Ανάλυση: ο σοσιαλισμός και η αναρχία είναι εξ ορισμού ασύμβατες έννοιες

0
185

ο Murray Rothbard ήταν πραγματικά αναρχικός, παρόλο που δεν αποδέχτηκε την ψευδαίσθηση ενός κόσμου χωρίς χρονική προτίμηση.

 

Του Per Bylund

Απόδοση: Ευθύμης Μαραμής

Ο Murray Rothbard υποστήριζε μια κοινωνία δίχως κράτος, αλλά ποτέ δεν έγινε αποδεκτός από το αναρχικό κίνημα και εξακολουθεί να θεωρείται περισσότερο ως «λακές του καπιταλισμού» παρά ως αναρχικός στοχαστής. Στην πραγματικότητα, ο αναρχο-καπιταλισμός θεωρούταν ανέκαθεν ένα οξύμωρο σχήμα από τους αυτοανακηρυχθέντες «αληθινούς» αναρχικούς.

Εν μέρει ο λόγος έγκειται σε μια γενική αδυναμία κατανόησης διαφορετικών χρήσεων και ορισμών λέξεων στις κλασσικές σοσιαλιστικές και φιλελεύθερες παραδόσεις. Οι σοσιαλιστές αναφέρονται στον «καπιταλισμό» θεωρώντας τον ως το σύστημα όπου το κράτος παρέχει και προστατεύει τα προνόμια των καπιταλιστών – και επομένως οδηγεί στην καταπίεση των εργαζομένων. Δεν βλέπουν ότι ο καπιταλισμός, στην κλασσική φιλελεύθερη παράδοση σημαίνει, αντιθέτως, μια ελεύθερη αγορά βασισμένη σε ελεύθερους ανθρώπους, δηλαδή σε εθελοντικές ανταλλαγές αξίας μεταξύ ελεύθερων μεμονωμένων ατόμων.

Ένας βαθύτερος και πιο ενδιαφέρων λόγος, συναντάται στις σοσιαλιστικές ρίζες του αναρχισμού. Όπως φαίνεται στις Συνηθέστερες Αναρχικές Ερωτήσεις στα αναρχικά εγχειρίδια, ιστορικά, οι περισσότεροι αν όχι όλοι οι αναρχικοί στοχαστές δήλωναν με υπερηφάνεια ότι οι ιδέες τους ανήκαν στην προοδευτική σοσιαλιστική παράδοση. Ο «ιδρυτικός πατέρας» του αναρχισμού, ο Pierre-Joseph Proudhon, ήταν σοσιαλιστής. Αμερικανοί ατομικιστές αναρχικοί του 19ου αιώνα συχνά ισχυρίζονταν ότι ήταν σοσιαλιστές. Και οι Ρώσοι κομμουνιστές αναρχικοί Mikhail Bakunin και Peter Kropotkin ήταν προφανώς σοσιαλιστές.

Υπήρχαν, ωστόσο, μερικοί αναρχικοί που δεν ήταν απερίφραστα σοσιαλιστές, αλλά ήταν λίγοι και σχετικά άγνωστοι, αν ήταν καν αποδεκτοί ως αναρχικοί. Ο Γερμανός εγωιστής Max Stirner κατά κάποιο τρόπο κατάφερε να καταστεί γενικά αποδεκτός ως αναρχικός, παρόλο που ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι ήταν σοσιαλιστής. (Ποτέ επίσης δεν ισχυρίστηκε ότι ήταν αναρχικός).

Θα ήταν μάταιο να ισχυριστεί κανείς ότι η αναρχική παράδοση δεν είναι επί της αρχής και ως επί το πλείστον σοσιαλιστική και αυτό δεν είναι το θέμα αυτού του δοκιμίου. Δεν αμφισβητώ τη σημασία του σοσιαλισμού στον αναρχισμό ούτε θεωρητικά ούτε στην πράξη, αλλά θα καταδείξω πώς ο ορισμός του «σοσιαλισμού» είναι υπερβολικά άκαμπτος και κρατιστικός, σε αντίθεση με όσα ισχυρίζονται γενικώς οι αναρχικοί και φαίνεται να βασίζεται σε μια ατυχή παρανόηση του ανθρώπου και της αγοράς. Το κύριο πρόβλημα έγκειται στην άρνηση των σοσιαλιστών αναρχικών να ανανεώσουν το σκεπτικό τους, καθώς έχουν αποκαλυφθεί νέα γεγονότα.

Ο Peter Kropotkin, ο διάσημος Ρώσος αναρχο-κομμουνιστής του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, δήλωσε ότι υπάρχουν ουσιαστικά δύο είδη σοσιαλισμού: ο κρατιστικός σοσιαλισμός και ο αναρχισμός. Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι ότι ο κρατικός σοσιαλισμός επιθυμεί να πάρει τον έλεγχο του κράτους και να το χρησιμοποιήσει για να επιβάλει τον σοσιαλισμό, ενώ ο [σοσιαλιστικός] αναρχισμός επιθυμεί να καταργήσει το κράτος και κατά συνέπεια το καταπιεστικό καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα. Η διάκριση του Kropotkin επιλύει αρκετές εγγενείς αντιφάσεις και προβλήματα με τον κρατιστικό σοσιαλισμό, όπως είναι η εφαρμογή της ισότητας μέσω της κρατικής εξουσίας και της επιβολής των λίγων επί των πολλών.

Αλλά ορισμένα από τα προβλήματα παραμένουν στην αναρχική εκδοχή του σοσιαλισμού. Τα προβλήματα προκύπτουν εξαιτίας του γεγονότος ότι οι σοσιαλιστές γενικά τείνουν να έχουν μια στατική άποψη της κοινωνίας, γεγονός που τους κρατά σε πλήρη άγνοια για το πώς αλλάζουν τα πράγματα με την πάροδο του χρόνου. Οι σοσιαλιστές πιθανότατα δεν θα το παραδέχονταν αυτό, διότι γνωρίζουν ότι τα πράγματα αλλάζουν μέσα στην πορεία της ιστορίας (το είπε ο Μαρξ) και ότι τα πράγματα δεν φαίνεται ποτέ να παραμένουν τα ίδια.

Ο σοσιαλισμός, ωστόσο, δεν επιτρέπει μια συνιστώσα χρόνου (ή, θεωρείται ασήμαντη και κατά συνέπεια παραλείπεται) στην ανάλυση του κόσμου ή της οικονομίας. Τα πράγματα γενικά θεωρούνται ότι είναι όπως είναι, αν και δεν ήταν τα ίδια κατά τη διάρκεια της ιστορίας και ότι πρέπει να αλλάξουν στο μέλλον. Σε έναν σοσιαλιστικό κόσμο, οι άνθρωποι είναι ίσοι και πρέπει να παραμείνουν ίσοι. Οι ατομικές επιλογές των δρώντων στην ελεύθερη αγορά (ναι, οι σοσιαλιστές αναρχικοί μιλούν για την αγορά) δεν αλλάζουν αυτό το γεγονός. Σε αυτή τη σοσιαλιστική άποψη σχετικά με τον κόσμο, δεν υπάρχει απλώς καμιά κατανόηση για αυτό το χαρακτηριστικό της αγοράς που ο Ludwig von Mises ονόμασε χρονική προτίμηση.

Αυτό το σημαντικό κομμάτι πληροφοριών για το πώς λειτουργεί η αγορά (δηλαδή, πώς λειτουργούν οι άνθρωποι) σημαίνει ότι ένα άτομο συνήθως εκτιμά περισσότερο τα σημερινά έναντι των μελλοντικών αγαθών (σ.σ. η λαϊκή ρήση το θέτει έξυπνα ως: κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι). Αυτό δεν έχει καμία σχέση με το κέρδος τόκων από επενδύσεις, αλλά αποτελεί φυσική ένδειξη του τι σημαίνει να αποτελεί κάποιος ορθολογική οντότητα (κάποιος θα είναι καλύτερα με μια ορισμένη ποσότητα τροφής αν την καταναλώσει σήμερα, από ο, τι θα είναι αν καταναλώσει την ίδια ποσότητα τροφής σε μια εβδομάδα από σήμερα). Χωρίς γνώση για αυτό (ή ακόμα και χωρίς χρονική προτίμηση per se), ο υπολογισμός του τι «θα συμβεί» στην αγορά θα ήταν πολύ ευκολότερος (αλλά εντελώς λανθασμένος).

Αλλά η χρονική προτίμηση δεν αποτελεί μέρος της σοσιαλιστικής αντίληψης σχετικά με τον κόσμο ή την οικονομία. Η κατανόηση αυτού του γεγονότος καθιστά ευκολότερο να γίνει αντιληπτό το σοσιαλιστικό αίτημα για τελολογική ισότητα, δηλαδή ισότητα ως μέτρο δικαιοσύνης εφαρμοστέο τόσο πριν όσο και (κυρίως) μετά από τις αλληλεπιδράσεις και τις ανταλλαγές που συνέβησαν στην αγορά. Αν ο κόσμος και η οικονομία ήταν σε διαρκή στατικότητα και συνεπώς δεν δημιουργούνταν ποτέ αξίες, τότε η οικονομική ισότητα είναι θεωρητικά δυνατή. (Ίσως ακόμη να είναι και δίκαιη.)

Αλλά αυτό δεν συμβαίνει και, συνεπώς, η σοσιαλιστική ανάλυση είναι εσφαλμένη. Αυτή η αδυναμία, την οποία μπορούμε να επονομάσουμε χρονική άγνοια, παραμένει και στην αναρχική εκδοχή του σοσιαλισμού.

Η σοσιαλιστική χρονική άγνοια

Ο Kropotkin ορίζει αυτό το είδος σοσιαλισμού ως «μια προσπάθεια να καταργηθεί η εκμετάλλευση της εργασίας από το κεφάλαιο,»1 και ο Benjamin Tucker λέει «το κύριο αίτημα του σοσιαλισμού [είναι] ότι η εργασία θα πρέπει να τεθεί υπό την δική της ιδιοκτησία.»2 Λοιπόν, αυτό δεν ακούγεται και τόσο κακό. Ένας τρόπος να το πούμε με διαφορετικά λόγια είναι ότι κάθε άτομο έχει φυσικό δικαίωμα ιδιοκτησίας και χρήσης αυτού που παράγει και ότι αποτελεί παραβίαση των φυσικών του δικαιωμάτων να αφαιρεθεί δια της βίας από την κατοχή του το προϊόν της εργασίας του.

Είτε το αποκαλούμε φυσικό δικαίωμα είτε όχι, αυτή είναι η ουσία και η κοινή θεωρητική βάση για το πώς δημιουργείται αξία τόσο στον κλασικό φιλελευθερισμό όσο και στον μαρξισμό. Κάθε φορά που ένα άτομο επενδύει τον χρόνο, τις δεξιότητες και την προσπάθειά του για να επιτύχει μια αξία, δημιουργεί αξία και ως δημιουργός της είναι ο δίκαιος ιδιοκτήτης αυτής της αξίας. Είναι δύσκολο να υποστηριχθεί ότι το άτομο δεν είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης της εργασίας του. Ο John Locke έφτασε στο σημείο να αποκαλέσει την εργασία ως «αναμφισβήτητη ιδιοκτησία του εργαζόμενου». Αν ο εργαζόμενος δεν είναι ιδιοκτήτης της εργασίας του, τότε ποιος είναι;

Η διαφορά μεταξύ του κλασσικού σοσιαλισμού και του φιλελευθερισμού δεν εντοπίζεται στον ορισμό της ιδιοκτησίας ή του τρόπου με τον οποίο προκύπτει, αλλά στο νόημά της. Ο Pierre-Joseph Proudhon, παρόλο που είπε το φημισμένο: «η ιδιοκτησία είναι κλοπή» (δηλαδή τα ιδιοκτησιακά προνόμια προκαλούν εκμεταλλευτικές συνθήκες), δήλωσε επίσης ότι «η ιδιοκτησία είναι ελευθερία» υπό την έννοια ότι ο άνθρωπος είναι ελεύθερος μόνο όταν είναι ο μόνος ιδιοκτήτης αυτού που βρίσκεται στην κατοχή του και αυτού που δημιουργεί. Αυτό στο οποίο αναφερόταν, είναι στο ότι η μισθωτή εργασία είναι εκμετάλλευση του εργάτη από τον προνομιούχο καπιταλιστή.

Για να κατανοήσουμε αυτή την άποψη, πρέπει να θυμόμαστε ότι η χρονική προτίμηση δεν εφαρμόζεται (ή δεν επιτρέπεται). Από τη σοσιαλιστική σκοπιά, οποιαδήποτε διαφορά στην αξία μεταξύ εισροών και εκροών είναι είτε απάτη είτε κλοπή (για να χρησιμοποιήσουμε τη λιμπερταριανή ορολογία). Αν με επενδυμένη εργασία (εισροή) επιτευχθεί αξία 100 € και ληφθεί αμοιβή (εκροή) $ 95 δολάρια, υφίσταται καταπίεση (εκμετάλλευση).

Αυτό, εν μέρει, εξηγεί γιατί ο καπιταλισμός, υπό τη σοσιαλιστική ερμηνεία, είναι εκμεταλλευτικός. Όποιος προσφέρει θέση «εργασίας» (δηλαδή ο καπιταλιστής) αποκομίζει κέρδος απλώς και μόνο επειδή η αξία της επενδυμένης εργασίας του απασχολούμενου είναι μεγαλύτερη από την αμοιβή που λαμβάνει. (Ο λόγος για τον οποίο μπορεί ο καπιταλιστής να το κάνει αυτό, σύμφωνα πάντα με τους σοσιαλιστές, οφείλεται στα ιδιοκτησιακά προνόμια που προστατεύονται από το κράτος και έμμεσα υποχρεώνουν τους εργαζόμενους σε μισθωτή δουλεία).

Ένας άλλος τρόπος για να το θέσουμε αυτό, είναι ότι η πλεονάζουσα αξία αποδεσμεύεται προς όφελος των διαχειριστών και των ιδιοκτητών της βιομηχανίας μέσω της πληρωμής μόνο ενός μέρους της εισροής εργασίας του εργατικού δυναμικού. Σε αυτή τη στατική άποψη για το πώς λειτουργεί ο κόσμος υπό το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα, η απασχόληση είναι σίγουρα εκμετάλλευση και «μισθωτή δουλεία». Δεν θα το αμφισβητήσω και δεν θα ασχοληθώ με τον εντοπισμό ιστορικών και σύγχρονων σχημάτων απασχόλησης, τα οποία αποτελούν de facto εκμετάλλευση λόγω προνομίων που παραχωρήθηκαν σε καπιταλιστές από την πολιτική τάξη.

Η ανάλυση, ωστόσο, είναι εσφαλμένη εκ της βάσης της και αυτό απλώς συμβαίνει επειδή οι σοσιαλιστές δεν καταλαβαίνουν την χρονική προτίμηση. Είναι πολύτιμο (αλλά όχι απαραίτητα νομισματικά πολύτιμο) για πολλούς εργαζόμενους να λαμβάνουν τακτικά ένα σταθερό ποσό αμοιβής για επένδυση εργασίας αντί να αναλαμβάνουν τα ρίσκα της παραγωγής, του marketing και της πώλησης ενός προϊόντος στην αγορά (ακόμη και αν η επιχείρηση δεν είναι ατομική αλλά συνεταιριστική με άλλους εργαζομένους).

Είναι όμως αληθές και το αντίστροφο: ο «καπιταλιστής» επίσης εκτιμά περισσότερο τα χρήματα τώρα από ο, τι τα χρήματα αργότερα. Επομένως, τα κέρδη σε μεταγενέστερο χρόνο πρέπει να είναι υψηλότερα από το κόστος εργασίας σε παρόντα χρόνο για να «πατσίσει». Το θέμα εδώ είναι ότι εάν ένας εργαζόμενος επιλέξει οικειοθελώς μεταξύ πολλών διαφορετικών εναλλακτικών λύσεων, υπάρχει λογική να πιστεύουμε ότι η απασχόληση είναι μερικές φορές (ή ίσως συχνά) μια ελκυστική επιλογή.

Ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό, είναι λόγω του καταμερισμού της εργασίας, των ρίσκων στην αγορά και ούτω καθεξής. Αλλά είναι κυρίως λόγω της χρονικής προτίμησης, που σημαίνει ότι ένας εργαζόμενος μπορεί να εκτιμήσει περισσότερο ένα τωρινό – και σε προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα – σταθερό μισθό, από το να επενδύσει τώρα την εργασία του και να αποκομίσει την πλήρη αξία της μεταγενέστερα. Ο εργαζόμενος θα μπορούσε συνεπώς να βρίσκεται σε ισορροπία όταν επενδύει εργασία που παράγει προϊόντα αξίας 100 € σε ένα μήνα από τώρα, ακόμη και αν πληρωθεί 90 € άμεσα.

Για ορισμένους ανθρώπους, το να λάβεις λιγότερα χρήματα τώρα από ο,τι περισσότερα χρήματα μεταγενέστερα, είναι πράγματι εκμετάλλευση, αλλά αυτό το γεγονός ενισχύει απλά τη θεωρία της χρονικής προτίμησης όπως την έθεσαν οι αυστριακοί οικονομολόγοι. Οι άνθρωποι έχουν διαφορετικές αντιλήψεις για την αξία και εκτιμούν διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικούς χρόνους και ως εκ τούτου ένα άτομο μπορεί να θεωρεί την απασχόληση εξαιρετικά ωφέλιμη, ενώ άλλα άτομα δεν μπορούν να αποδεχθούν τέτοιους όρους με τίποτα στον κόσμο. Και τα ίδια ακριβώς άτομα μπορεί να σκέπτονται εντελώς διαφορετικά σε διαφορετικό χρονικό σημείο.

Οι αξίες είναι υποκειμενικές

Αυτό μας φέρνει απαραιτήτως σε ένα άλλο σημαντικό σημείο που συνδέεται στενά με τη φύση της χρονικής προτίμησης και αυτό είναι ο προσδιορισμός των αξιών ως υποκειμενικών. Οι νομισματικές αξίες είναι αντικειμενικές υπό την έννοια ότι το 1 € είναι πάντα 1 € (ή, με άλλα λόγια, 1 = 1 ή το «A είναι A»), αλλά η λήψη του ποσού του ενός ευρώ θα μπορούσε να σημαίνει πολλά για ένα άτομο και ταυτόχρονα να σημαίνει σχεδόν τίποτα για κάποιο άλλο. Φυσικά, οι σοσιαλιστές αναρχικοί και ακόμη και οι κρατιστές σοσιαλιστές κατανοούν τη σχετικότητα των αξιών, δηλαδή ότι το 1 ευρώ σημαίνει πολλά περισσότερα για έναν φτωχό άνθρωπο από ο,τι για έναν πλούσιο άνθρωπο (αν και εξακολουθεί να είναι 1 ευρώ και για τους δύο). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι σοσιαλιστές συχνά ισχυρίζονται ότι οι πλούσιοι άνθρωποι δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν από τους φόρους (ακόμη και μεγάλα ποσά δεν σημαίνουν πολλά για αυτούς), ενώ οι φτωχοί άνθρωποι μπορούν να κερδίσουν «πολλά».

Αλλά η σχετικότητα της αξίας με αυτή την έννοια, σημαίνει μόνο ότι η ατομική εκτίμηση της αξίας του 1 € σχετίζεται με το πόσα ευρώ διαθέτει ήδη το άτομο (ή μπορεί να αποκτήσει εύκολα). Αυτό διαφέρει από τον προσδιορισμό των αξιών ως υποκειμενικών.

Μια υποκειμενική αξία δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένα συγκεκριμένο ποσό χρημάτων συγκρίνεται με ένα άλλο ποσό χρημάτων. Οι αξίες είναι υποκειμενικές, με την έννοια ότι κάτι που έχει αξία σημαίνει ότι είμαστε καλύτερα με αυτό από ο, τι χωρίς αυτό. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τα ποσά νομισματικών μονάδων ή τη σύγκριση μήλων με μήλα. Η υποκειμενική αξία είναι η ατομική εκτίμηση ενός πράγματος σε σύγκριση με την αξιολόγηση του ίδιου ατόμου για τις εναλλακτικές λύσεις. Οι αξίες είναι υποκειμενικές υπό την έννοια ότι το μεμονωμένο άτομο κάνει την αξιολόγηση και την κάνει σύμφωνα με την ατομική ιεράρχηση των προτιμήσεων του. Έτσι, η υποκειμενική αξία δεν εξαρτάται από το τι αξιολογούμε αλλά από το πώς αυτό γίνεται αντιληπτό.

Επομένως, η ανάλυση ενός εργαζόμενου για το κατά πόσο η απασχόληση είναι επωφελής, δεν περιλαμβάνει μόνο τη νομισματική αξία της επένδυσης εργασίας και την πληρωμή, αλλά και όλα όσα εκτιμά. Η μισθωτή απασχόληση μπορεί να έχει μεγάλη αξία για ένα άτομο που αποφεύγει το ρίσκο, καθώς το ρίσκο απώλειας χρήματος είναι πολύ χαμηλό, ενώ η ίδια διαπραγμάτευση για κάποιον άλλον άνθρωπο, ο οποίος ίσως αρέσκεται να αναλαμβάνει ρίσκα, δεν είναι τίποτα λιγότερο από καθαρή δουλεία. Οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί.

Αυτό μας φέρνει στο τρίτο και τελευταίο σημαντικό σημείο, το οποίο προκύπτει άμεσα από το γεγονός ότι οι αξίες είναι υποκειμενικές: υπάρχουν μόνο μεμονωμένα άτομα. Παρόλο που οι πολιτισμικές και κοινωνικές ταυτότητες τείνουν να κάνουν τους ανθρώπους να σκέπτονται προς την ίδια κατεύθυνση, παραμένουν διαφορετικοί και σκέφτονται διαφορετικά. Οι σοσιαλιστές, γενικά, καταφανώς αποτυγχάνουν να το συνειδητοποιήσουν αυτό.

Όπως είδαμε στο παράδειγμα της απασχόλησης έναντι της μη απασχόλησης, τα άτομα εκτιμούν τα πράγματα διαφορετικά. Ορισμένα άτομα θα δέχονταν μισθωτή εργασία και θα ήταν πλήρως ικανοποιημένα (και μάλιστα θα την έβρισκαν ως την καλύτερη διαθέσιμη εναλλακτική λύση), ενώ άλλα άτομα δεν θεωρούν την μισθωτή απασχόληση προς όφελός τους. Τα άτομα διαθέτουν μοναδική διαφορετικότητα και αυτό σημαίνει ότι έχουν διαφορετικές προτιμήσεις.

Αυτός είναι ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους οι κρατικές πολιτικές είναι πάντα καταπιεστικές και δεν μπορούν ποτέ να λειτουργήσουν ικανοποιητικά: παρέχουν ένα σύστημα ή λύση για ένα είδος ανθρώπων και αυτό απαραίτητα δημιουργεί προβλήματα σε άλλα είδη ανθρώπων όταν εφαρμόζεται σε έναν ολόκληρο πληθυσμό.

Αναρχισμός: ένας κόσμος αυτοκυριαρχίας

Το γεγονός ότι «υπάρχουν μόνο μεμονωμένα άτομα» είναι επίσης ένα μεγάλο επιχείρημα για τον αναρχισμό. Δεν μπορεί να επιβληθεί ένα ενιαίο σύστημα σε δύο άτομα χωρίς αυτό να ταιριάζει καλύτερα στο ένα από ο,τι στο άλλο και, έτσι, ένα τέτοιο σύστημα θα δημιουργούσε νομικές ανισότητες (και ως εκ τούτου θα ήταν καταπιεστικό). Επίσης, δεδομένου ότι υπάρχουν μόνο μεμονωμένα άτομα, δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι ορισμένα άτομα πρέπει να έχουν την εξουσία να κυβερνούν άλλα άτομα. Εάν υπάρχουν μόνο άτομα, όλα θα πρέπει να διαθέτουν κυρίαρχη αυτοκτησία και να απολαμβάνουν ίσο πλήρες δικαίωμα επί του εαυτού τους.

Αλλά αυτό το γεγονός σημαίνει επίσης ότι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί και ότι μερικοί άνθρωποι θα εκτιμήσουν ορισμένα πράγματα, ενώ άλλοι άνθρωποι εκτιμούν τελείως διαφορετικά πράγματα. Μερικοί άνθρωποι θα έχουν υψηλή χρονική προτίμηση για ορισμένες αξίες, ενώ άλλοι θα έχουν χαμηλή χρονική προτίμηση. Μερικοί άνθρωποι θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν το χρόνο και τις δεξιότητές τους για να δημιουργήσουν πολλή αξία για άλλους (εκτιμώμενη υποκειμενικά), ενώ άλλοι δημιουργούν αξία αναγνωρισμένη μόνο από λίγους. Και οι ατομικές επιλογές θα είναι πάντοτε ατομικές επιλογές, οι αποφάσεις θα παίρνονται ανάλογα με την υποκειμενική εκτίμηση του ατόμου σε σχέση με τις αξίες που επιλέγει να προσδιορίσει.

Ο σοσιαλισμός, όπως συνήθως ορίζεται από τους σοσιαλιστές (τόσο των αναρχικών όσο και των κρατιστικών ποικιλιών), αποτυγχάνει να αντιληφθεί αυτό το γεγονός και, ως εκ τούτου, απορρίπτει κατηγορηματικά τις λύσεις, τις λειτουργίες και τα θεσμικά όργανα που προκύπτουν οικειοθελώς και αυθόρμητα στην αγορά. Ίσως είναι αλήθεια ότι οι ίδιοι οι σοσιαλιστές δεν θα δέχονταν ποτέ να αναλάβουν μισθωτή εργασία, αλλά πολλοί άλλοι άνθρωποι ίσως να αποδέχονταν ευχαρίστως τη μισθωτή απασχόληση ως επωφελή για αυτούς ατομικά ή συλλογικά.

Το ίδιο συμβαίνει και με το περίφημο μαρξιστικό ιδεώδες, που συνήθως υποστηρίζεται και από τους αναρχικούς σοσιαλιστές, ότι ο εργάτης είναι ελεύθερος μόνο όταν έχει αναλάβει την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Αλλά πώς μπορούμε να πούμε ότι ένα συγκεκριμένο είδος επαγγέλματος ή «τάξης» μοιράζεται τις ίδιες ακριβώς αξίες; Αυτό προϋποθέτει απαραίτητα μια ακραία ταξική συνείδηση, όπου τα μεμονωμένα άτομα δεν υπάρχουν πλέον. Αν η «ταξική συνείδηση» ερμηνευτεί ως μια αίσθηση πως ανήκουμε σε κάποια τάξη ενωμένη σε ορισμένες αξίες, η χρονική προτίμηση και η υποκειμενικότητα των αξιών θα εξακολουθούν να ισχύουν.

Ένας ελευθεραγορίτης αναρχικός μπορεί να ασπαστεί πολλούς από τους αναρχο-σοσιαλιστικούς στόχους, όπως είναι η ισότητα στο δικαίωμα επί του εαυτού μας, επί της εργασίας μας και επί των καρπών της εργασίας μας. Μπορούμε να υποστηρίξουμε τον αναρχο-σοσιαλιστικό στόχο να καταργηθεί το κράτος ως εγγενώς κακόβουλος θεσμός που εξαναγκάζει τα άτομα να παραιτηθούν από όσα αποτελούν φυσικά τους δικαιώματα. Αλλά παρατηρούμε επίσης τις αδυναμίες του σοσιαλισμού όπως ταυτοποιήθηκαν στο δοκίμιο μας. Η χρονική προτίμηση αποτελεί θεμελιώδη πληροφορία σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας των ανθρώπων και επομένως της αγοράς και της κοινωνίας.

Λόγω της χρονικής προτίμησης, είναι αδύνατο να απορριφθεί πλήρως η αντίληψη ότι μπορεί να προκύψουν ανισότητες στην ελεύθερη αγορά.3 Τα άτομα θα ενεργούν σύμφωνα με την αντίληψή τους για το τι είναι πιο επωφελές γι’ αυτά και τους ανθρώπους, τους θεούς ή τα υλικά προϊόντα που θεωρούν σημαντικά. Κάποιοι εκτιμούν τον χρηματικό πλούτο, ενώ κάποιοι άλλοι την υγεία, την αναψυχή, την οικογένεια, ένα ωραίο σπίτι ή ένα γρήγορο αυτοκίνητο. Οι άνθρωποι θα επιλέξουν διαφορετικά ανάλογα με την κατάστασή τους και τις προτιμήσεις τους και ακόμη και αν ξεκινήσουν από μια κατάσταση ισότητας, ορισμένες επιλογές τους θα είναι καλύτερες (σε σχέση με κάτι, π.χ. ποσότητα χρηματικής περιουσίας) και κάποιες θα είναι λιγότερο καλές.

Είναι πιθανό, κάποιοι άνθρωποι να επιλέξουν να συσσωρεύουν πλούτο (σε όποιο βαθμό είναι δυνατόν χωρίς την ύπαρξη κρατικών προνομίων), ενώ άλλοι θα ξοδέψουν με ανυπομονησία όσα κερδίζουν σε ψυχαγωγία ή θα επιδίδονται σε επιδεικτική κατανάλωση. Η επιλογή πρέπει να είναι ατομική και δεν μπορούμε να πούμε πως είναι «σωστό» ή «λάθος» –  το μεμονωμένο άτομο αποφασίζει.

Έτσι, αν πιστεύουμε αληθινά πως το άτομο είναι ιδιοκτήτης του εαυτού του και αυτοκυρίαρχο, δεν πρέπει να ισχυριζόμαστε ότι γνωρίζουμε τι θα επιλέξει (ή τι θα πρέπει να επιλέξει) και δεν μπορούμε να πούμε τι δεν θα επιλέξει. Σε μια κοινωνία ελεύθερων ατόμων, όλοι θα είναι ίσοι απέναντι στο δικαίωμά επί του εαυτού τους και έτσι δεν μπορούμε να πούμε στους ανθρώπους ότι δεν μπορούν να ανταλλάξουν την μελλοντική εργασία τους για να λάβουν αξία τώρα. Θα κάνουν ο, τι αντιλαμβάνονται πως εξυπηρετεί το συμφέρον τους κι εγώ θα κάνω αυτό που θεωρώ πως εξυπηρετεί το δικό μου και αυτό που είναι προς το συμφέρον μας, ατομικά ή αμοιβαία, είναι ατομική απόφαση.

Αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορούμε να πούμε ότι η απασχόληση και η συσσώρευση κεφαλαίου θα εξαφανιστούν όταν καταργηθεί το κράτος. Στην πραγματικότητα, ισχύει το αντίθετο. Αυτός είναι επίσης ο λόγος που ο Murray Rothbard ήταν πραγματικά αναρχικός, παρόλο που δεν δέχτηκε την ψευδαίσθηση ενός κόσμου χωρίς χρονική προτίμηση.

***

Ο Per Bylund είναι Επίκουρος Καθηγητής Επιχειρηματικότητας στο Πανεπιστήμιο της Οκλαχόμα. 

Το δοκίμιο αυτό δημοσιεύτηκε αρχικά στο Ινστιτούτο Mises

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





 

Σημειώσεις:

  1. Evolution and Environment, σελ. 81
  2. The Anarchist Reader, σελ. 144
  3. Σε μια ελεύθερη αγορά, είναι όμως λιγότερο πιθανό από ότι σε ένα κρατικό σύστημα, αφού κανείς δεν μπορεί να αποκτήσει εξαναγκαστικά επιβαλλόμενα προνόμια εις βάρος άλλων.