Το εύρος, το αντικείμενο και το καθήκον της οικονομικής επιστήμης

0
392
Ανθρώπινη Δράση
Από αριστερά προς δεξιά: Murray Rothbard, Henry Hazlitt και Ludwig von Mises. Υπέρμαχοι της Ελεύθερης αγοράς.

Το σημείο αφετηρίας σε κάθε μας οικονομική ανάλυση δεν είναι η οικονομία καθεαυτή ως ένα σύνολο (aggregate) μεταβλητών που οφείλει να τύχει εξέτασης σε μακροσκοπικό επίπεδο αλλά η οικονομική δράση, ή όπως την όρισε ο Ludwig von Mises «ορθολογική» (rational) δράση, με την έννοια της χρήσης πεπερασμένων πόρων για την (προσπάθεια) επίτευξης σκοπών

του Μιχάλη Γκουντή

Η Ανθρώπινη δράση ως η αφετηρία της οικονομικής ανάλυσης

Το σημείο αφετηρίας σε κάθε μας οικονομική ανάλυση δεν είναι η οικονομία καθεαυτή ως ένα σύνολο (aggregate) μεταβλητών που οφείλει να τύχει εξέτασης σε μακροσκοπικό επίπεδο αλλά η οικονομική δράση, ή όπως την όρισε ο Ludwig von Mises «ορθολογική» (rational) δράση, με την έννοια της χρήσης πεπερασμένων πόρων για την (προσπάθεια) επίτευξης σκοπών. Η ανθρώπινη δράση αποτελεί και συνειδητή συμπεριφορά ως μέρος της φύσης του να είναι κάποιος άνθρωπος. Ως σκεπτικό μπορεί να διαχωριστεί νοητά και απολύτως από την ασυναίσθητη (υποσυνείδητη) δραστηριότητα, ακόμα και αν σε μερικές περιπτώσεις είναι δύσκολο να διακρίνουμε την μεν από τη δε. Ένας διαχωρισμός σαν και αυτόν, παρότι δύσκολος στην πραγματοποίησή του ενίοτε, δεν αποτελεί και ελάττωμα της μελέτης μας επί της αρχής.

Ως σκεπτόμενοι και δρώντες άνθρωποι, μπορούμε να κατανοήσουμε τις γενικές αρχές του «πράττειν». Με την σύλληψη αυτού του σκεπτικού, ταυτόχρονα συλλαμβάνουμε και τις αναπόσπαστες από την ανθρώπινη δράση έννοιες όπως «αξία», «πλούτος», «συναλλαγή», «τιμή» και «κόστος». Όλες αυτές οι έννοιες υπονοούνται όταν μιλάμε για Ανθρώπινη Δράση και μαζί με αυτές προκύπτουν άλλες όπως η «σπανιότητα», «αφθονία», «πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα», «ιεράρχηση επιθυμιών», «κέρδος και ζημία», «οριακή ωφέλεια» και άλλες. Η λογική παραγωγή συλλογισμών εκ του αναλυτικού περιεχομένου αυτών των εννοιών καθώς και η συμπερασματική πορεία εξαγωγής οικονομικών πορισμάτων και νόμων αποτελούν και το αντικείμενο της οικονομικής μας επιστήμης. Το τμήμα αυτής που ασχολείται με την βασική θεωρία τιμών και αξίας, την «κατάλλαξη» (catallactics) δηλαδή αποτελεί και την εισαγωγή στα θεμελιώδη της. Όλα τα παραπάνω δεν μας αφήνουν αμφιβολία για το ότι η οικονομική επιστήμη είναι αμιγώς μία α-πριοριστική επιστήμη (a-priori science).

