει για το τι είναι αυτό που αποκαλούμε «πολιτική ευθύνη».

Ορίζοντας την πολιτική ευθύνη

Ο κ. Χαράλαμπος Τσιλιώτης προσπαθεί να προσεγγίσει τον όρο σε άρθρο του στο Liberal.gr. Αναφέρεται αρχικά στο Σύνταγμα της χώρας:

«Σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1975 το πολίτευμα της χώρας μας είναι προεδρευομένη κοινοβουλευτική δημοκρατία (άρθρο 1 παρ. 1 Σ σε συνδυασμό με άρθρο 84 Σ). 
Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση είναι υπεύθυνη απέναντι στη Βουλή, η οποία με τη σειρά της είναι υπεύθυνη έναντι του λαού (πρβλ. και άρθρα 1 παρ. 2 και 3 και 51 παρ. 3 Σ). Η ευθύνη της κυβέρνησης ως συλλογικού κρατικού οργάνου είναι κατά βάση πολιτική, καθότι η μεν ποινική ευθύνη αφορά μόνο τα μέλη της κυβέρνησης ως φυσικά πρόσωπα (πρβλ. άρθρο 86 Σ), η δε αστική ευθύνη για πράξεις και παραλείψεις των υπουργών ή της κυβέρνησης συλλογικά καταλογίζεται στο νομικό πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου. Πολιτική ευθύνη σημαίνει εν πρώτοις ότι η Βουλή μπορεί να άρει την εμπιστοσύνη της από την κυβέρνηση κατά τους ορισμούς του άρθρου 84 Σ, ο δε λαός να εκλέξει μία άλλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία στις επόμενες εκλογές (έμφαση δική μου) που θα στηρίξει μία άλλη κυβέρνηση». 

 

Αυτό μου μας λέει στην ουσία είναι το εξής: εφόσον κάποιος δήλωσε ανάληψη της πολιτικής ευθύνης, τότε η κυβέρνηση σύμφωνα με το άρθρο 84 μπορεί να καταθέσει πρόταση μομφής και, έχοντας πλειοψηφία επί των παρόντων βουλευτών, να άρει την εμπιστοσύνη της προς την κυβέρνηση. Αν η πρόταση μομφής (δυσπιστίας) περάσει τι γίνεται μετά; Η απάντηση είναι «τίποτα». Ακριβώς. Η πρόταση δυσπιστίας δεν συνεπάγεται πουθενά και κάποια ποινική δίωξη της κυβέρνησης ή παραίτησή της. Φυσικά, μετά την εκλογή της οφείλει να υπάρξει ψήφος εμπιστοσύνης, αλλά πουθενά δεν κατάφερα να εντοπίσω τον κανονισμό όπου υπαγορεύεται ότι, αν δεν συμβεί κάτι τέτοιο σε μεταγενέστερο χρόνο, η κυβέρνηση πρέπει να παραιτηθεί. Το πολίτευμά μας δεν έχει κάποια τέτοια συνθήκη. Η κυβέρνηση θα «πέσει» μόνο μέσω εκλογών ως συνήθως.

Η πολιτική ευθύνη ως εθιμικό πολιτικό δίκαιο

Σε χώρες όπως η Μ. Βρετανία, η Αυστραλία και η Ιαπωνία, η ανάληψη πολιτικής ευθύνης λειτουργεί ως άγραφος κανόνας για την παραίτηση της κυβέρνησης (στην Ιαπωνία θα αναμέναμε και κανένα χαρακίρι). Αποτελεί στην ουσία ένα «ζήτημα τιμής», ένα έθιμο το οποίο επιβάλλεται μέσω κοινωνικής πίεσης χωρίς ποινικό περιεχόμενο. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για έναν λόγο: το κράτος και οι διαχειριστές του δεν βιώνουν καμία ουσιαστικά επίπτωση πάνω τους σε περίπτωση ανάληψης της πολιτικής ευθύνης. Φυσικά, μπορούν να γίνουν ο περίγελος του κόσμου, αλλά τίποτα πέραν τούτου. Δεδομένης της ψυχολογίας του πολιτικού όμως, ας μην είμαστε ιδιαίτερα αισιόδοξοι.

Στο παρελθόν στη χώρα μας έχουν υπάρξει περιπτώσεις, όπου πολιτικοί έχουν αναλάβει την πολιτική ευθύνη χωρίς να παραιτηθούν και χωρίς να γίνει πρόταση μομφής εναντίον τους. Το πρόβλημα με τα εθιμικά δίκαια σε αυτήν την περίπτωση είναι ότι αλλάζουν ανάλογα με το αν εφαρμόζονται. Αρκούν μερικές περιπτώσεις όπου κάτι τέτοιο δε θα συμβεί, ώστε να αλλάξει το έθιμο προς άλλη κατεύθυνση. Με άλλα λόγια; Η ανάληψη πολιτικής ευθύνης είναι μία δήλωση κενής νοήματος πλέον.

Θα είχε νόημα η πολιτική ευθύνη;

Επομένως, τι θα σήμαινε μία παραίτηση της κυβέρνησης; Εκλογές προφανώς και αντικατάσταση προσώπων. Η πολιτική ευθύνη δε συνεπάγεται και νομική ευθύνη. Εξάλλου, με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα, ιδιώτες πολίτες ξεκίνησαν τις μηνύσεις εναντίον παντός υπευθύνου και όχι κάποιος κρατικός μηχανισμός. Είναι πάντα φαιδρό να περιμένει κάποιος ένα μονοπώλιο να προσπαθεί να βγάλει ένοχο τον…εαυτό του. Μία παραίτηση της κυβέρνησης, όμως, δεν θα εξασφάλιζε το σημαντικότερο: αποζημίωση των θυμάτων των ατασθαλιών της.

