Τι μπορεί να διδάξει στην Ελλάδα το σύστημα υγείας της Σιγκαπούρης;

0
301
Σιγκαπούρη

Μία από τις πιο ουσιαστικές οργανωτικές μορφές πρόνοιας στη Σιγκαπούρη είναι οι ομάδες αυτοβοήθειας που καθοδηγούνται από το κράτος και είναι διαρθρωμένες σύμφωνα με φυλετικές αρχές

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Διαβάζουμε στο FEE.org άρθρο σχετικά με το τι μπορεί να διδάξει στην Αμερική το σύστημα υγείας της Σιγκαπούρης και δεν μπορούμε να αντισταθούμε στο να κάνουμε το ίδιο σχετικά με το δικό μας σύστημα υγείας στην Ελλάδα. Γενικά, στους φιλελεύθερους κύκλους, υπάρχει μία άποψη που προτείνει το κράτος να παρέχει κάποιο δίχτυ προστασίας, ένα ελάχιστο τροφής, ένδυσης και στέγασης για όσους δεν έχουν εισοδήματα ή έχουν ελάχιστα εισοδήματα. Αυτήν την άποψη την διατήρησε και ο Χάγιεκ στο «O Δρόμος προς τη Δουλεία» (1944):

«Δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο, σε μια κοινωνία που έχει φτάσει στο γενικό επίπεδο του πλούτου μας, το πρώτο είδος ασφάλειας δεν πρέπει να διασφαλίζεται σε όλους, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η γενική ελευθερία. Δηλαδή: κάποια ελάχιστη τροφή, στέγαση και ένδυση, επαρκή για τη διατήρηση της υγείας. Ούτε υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο το κράτος δεν πρέπει να βοηθήσει στην οργάνωση ενός ολοκληρωμένου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης για την πρόβλεψη αυτών των κοινών κινδύνων της ζωής, έναντι των οποίων λίγοι μπορούν να κάνουν επαρκείς παροχές».1

 

Ως ακραιφνείς φιλελεύθεροι απορρίπτουμε την πρόταση του Χάγιεκ τόσο δεοντολογικά, όσο και ωφελιμιστικά. Πρώτον, διότι η αναδιανομή μέσω του κράτους αποτελεί κλοπή και δεύτερον, διότι ποτέ κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι μία τέτοια αναδιανομή θα μείνει στα ίδια μεγέθη και δεν θα αυξηθεί. Το κράτος παράγει περισσότερο κράτος εν τέλει.

Όπως και να έχει όμως, αν είναι να συρρικνωθεί σε μέγεθος και δαπάνες το παρόν σύστημα, τότε οποιαδήποτε πορεία προς την παντελή κατάργησή του πρέπει να επαινείται, ακόμα και αν υιοθετηθεί ένα άλλο σύστημα άλλου κράτους.

Το σύστημα υγείας στη Σιγκαπούρη

Για να ρίξουμε μια ματιά στο πώς και πού ένα τέτοιο ελάχιστο πρότυπο πρόνοιας σχεδιάστηκε με επιτυχία, πρέπει κανείς να κοιτάξει μόνο προς την πόλη-κράτος της Σιγκαπούρης. Το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Σιγκαπούρης θεωρείται ένα από τα πιο επιτυχημένα με τα δεδομένα του ανεπτυγμένου κόσμου. Τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας δείχνουν ότι οι δαπάνες της κυβέρνησης της Σιγκαπούρης για την υγεία το 2015 είναι μόνο 4,3% του ΑΕΠ, ένα μικρό ποσοστό σε σύγκριση με άλλες χώρες του πρώτου κόσμου όπως 16,9% στις ΗΠΑ. 11% στη Γαλλία. 9,9% στο Ηνωμένο Βασίλειο και 10,9% στην Ιαπωνία και 7,1% στην Κορέα, επιτυγχάνοντας παράλληλα ίσα ή καλύτερα αποτελέσματα υγείας με χαμηλή παιδική θνησιμότητα και υψηλότερο προσδόκιμο ζωής. Ενώ το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης, της Σκανδιναβίας και της Βόρειας Αμερικής ξοδεύει το 30-40% του ΑΕΠ στα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας, η Σιγκαπούρη δαπανά λιγότερο από το ήμισυ, διατηρώντας παράλληλα παρόμοια επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης και μια κοινωνία σχετικά απαλλαγμένη από κοινωνικά προβλήματα.

Αντίστοιχα στην Ελλάδα οι κρατικές δαπάνες υγείας γενικότερα ανέρχονται σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ στο 8,4% του ΑΕΠ για το 2017 και, αν συνυπολογίσουμε τις ευρύτερες προνοιακές δαπάνες (συνταξιοδοτικό, φάρμακα κ.ο.κ), το ποσοστό ανέρχεται στο 20,7% του ΑΕΠ για το 2016 σύμφωνα με τη Eurostat. Για να το δούμε συγκριτικά, τις μεγαλύτερες δαπάνες τις είχε η Γαλλία με 11,7% και η Γερμανία με 11,3% επί του ΑΕΠ, όσον αφορά την υγεία και μόνο. Η Ελλάδα λοιπόν βρίσκεται κοντά στον μέσο όρο 10% για τις δαπάνες υγείας.

Με τις μισές σχεδόν δαπάνες η Σιγκαπούρη όμως έχει κατά πολύ ανώτερο σύστημα υγείας από το δικό μας (και με σχεδόν το 1/3 αυτών σε σχέση με Γαλλία και Γερμανία έχει καλύτερο σύστημα από την Γερμανία και σχεδόν εφάμιλλο της Γαλλίας), αν δούμε την διεθνή κατάταξη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας όσον αφορά την υγεία ανά κράτος. H Σιγκαπούρη βρίσκεται στην 6η θέση (στην πρώτη βρίσκεται η Γαλλία, μετά η Ιταλία) και η Ελλάδα στην…14η. Εάν η Σιγκαπούρη βρίσκεται στην 6η θέση με 4,3% του ΑΕΠ ως δαπάνες για την υγεία, η Γερμανία με 11,3% στην…25η θέση και η Γαλλία με 11,7% στην 1η, δηλαδή δύο χώρες με τεράστιες δαπάνες να βρίσκονται σε τέτοια μεγάλη απόσταση στην κατάταξη, μία χώρα με ελάχιστες δαπάνες να βρίσκεται πολύ κοντά τους και την Ελλάδα να βρίσκεται…πάνω από τη Γερμανία (ανήκουστο έτσι; Γενικά η λίστα είναι πολύ ενδιαφέρουσα, η Ελλάδα ξεπερνά την Φινλανδία επίσης), τότε ένα συμπέρασμα μπορούμε να βγάλουμε: το πόσα λεφτά «πέφτουν» στην υγεία είναι κατά μεγάλο ποσοστό αδιάφορο για την ποιότητα υγείας που λαμβάνεται ανά κράτος. Τι γίνεται όμως με τη Σιγκαπούρη; Γιατί είναι τόσο φθηνή αλλά και αποτελεσματική;

Αυστηρά κριτήρια για τους υποψηφίους του συστήματος

Στο άρθρο του FEE o Donovan Choy μας αναφέρει ότι το σύστημα στη Σιγκαπούρη δεν παρέχει απλόχερα υγειονομική κάλυψη σε όλους, αλλά, αντιθέτως, έχει πολύ αυστηρά κριτήρια για όσους επιθυμούν να αποκτήσουν επιδότηση για την υγεία τους:

«Η θέση της κυβέρνησης της Σιγκαπούρης σχετικά με τις προνοιακές παροχές υπογραμμίζεται από μια σταθερή οικονομική φιλοσοφία αυτοδυναμίας και υπευθυνότητας, όπου οι πρώτες γραμμές ευημερίας πρέπει να προέρχονται από την ατομική αποταμίευση, την οικογενειακή μονάδα και τις τοπικές κοινότητες πριν γίνει στροφή στην κυβέρνηση. Το κράτος, με άλλα λόγια, δεν πρέπει να ενεργεί ως εγγυητής των μέσων αλλά απλώς ως ύστατη λύση».

 

Μία από τις πιο ουσιαστικές οργανωτικές μορφές πρόνοιας στη Σιγκαπούρη είναι οι ομάδες αυτοβοήθειας που καθοδηγούνται από το κράτος και είναι διαρθρωμένες σύμφωνα με φυλετικές αρχές. Δημιουργήθηκαν για να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της καταπολέμησης της φτώχειας για τους φτωχότερους πολίτες, βοηθώντας τους μέσω διαφόρων προγραμμάτων γενικής εκπαίδευσης να βελτιώσουν τις οικονομικές ευκαιρίες τους. Αυτό το πρόγραμμα κοινωνικής πρόνοιας ξεκίνησε μέσα στην κοινότητα των Malay το 1981 και θεωρήθηκε τόσο επιτυχές μέχρι το τέλος της δεκαετίας που η κυβέρνηση επέκτεινε σταδιακά τη διαμόρφωση παρόμοιων οργανώσεων αυτοβοήθειας για τις υποανάπτυκτες ομάδες Κινέζων, Ινδών και άλλων ευρασιατικών φυλών.

Συνεχίζει:

«Η συμμετοχή της κυβέρνησης της Σιγκαπούρης σε αυτές τις κοινοτικές ομάδες αφορά μόνο μία γενική ρυθμιστική εποπτεία. Σε αντίθεση με τα τυπικά κράτη πρόνοιας, τα κεφάλαια για αυτές τις οργανώσεις κοινωνικής πρόνοιας δεν διοχετεύονται μηχανικά από μια μεγάλη δεξαμενή που χρηματοδοτείται από τους φορολογούμενους με μια συνεχώς αυξανόμενη γραφειοκρατία. Αντ’ αυτού, η χρηματοδότηση προέρχεται από ένα μείγμα κυβερνητικών προγραμμάτων που αντλούν συμβολικό ποσό από ένα έως δύο δολάρια από το λογαριασμό κρατικής αποταμίευσης κάθε πολίτη (με άλλα λόγια, crowdfunding), καθώς και την ενθάρρυνση της προαιρετικής φιλανθρωπίας από τη γενική κοινότητα».

 

Όπως είδαμε, το κράτος της Σιγκαπούρης εφαρμόζει μία πολιτική η οποία είναι καθαρά καπιταλιστικής ηθικής, ήτοι ότι τα άτομα είναι υπεύθυνα για την υγεία τους καθεαυτά και πρέπει να φροντίζουν γι’ αυτήν με τα δικά τους μέσα και αποταμίευση ή με μέσα τα οποία θα τους προσφέρουν οικειοθελώς άλλοι. Σαφώς, κάτι τέτοιο δεν θα είχε νόημα αν δεν υπήρχε δυνατότητα να υπάρξει αποταμίευση εξ αρχής. Έτσι, το κράτος της Σιγκαπούρης εφαρμόζει προοδευτικό φόρο εισοδήματος από 0%-22%, πολύ χαμηλότερο σε σχέση με τον μέσο όρο στην Ελλάδα που αγγίζει μέχρι και το 42% για εισοδήματα άνω των 42.000 ευρώ ανά έτος. Ένας Έλληνας στην Σιγκαπούρη με εισόδημα 42.000 θα πλήρωνε 1.400 ευρώ σε φόρους, ενώ στην Ελλάδα 24.360 ευρώ.

Οι εταιρικοί φόροι (corporate taxes) είναι επίσης χαμηλοί, 17% για όλους με αρκετές ευκαιρίες για επιστροφές φόρων σε επιχειρήσεις. Ο εταιρικός φόρος στην Ελλάδα είναι 29%, το ΦΠΑ που βαραίνει τις επιχειρήσεις είναι από 6-24%, ενώ στη Σιγκαπούρη έχουμε φόρο πωλήσεων 7%. Υπάρχει επίσης φόρος παρακράτησης 10% στα κέρδη μερισμάτων για Ελλάδα, φόροι περιουσιακών στοιχείων, επιτηδεύματος κοκ, αλληλεγγύης, τεκμηρίων, ΕΝΦΙΑ κοκ. Αυτή η σύντομη φορολογική ανάλυση δείχνει ότι τα νοικοκυριά στη Σιγκαπούρη έχουν την ικανότητα να πραγματοποιούν μεγαλύτερες αποταμιεύσεις, ώστε να τις διαθέτουν σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, όπως για παράδειγμα προβλήματα υγείας. Έτσι, το κράτος δε χρειάζεται να φροντίζει για κάθε πολίτη ξεχωριστά εφόσον μπορεί να το κάνει μόνος του.

Δεύτερον, οι χαμηλοί φόροι υποδηλώνουν και μικρές αναλογικά δαπάνες. Οι δαπάνες επί του ΑΕΠ της Σιγκαπούρης βρίσκονται στο 30,35% για το έτος 2017, ενώ της Ελλάδας στο 48%. Σε συνδυασμό με την παραπάνω ανάλυση σχετικά με τους φόρους, αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η Σιγκαπούρη πρώτον, αφαιρεί λιγότερους πόρους με φόρους από την αγορά σε σχέση με την Ελλάδα και σε δεύτερη φάση, αποσπά μέσω δαπανών ακόμα λιγότερους πόρους από αυτή. Έτσι λοιπόν η αγορά, μπορώντας να κάνει μεγαλύτερες αποταμιεύσεις αλλά και να έχει στη διάθεσή της περισσότερους πόρους να αγοράσει με αυτές, έχει τη δυνατότητα να κάνει μεγαλύτερες και περισσότερες επενδύσεις και ειδικά ο τομέας της υγείας να βελτιώνει και να ρίχνει τις τιμές των υπηρεσιών του, να υπάρχει έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα σε νοσοκομεία, κλινικές γιατρούς κ.ο.κ. Όλα αυτά συμβάλουν σε ένα εξαιρετικά καπιταλιστικό σύστημα υγείας και πρόνοιας. Η όποια κρατική παρέμβαση είναι απλά ρυθμιστική και ως ύστατη λύση για τους αναξιοπαθούντες.

Αποκρατικοποιημένη υγεία και πρόνοια

Αυτή η φιλοσοφία της ατομικής ευθύνης είναι εξέχουσα όχι μόνο στην κοινωνική πρόνοια, αλλά αντιγράφεται και στην προσέγγιση της κυβέρνησης της Σιγκαπούρης όσον αφορά το συνταξιοδοτικό, την υγειονομική περίθαλψη, την εκπαίδευση και τη στέγαση. Για παράδειγμα, η προτιμώμενη πολιτική του κράτους να εξασφαλίζει ότι οι πολίτες διαθέτουν επαρκείς πόρους για έκτακτη ανάγκη είναι μέσω του Κεντρικού Ταμείου Πρόνοιας, ενός λογαριασμού ταμιευτηρίου με εντολή της κυβέρνησης, όπου μια μερίδα του μηνιαίου μισθού αφαιρείται και κατατίθεται σε αυτόν. Αυτά τα κεφάλαια μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για τα έξοδα υγείας / ασφάλισης, την αγορά ενός σπιτιού ή την ηλικία συνταξιοδότησης, αντικατοπτρίζοντας την ενθάρρυνση της κυβέρνησης για ατομική ευθύνη, όπου θα πρέπει να «βοηθήσετε τον εαυτό σας πριν ζητήσετε βοήθεια από άλλους». Αυτό αποτελεί στην πραγματικότητα κεφαλαιοποιητικό και όχι αναδιανεμητικό σύστημα πρόνοιας. Η Ελλάδα έχει αναδιανεμητικό σύστημα.

Έστω και με αυτόν τον τρόπο «εξαναγκαστικής» αποταμίευσης, η Σιγκαπούρη έχει καταφέρει να στρέψει την ευθύνη για την υγεία και πρόνοια στο άτομο, στο νοικοκυριό και όχι στο «κράτος» ή την «κοινωνία». Δεν δημιουργούνται αξιώσεις από την μία κοινωνική ομάδα στην άλλη, η αναδιανομή είναι ελάχιστη, δημόσια συμφέροντα διαφορετικών κατευθύνσεων δεν συγκρούονται και έτσι αποφεύγονται τα κοινωνικά προβλήματα και συγκρούσεις που ταλανίζουν άλλα αναδιανεμητικά συστήματα.

Τι πρέπει να μας διδάσκει η Σιγκαπούρη

Το παράδειγμα της Σιγκαπούρης είναι κλασική ένδειξη ότι ένα ισχυρά κεφαλαιοποιημένο σύστημα υγείας, δηλαδή απαλλαγμένο από φόρους και γενικά κρατικές παρεμβάσεις, μπορεί να παρέχει ισάξιες ή και καλύτερες υπηρεσίες από ανάλογα συστήματα που βασίζονται στις κρατικές δαπάνες. Εάν τα δυτικά συστήματα τείνουν προς την κοινωνικοποιημένη υγεία, τότε το σύστημα της Σιγκαπούρης κάνει το ανάποδο: προσεγγίζει σχεδόν την πλήρως ιδιωτικοποιημένη υγεία. Ακόμα και αν κάποιος υποστηρίξει ότι υπάρχει, έστω και μικρή, παρέμβαση του κράτους επομένως και ότι αυτός είναι ο λόγος επιτυχίας, τότε απλά θα έπρεπε να εξηγήσει γιατί η μικρότερη κρατική παρέμβαση είσαι συγκριτικά καλύτερη από την μεγαλύτερη και να αναρωτηθεί μετά το εξής: γιατί όχι και μηδενική παρέμβαση εν τέλει;

Η πρόνοια έχει ως στόχο την μείωση και ανακούφιση της φτώχειας, αλλά αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι κάτι τέτοιο πρέπει να αναληφθεί ως καθήκον από το κράτος. Τα αποτελεσματικά προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας που οργανώνονται σε ένα ιδιωτικό, αποκεντρωμένο επίπεδο είναι καλύτερα εξοπλισμένα με τις σχετικές γνώσεις που απαιτούνται για την αντιμετώπιση του υπάρχοντος περιβάλλοντος. Όταν η λήψη αποφάσεων είναι αποκεντρωμένη, οι μοναδικές περιστάσεις και οι συνθήκες κάθε ατόμου μπορούν να εκτιμηθούν καλύτερα, προσφέροντας έτσι μια πιο ισχυρή προστασία έναντι πιθανώς ευκαιριακών δικαιούχων κοινωνικής μέριμνας.

Το υβριδικό ιδιωτικό – ελάχιστα δημόσιο μοντέλο κοινωνικής πρόνοιας της Σιγκαπούρης προσφέρει χρήσιμα διδάγματα σε όσους πιστεύουν ότι τα ολοκληρωμένα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας μπορούν εύκολα να σχεδιαστούν για την εξάλειψη της φτώχειας απλά με έναν νόμο. Αυτές οι απλοϊκές απόψεις προέρχονται από αναμφισβήτητα καλοπροαίρετες προθέσεις. Ωστόσο, η φτώχεια θα αντιμετωπιστεί πολύ καλύτερα μέσω μιας προσέγγισης που βασίζεται στην αγορά, η οποία θα αναγνωρίζει τα επιστημολογικά όρια των υπευθύνων για τη χάραξη πολιτικής, όπως απέδειξε η αποκεντρωμένη προσέγγιση της Σιγκαπούρης.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1. Απόσπασμα από τη συμπυκνωμένη έκδοση όπως εμφανίστηκε στην έκδοση Απριλίου 1945 του Reader’s Digest