Ανθρώπινη δράση και οι κατηγορικές της συνθήκες

Το πιο γενικό προαπαιτούμενο για να πραγματοποιηθεί μία δράση είναι η κατάσταση μη-ικανοποίησης, από τη μία πλευρά, και από την άλλη η ύπαρξη της πιθανότητας να ξεφύγουμε από αυτήν την κατάσταση. Υπό αυτήν την έννοια, ένα τέλειο ον δεν θα έπραττε καθώς δε θα είχε ανάγκες εξ αρχή (ειδάλλως δε θα ήταν τέλειο). Η απουσία μίας εκ των παραπάνω προϋποθέσεων, αυτομάτως ακυρώνει και την έννοια της Ανθρώπινης δράσης και την εντάσσει σε ένα καθαρά φαντασιακό περιβάλλον ως κάτι μη πραγματικό αλλά απλά νοητό. Αν δεν υπήρχαν ανάγκες δε θα υπήρχε δράση, και δράση δε θα υπήρχε αν δεν υπήρχε εξίσου και η πιθανότητα να ικανοποιηθούν αυτές οι ανάγκες. Αυτές είναι και οι πιο γενικές συνθήκες που οφείλουν να ισχύουν και υπονοούνται μαζί με το γενικότερο σκεπτικό της Ανθρώπινης δράσης.

Άλλες κατηγορικές συνθήκες μπορεί να είναι ή να μην είναι παρούσες και, αν είναι, με τον έναν ή άλλον τρόπο εξαρτώνται από τις αρχικές συνθήκες που διατυπώθηκαν παραπάνω. Το αν είναι απούσες ή παρούσες αποτελεί καθαρά πόρισμα που εξάγεται εμπειρικά. Όποτε και αν είναι παρούσες όμως, υποτάσσονται και αυτές κάτω από συγκεκριμένους νόμους που προκύπτουν από την κατηγορική νομοτέλεια αυτών των επιπλέον συνθηκών.

Εμπειρική παρατήρηση και α-πριόρι συλλογισμοί

Αποτελεί μία εμπειρική αλήθεια το ότι ο άνθρωπος γεννιέται, μεγαλώνει και πεθαίνει και ότι επομένως δεν μπορεί να σταθεί αδιάφορος έναντι του περάσματος του χρόνου. Το ότι αυτό αποτελεί μία ανθρώπινη εμπειρία αποτελεί καθαρά μία εμπειρική και όχι α-πριόρι αλήθεια και δεν έχουμε καμία απόδειξη για το αντίθετο. Το ότι ο χρόνος περνά και τελειώνει (με τον θάνατο) είναι μία εμπειρική και όχι α-πριόρι αλήθεια. Το ότι μπορούμε νοητικά να κατασκευάσουμε ένα θεωρητικό μοντέλο, έναν «μονόκερο» της πραγματικότητας όπου μπορούμε να υποθέσουμε την ανυπαρξία χρόνου, σε καμία περίπτωση δε σημαίνει ότι η οικονομική επιστήμη και η ανθρώπινη δράση δεν μπορεί να έχει εμπειρικό χαρακτήρα.

Εντούτοις, στο μέτρο όπου μπορούμε να αναλογιστούμε τη δράση των ανθρώπων που δεν επιδεικνύουν αδιαφορία ως προς το πέρασμα του χρόνο, και ως εκ τούτου «εξοικονομούν» τον χρόνο (δηλαδή τον μετατρέπουν σε μέγεθος οικονομικού υπολογισμού) διότι είναι σημαντικός γι’ αυτούς, είτε πετύχουν τους στόχους τους σύντομα, είτε αργότερα, πρέπει οπωσδήποτε να συνδέσουμε αιτιατά κάθε τους δράση με αυτήν την κατηγορική συνθήκη της φύσης που αφορά την περατότητα του χρόνου.

Το αν οι συναλλαγές πραγματοποιούνται αντιπραγματιστικά ή χρηματικά μέσω ενός κοινού μέσου συναλλαγής αποτελεί καθαρά προϊόν εμπειρικής παρατήρησης. Παρόλα αυτά, όπου και στο μέτρο που κάποιο μέσο συναλλαγής χρησιμοποιείται, όλα τα α-πριόρι πορίσματα που αφορούν την εν-χρήματη συναλλαγή πρέπει να είναι αληθή. Όσα θεωρήματα λοιπόν που αφορούν την θεωρία της ποσότητας του χρήματος, την οριακή ωφέλεια του χρήματος, τον τόκο και επιτόκιο, τη θεωρία χρήματος και πίστωσης και επιχειρηματικών κύκλων, συνδέονται λοιπόν και αυτά με το αξίωμα της Ανθρώπινης δράσης. Όλα αυτά τα θεωρήματα θα ήταν αληθή ακόμα και δεν είχε ποτέ παρατηρηθεί κάποια έμμεση (δηλαδή χωρίς χρήμα) συναλλαγή. Θα μπορούσαμε να κατασκευάσουμε ένα νοητικό μοντέλο, εισάγοντας τον όρο «χρήμα» και εκ του αναλυτικού και περιγραφικού περιεχομένου του όρου να εξάγουμε τα παραπάνω πορίσματα. Η μόνη διαφορά θα αφορούσε την έλλειψη πρακτικής εξέτασής τους εφόσον θα ήταν εντελώς φαντασιακά.

Παρόλα αυτά, η ευρετική/ανακαλυπτική (heuristic) σημασία της πραγματικότητας ως έχει δεν θα έπρεπε να αγνοηθεί. Ίσως, χωρίς την πραγματική ύπαρξη μέσου συναλλαγής για παράδειγμα δε θα υπήρχε και η πιθανότητα διατύπωσης οικονομικών νόμων για τη λειτουργία του, αφού δε θα είχε παρατηρηθεί εξ αρχής.

Η εγκυρότητα των οικονομικών νόμων σε όλο το φάσμα του χρόνου

Όλες οι παραπάνω προκείμενες μας επιτρέπουν να αξιολογήσουμε κριτικά το επιχείρημα του ότι οι οικονομικοί νόμοι υπάγονται στις συνθήκες που ίσχυαν σε κάθε εποχή, είτε αυτές είναι γεωγραφικές ή κάποιου άλλου είδους. Έτσι, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι το πρόβλημα οικονομικού υπολογισμού αποτελεί μία θεωρία του 1920 και ότι δεν μπορεί πλέον να ισχύει στις σύγχρονες οικονομίες. Τα παραπάνω θεωρήματα όμως ισχύουν καθώς οι κατηγορικές συνθήκες που αναφέραμε στην αρχή δεν έχουν πάψει να υφίστανται. Εφόσον αυτές υπάρχουν, τότε και τα θεωρήματα είναι α-πριόρι αληθή χωρίς καμία εξαίρεση. Εάν υπάρχει η κατάσταση μη-ικανοποίησης καθώς και η πιθανότητα εκπλήρωσης των αναγκών, τότε Ανθρώπινη Δράση θα υφίσταται και ως εκ τούτου οι παραπάνω νόμοι προκύπτουν παραγωγικά από τα θεμελιώδη της αξιώματα.

Όπου λοιπόν έχουμε ανθρώπινη δράση, θα έχουμε ιεράρχηση αναγκών, όπου έχουμε παραγωγή πιστωτικών μέσων, θα ισχύει η θεωρία πίστωσης, όπου υπάρχει παραγωγή θα ισχύουν οι νόμοι της αποταμίευσης του επιτοκίου και η θεωρία της ενσωμάτωσης τους στους συντελεστές παραγωγής.

Θεωρία και ιστορία

Παρόλα αυτά, το επιχείρημα αυτών που επιδιώκουν να υποτάξουν τη θεωρία υπό τη γενικότερη κατηγορία της ιστορίας διαφέρει. Αυτό που ισχυρίζονται είναι ότι οι προκείμενες που προκύπτουν από μία οικουμενικά έγκυρη θεωρία, δεν εφαρμόζονται σε όλες τις ιστορικές περιόδους όπου οι συνθήκες που ορίσαμε παραπάνω υπάρχουν. Υποστηρίζουν, για παράδειγμα, ότι οι καταλλακτικοί νόμοι (το πώς δηλαδή ορίζονται οι τιμές της αγοράς) διαφέρουν από εποχή σε εποχή. Κηρύσσουν ότι οι προκείμενες της θεωρίας των τιμών, όπως αναπτύχθηκαν από τα Μαρτζιναλιστικά οικονομικά, ισχύουν μόνο σε μία ελεύθερη αγορά. Πλέον, σε μία μικτή οικονομία δεν μπορούν δηλαδή να έχουν κάποια τυπική ισχύ.

Στην πραγματικότητα, η θεωρία τιμών επεκτείνεται ακόμα και στην παρεμβατική οικονομία, στη διαμόρφωση μονοπωλιακών τιμών ακόμα και στην ανταγωνιστικότητα των τιμών. Μας δείχνει πως μία τιμή μπορεί είτε να είναι μονοπωλιακή είτε ανταγωνιστική. Δεν υπάρχει τρίτο είδος τιμής. Η ύπαρξη λοιπόν ελεύθερης αγοράς ή μεικτού συστήματος, μονοπωλίων, ολιγοπωλίων ή πλήρους ανταγωνισμού δεν έχει κάποια σημασία ως προς τη διαμόρφωση της θεωρίας τιμών. Οι κατηγορικές συνθήκες από όπου εξάγεται η θεωρία ισχύουν ακόμα. Οι εξωτερικοί παράγοντες που οι ιστορικιστές θεωρούν ότι ακυρώνουν τη θεωρία, όχι μόνο προβλέπονται από αυτή αλλά λειτουργούν απλά ως επιπλέον μεταβλητές που επηρεάζουν τη διαμόρφωση τιμών. Η θεωρία τιμών όμως παρόλα αυτά ισχύει στο θεωρητικό της πλαίσιο. Οι επιπλέον παράγοντες απλά αλλάζουν τις μεταβλητές που λαμβάνουμε εν τέλει υπόψη 1.

Η αποτυχία της Ιστορικής Σχολής

Η Ιστορική Σχολή δεν έχει πετύχει στο να αποδείξει ότι οι νόμοι που προκύπτουν από μία οικουμενικά α-πριόρι έγκυρη θεωρία δεν ισχύουν ανεξάρτητα από τον τόπο και τον χρόνο ή την εθνικότητα. Για να το αποδείξουν αυτό οι ιστορικιστές θα χρειαζόταν να δείξουν η λογική δομή της Ανθρώπινης Δράσης άλλαζε και αυτήν ανάλογα με το χρονικό και γεωγραφικό ή φυλετικό πλαίσιο στο οποίο αναφερόμαστε. Θα έπρεπε να δείξουν ότι οι δύο βασικές κατηγορικές συνθήκες που υποδείξαμε παραπάνω υπόκεινται σε περιορισμούς ανάλογα τη φυλή, την κοινωνική τάξη, την εθνικότητα, τη γεωγραφία κοκ. Όχι μόνο δεν έχουν δείξει κάτι τέτοιο, αλλά η φιλοσοφία έχει αποδείξει μάλιστα το αντίθετο 2.

Ούτε μπόρεσαν οι οπαδοί της Ιστορικής Σχολής να υποδείξουν ένα παράδειγμα όπου αυτός ο ισχυρισμός τους ίσχυε εμπειρικά. Είτε μιλάμε δηλαδή για τη δράση των σύγχρονων ανθρώπων ή των πρωτόγονων, οι ίδιοι θεμελιακοί κανόνες ισχύουν ανεξάρτητα από τον χρόνο και τον τόπο, τα ήθη και τα έθιμα. Η Ιστορική Σχολή, επικαλούμενη την δημιουργία «ιστορικής θεωρίας» το μόνο που κατάφερε, πέρα από την κακή καταγραφή της ιστορίας, ήταν να καταγράψει ιστορικά γεγονότα. Εκ της παρατήρησης γεγονότων όμως δεν μπορεί να διαμορφωθεί μία θεωρία. Μία θεωρία μπορεί μόνο να διαμορφωθεί α-πριόρι και όχι α-ποστεριόρι.

Οι συνέπειες της ανθρώπινης δράσης: εκούσιες ή ακούσιες;

Μερικοί οικονομολόγοι αφοσιώνονται στο να επιμένουν ότι τα Αυστριακά οικονομικά μελετούν μόνο τις ακούσιες συνέπειες της Ανθρώπινης Δράσης ή (όπως έλεγε ο Adam Ferguson) «τις συνέπειες της Ανθρώπινης Δράσης, και όχι του ανθρώπινου σχεδιασμού». Με την πρώτη ματιά, αυτό φαίνεται και ως μία λογική ένσταση στην Αυστριακή θεωρία. Παρόλα αυτά θα πρέπει να την απορρίψουμε, όπως θα δούμε παρακάτω.

Όπως επεσήμανε ο Adam Smith, είναι θετικό το ότι δεν βασιζόμαστε στην αγαθοεργία του χασάπη, για να έχουμε κρέας στο τραπέζι μας. Βασιζόμαστε μόνο στην επιθυμία του για κέρδος. Μπορεί οι επιχειρηματίες να έχουν ως στόχο το κέρδος, αλλά στην πορεία ωφελούν όλους μας λόγω των μη προ-σχεδιασμένων συνεπειών των πράξεων τους. Αλλά, ο παραπάνω ισχυρισμός μπορεί να αποδειχθεί προβληματικός. Πώς είναι δυνατόν να γνωρίζουμε εκ των προτέρων τις προθέσεις του χασάπη ή του ζαχαροπλάστη; Δεν έχουμε πρόσβαση στη σκέψη τους, πόσο μάλλον στις επιθυμίες τους. Το μόνο που έχουμε είναι η λεκτική έκφραση των επιθυμιών τους. Θα μπορούσε δηλαδή ο χασάπης, όντως να ήθελε να βγάλει κέρδος, αλλά, διαβάζοντας οικονομικά, να έμαθε ότι έτσι ωφελεί και το κοινωνικό σύνολο και να ενέταξε αυτή τη νέα του γνώση στην κλίμακα των επιθυμιών του.

Επιπλέον, η εκμάθηση οικονομικής θεωρίας μπορεί όντως να αλλάξει τη δράση των επιχειρηματιών στην αγορά. Δεν είναι λίγοι οι επιχειρηματίες εκείνοι που επηρεασμένοι από σοσιαλιστική προπαγάνδα, άρχισαν να νιώθουν ενοχές για το ότι επεδίωκαν κέρδος. Μπορεί, με την ανάγνωση ελευθεριακής προσέγγισης της οικονομίας να άλλαξαν άποψη και πλέον να προσπαθούν να επιτύχουν το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος, γνωρίζοντας ότι έτσι ωφελούν το κοινωνικό σύνολο. Δηλαδή, με τη νέα οικονομική τους γνώση πλέον, μπορούν να καθησυχαστούν ξέροντας ότι η εκούσια κερδοσκοπία τους ευνοεί όλους μας. Ο όλος διαχωρισμός ανάμεσα σε ακούσιες και εκούσιες συνέπειες δεν έχει κάποιο ουσιαστικό νόημα καθώς δεν μπορούμε ανά πάσα στιγμή να γνωρίζουμε τι ακριβώς επιθυμεί το άτομο.

Ludwig von Mises, Πραξεολογία και Ανθρώπινη Δράση

Παρόλα αυτά, η κριτική στην Αυστριακή Σχολή αποτελεί και έναν αχυράνθρωπο. Η «πραξεολογία», έτσι όπως διαμορφώθηκε από τον Ludwig von Mises ισχυρίζεται με έμφαση ότι οι άνθρωποι συνειδητά επιδιώκουν στόχους και χρησιμοποιούν μέσα προς επίτευξή τους. Και αν οι άνθρωποι επιδιώκουν στόχους, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τις περισσότερες φορές θα τους πετυχαίνουν, δηλαδή με άλλα λόγια, θα βιώνουν τα αποτελέσματα των αποτυχιών ή των επιτυχιών τους είτε αυτά ήταν ηθελημένα είτε όχι. Η έμφαση του von Mises στις συνειδητές επιλογές αναφέρεται στους ανθρώπους ως «ορθολογικούς», συνειδητούς δρώντες, ως άτομα που χρησιμοποιούν μέσα για να πετύχουν στόχους. Η εναλλακτική ερμηνεία αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως αυτόματες μηχανές που απλά αντιδρούν με προβλέψιμο τρόπο σε εξωτερικά ερεθίσματα.

Τα «απόκρυφα» ζητήματα μεθοδολογίας έχουν εκπληκτικές πολιτικές συνέπειες. Ίσως, τότε, δεν είναι και τυχαίο ότι αυτοί που πιστεύουν σε ακούσιες ή εκούσιες συνέπειες, θα τείνουν να είναι και απολογητές της αύξησης του μεγέθους του κράτους κατά τον 20ο αιώνα. Διότι, εάν οι πράξεις μας έχουν πάντοτε και συνέπειες που δεν τις επιθυμούσαμε, τότε θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η αύξηση του Κράτους ήταν και αυτή ακούσια και κανενός ευθύνη. Τονίζοντας το σκεπτικό των Ferguson και Hayek, τότε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι ιδιοτελείς πράξεις της πολιτικής ελίτ στο να επιθυμεί και να κατέχει ειδικά προνόμοια, οδηγούν και σε αυτήν την αύξηση του κρατικού μηχανισμού.

Το καθήκον του οικονομολόγου και της οικονομικής επιστήμης

Υπάρχουν δύο τρόποι να ορίσουμε το ποιο θα είναι το καθήκον του οικονομολόγου. Ο πρώτος τρόπος είναι να αποδεχτούμε τα α-πριόρι, οικουμενικά ισχύοντα πορίσματα εκ του αξιώματος της Ανθρώπινης δράσης, τα οποία είναι αδιαμφισβήτητα εφόσον οι κατηγορικές συνθήκες που καθορίζουν την εγκυρότητά τους συνεχίζουν να υπάρχουν και να ισχύουν. Ακολουθώντας την κληρονομιά του Ludwig von Mises και της πραξεολογίας, ερχόμαστε σε σύγκρουση με το οικονομικό κατεστημένο. Ως οικονομολόγοι δηλαδή, προστατεύουμε και ενημερώνουμε τους δρώντες ανθρώπους για τους κινδύνους κάθε κρατικής παρέμβασης οπλισμένοι με το θεωρητικό μας υπόβαθρο. Η οικονομική θεωρία έχει επανειλημμένα δείξει την αποτυχία των κρατικών παρεμβατισμών ήδη από την εποχή των κλασικών οικονομολόγων.

Ο δεύτερος τρόπος είναι πιο εύκολος: κερδίζουμε την ευρεία αποδοχή του status quo με το να βάζουμε νερό στο κρασί μας, θολώνοντας την στιβαρότητα της μεθοδολογίας μας και αποφεύγοντας να ισχυριζόμαστε δημοσίως μη δημοφιλείς θέσεις και επιχειρήματα. Μπορούμε να φτάσουμε έως το σημείο να αφαιρέσουμε το «ελεύθερη» από την ελεύθερη αγορά. Αυτό το μονοπάτι, το μόνο που κάνει είναι να ενισχύει το παρεμβατικό κράτος.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1. Ludwig von Mises, Epistemological Problems of economics, 1933, σελ 28
  2. Ομοίως, σελ 110