Όπως δείξαμε και σε προηγούμενο άρθρο επί του θέματος, μία «αποζημίωση» εκ των κρατικών ταμείων θα συνιστούσε απλά μία αναδιανομή πλούτου και όχι αποζημίωση. Το κράτος δεν έχει χρήματα που του ανήκουν αλλά τα απαλλοτριώνει από τους υπηκόους τους. Στην ουσία θα μεταφέρει πόρους ως αποζημίωση από μη-θύτες προς θύματα. Θυμηθείτε, δεν είμαστε ένοχοι εμείς για την κρατική αμέλεια. Ένοχοι είναι οι διαχειριστές του κράτους. Επομένως, μία αποζημίωση θα ήταν λογικό να προέλθει από την περιουσία αυτών των ανθρώπων. Μεταφορά ρευστοποιημένων περιουσιακών τους στοιχείων προς τα θύματα των πυρκαγιών. Ιδανικά, κάθε υπάλληλος στις αρμόδιες υπηρεσίες, κάθε προϊστάμενος, διευθυντής και, σε τελικό στάδιο, πολιτικός θα έπρεπε να αποζημιώσουν τα θύματα μέσω της δικής του περιουσίας.

Αυτός είναι ο ιδανικός τρόπος αποζημίωσης και αυτό είναι που συμβαίνει και στην ελεύθερη αγορά. Εάν κάποιος επιχειρηματίας δεν παράσχει την υπηρεσία που υποσχέθηκε, η αγορά του κόβει το ψωμί, του στερεί έσοδα, και αν έχει προβεί σε εγκληματικές ενέργειες, τα περιουσιακά του στοιχεία μεταβιβάζονται στα θύματα μέχρι να καλυφθεί το κόστος του εγκλήματος. Ο εγκληματίας αποζημιώνει το θύμα και όχι οι φορολογούμενοι. Η «πολιτική ευθύνη» σε καμία περίπτωση δεν προωθεί κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, θα λέγαμε ότι προσπαθεί να εκτροχιάσει τη συζήτηση από το ουσιαστικό αυτό θέμα: ποιος θα αποζημιώσει τα θύματα; Σίγουρα όχι τα κενά λόγια ενός πολιτικού.

Ποιο είναι το πρόβλημα ουσιαστικά;

Το βασικό, θεμελιώδες ζήτημα αφορά στην ουσία την καταστροφή του νοήματος της λέξης «ευθύνη». Σαφώς, κάποιος «φταίει» για κάτι που συνέβη. Που θα έπρεπε να μας οδηγήσει αυτό; Στην αποζημίωση αυτών που έβλαψε καθώς και στην τιμωρία του: από τα θύματα. Δεν έχει κάποιο νόημα ο όρος διαφορετικά. Ένας πολιτικός σε ένα ημι-σοσιαλιστικό πολίτευμα, όπως η δημοκρατία έχει κάθε μέσο στη διάθεσή του για να απαλλαχθεί νομικά από την ευθύνη του. Στο κράτος ανήκουν τα δικαστήρια και πάντα μπορεί να βάλει τα χέρια του στη δεξαμενή του πλούτου και να τον διανείμει ως αποζημιώσεις εκεί που πρέπει. Στην ουσία μιλάμε για παντελή απουσία ενός μηχανισμού απόδοσης ευθυνών και συνεπειών, κάτι που φυσικά έχει η αγορά.

Σε μία ελεύθερη αγορά, αν μία εταιρία αποτύγχανε συνεχώς, αρχικά θα άλλαζε τη διαχείριση της. Θα έβαζε άλλους διευθυντές, προϊσταμένους, μπορεί να άλλαζε το προϊόν της ενδεχομένως. Αν πάλι δεν τα κατάφερνε, απλά θα έκλεινε. Όσον αφορά το κράτος, μόνο η πρώτη επιλογή είναι διαθέσιμη: κάθε τέσσερα χρόνια να αλλάζουν οι διαχειριστές του. Ενώ μία εταιρία, μέσω της αποτυχίας της στο σύστημα κέρδους και ζημίας θα άλλαζε εν τέλει και τις κατηγορικές συνθήκες λειτουργίας της με πιο αποδοτικές, το κράτος δεν διαθέτει έναν τέτοιο μηχανισμό. Πάλι θα βρίσκεται εκτός ανταγωνισμού, πάντα θα αντιμετωπίζει πρόβλημα κινήτρων και οικονομικού υπολογισμού. Η ανάληψη πολιτικής ευθύνης από πολιτικούς δεν αλλάζει τις κατηγορικές συνθήκες λειτουργίας τους, όσο και αν ωρύονται οι ανταγωνιστές της αντιπολίτευσης για το πόσο καλύτεροι χαλίφηδες θα γίνουν στη θέση του χαλίφη.

Κλείνοντας

Η πολιτική ευθύνη δεν αλλάζει την εγγενή αναποτελεσματικότητα και εγκληματική φύση του κράτους. Είναι απλά μία κενολογία, μία υπεκφυγή. Στάχτη στα μάτια αυτών που θα έπρεπε να ξέρουν καλύτερα. Αυτών που εδώ και 45 χρόνια περιμένουν ότι, ανακατεύοντας την τράπουλα, το κράτος κάποια στιγμή θα αρχίσει να λειτουργεί ως «επιχείρηση» και ορθολογικά. Αποδώστε όσες πολικές ευθύνες επιθυμείτε. Η αλεπού παραμένει αλεπού ακόμα και αν την εμπιστευτείτε να φυλάει τις κότες.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: