Βασικά Οικονομικά: Καταρρίπτοντας την ανταποδοτικότητα των φόρων

0
1300
Οικονομικά για όλους: Καταρρίπτοντας την ανταποδοτικότητα των φόρων
O μύθος περί ανταποδοτικότητας φόρων οφείλει να καταρριφθεί.

Η ανταποδοτικότητα φόρων είναι ένας διαδεδομένος μύθος. Η χρήση της λέξης αυτής για να περιγράψει την κλοπή μέρος των εισοδημάτων των ατόμων είναι μία παραδοξότητα εξ ορισμού.

Του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Πολλές φορές ακούμε από πολιτικούς φορείς και παρατάξεις ότι, σε περίπτωση εκλογής τους, θα πασχίσουν για να επιτύχουν τη δημιουργία ενός ανταποδοτικού κράτους. Τονίζουν επίσης την ισχύουσα κατάσταση της οικονομίας, που χαρακτηρίζεται από υπερφορολόγηση μεν και έλλειψη ανταποδοτικότητας των φόρων δε. Σε αυτό το άρθρο θα δείξουμε ότι, παρά τις αγγελικές θα έλεγε κανείς, προθέσεις των συγκεκριμένων προσώπων, η ανταποδοτικότητα των φόρων είναι εξ ορισμού αδύνατη. Αρχικά λοιπόν, ας ορίσουμε την «ανταποδοτικότητα».

Τι είναι η ανταποδοτικότητα και γιατί συναλλασσόμαστε;

Ανταποδοτικότητα , θα μπορούσαμε γενικά να αποδώσουμε σε μία συναλλαγή, όταν το αποκτηθέν αγαθό είναι ίσο ή ανώτερο σε αξία από το κόστος του. Το κόστος ορίζεται ως η επόμενη καλύτερη εναλλακτική επιλογή που απορρίψαμε για να πραγματοποιήσουμε μία συναλλαγή. Για παράδειγμα, τη στιγμή της συγγραφής του συγκεκριμένου άρθρου, προσωπικά «πληρώνω» ένα τίμημα, ένα κόστος. Αυτό το κόστος θα μπορούσε να είναι μία βόλτα στο κέντρο της πόλης, ύπνος ή κάτι άλλο. Το να γράψω λοιπόν αυτό το άρθρο θεωρείται από εμένα πιο ανταποδοτικό για τον χρόνο που θα αφιερώσω, από ότι αν έπραττα την επόμενη επιλογή μου. Παρατηρήστε, ότι τις περισσότερες φορές δε γνωρίζουμε ποιο είναι το κόστος που πληρώνουμε για τις επιλογές μας, τη στιγμή που τις πραγματοποιούμε.

Στην παραπάνω ανάλυση κρύβεται θα λέγαμε και ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι, ως έμποροι και ως καταναλωτές, συμμετέχουν στην αγορά. Με κάθε τους συναλλαγή έχουν στόχο την αύξηση της ωφέλειας που λαμβάνουν από την αγαθά. Παραδίδουν τα χρήματα, τα οποία εκτιμούν λιγότερο, και τα ανταλλάσσουν με ένα αγαθό και υπηρεσία την οποία εκτιμούν περισσότερο από το χρήμα που δίνουν. Αυτό είναι και το θεμελιώδες πραξεολογικό αξίωμα όσον αφορά την ανθρώπινη δράση. Μία ανταλλαγή, δε συμβαίνει αν η προσδοκώμενη ωφέλεια δεν είναι μεγαλύτερη από το κόστος της καλύτερης επόμενης εναλλακτικής. Αν η ωφέλεια ήταν ίση ή μικρότερη, η ανταλλαγή δε θα συνέβαινε εξ αρχής.

Η ανταποδοτικότητα σύμφωνα με τους κρατιστές

Ανταποδοτικότητα, όπως την εννοούν οι κρατιστές, υπάρχει όταν, για την αξία των χρημάτων που έχουμε φορολογηθεί, λαμβάνουμε πίσω υπηρεσίες τουλάχιστον ίσης χρηματικής αξίας. Αυτός ο ορισμός είναι αρκετά προβληματικός όμως.

Πρώτον, υπάρχει μία παρανόηση του τι είναι «αξία». Η αξία δεν είναι τίποτα παραπάνω από πληροφορία που κάθε άτομο έχει στο μυαλό του. Στην πληροφορία αυτή περιλαμβάνεται η προσωπική του αξιακή κλίμακα και ιεράρχηση αναγκών, επιθυμίες, προγραμματισμός κ.ο.κ. Ως εκ τούτου, επειδή ακριβώς η πληροφορία αυτή δεν είναι προσβάσιμη παρά μόνο από το άτομο, τότε, κανένας άλλος πέραν του ατόμου δεν μπορεί να κάνει κρίσεις περί ανταποδοτικότητας.

Δεύτερον, υπάρχει μία σύγχυση σχετικά με την έννοια «χρηματική αξία». Όταν μιλάμε για χρηματική αξία στην ουσία μιλάμε κατ’ ευφημισμόν. Το χρήμα δεν είναι δυνατόν να μετράει ή να εκφράζει αξία. Αυτό διότι όταν το δίνουμε, το αποχωριζόμαστε, αξιωματικά η αξία του είναι μικρότερη από το αγαθό που λαμβάνουμε στη θέση του (όπως αναφέραμε παραπάνω). Το χρήμα θα λέγαμε ότι είναι απλά ένα μέσο συναλλαγής και συνεννόησης. Χρησιμεύει στην επικοινωνία των αξιακών κλιμάκων των ανθρώπων προς άλλους ανθρώπους.

Τέλος, ανταποδοτικότητα μπορεί να σημαίνει και «υπηρεσίες χαμηλού κόστους και υψηλής ποιότητας». Εδώ πάλι υπάρχει ένα θεμελιώδες πρόβλημα. Το κράτος δεν μπορεί να υπολογίσει κόστος, διότι πολύ απλά δεν μετέχει στην αγορά. Δεν έχει αξιακή κλίμακα, δεν μπορεί να κάνει υπολογισμούς ωφέλειας και ιεράρχηση αναγκών. Επίσης δε, δεν έχει τα κίνητρα που έχει ένας καταναλωτής όταν επιλέγει ποιες αγορές θα κάνει. Έχει σταθερό και σίγουρο εισόδημα (τους φόρους) και πολιτικά κίνητρα για τη δαπάνη του. Δεν είναι εξ ορισμού σε θέση να υπολογίσει κόστος, παρά μόνο μέσω μίας λογιστικής αποτίμησης των εξόδων του. Αναγκαστικά λοιπόν, όταν ένα κράτος θέλει επίσης να ανεβάσει και ποιότητα υπηρεσιών, συνήθως θα μεταφράσει την ανεβασμένη ποιότητα σε μεγαλύτερες δαπάνες επί του προϋπολογισμού του.

Η ανταποδοτικότητα συνεπάγεται και εθελοντική συναλλαγή

Το κράτος ως γνωστόν συγκεντρώνει έσοδα μέσω των φόρων. Οι φόροι εξ ορισμού δεν είναι εθελοντικοί. Στην πραγματικότητα αποτελούν κλοπή μεγάλης έκτασης (για τον συλλογισμό που καταδεικνύει τη φορολογία ως κλοπή μπορείτε να απευθυνθείτε στο άρθρο μας: «Η φορολογία είναι κλοπή – Η αλήθεια που οφείλουμε να παραδεχτούμε»). Η φορολογία, ούσα εξαναγκαστική, εξ ορισμού δεν μπορεί να είναι ανταποδοτική, διότι το άτομο δεν παραχωρεί εθελοντικά μέρος του εισοδήματός του. Η ανταποδοτικότητα ορίζεται βάσει των υποκειμενικών αξιακών κλιμάκων των ατόμων. Εφόσον αυτές παρακάμπτονται δια της απειλής βίας, ανταποδοτικότητα δεν υπάρχει.

Στην ουσία το άτομο, απειλούμενο δια της κρατικής βίας, αναγκαστικά υποχρεώνεται σε επανακαθορισμό των αξιακών του κλιμάκων, ώστε να συμπεριλάβει και τον φόρο στις δαπάνες του. Το όφελος που είχε υπολογίσει ότι θα αποκτήσει μέσω των εθελοντικών συναλλαγών του μειώνεται εξ ορισμού. Η ανταποδοτικότητα λοιπόν μπορεί να οριστεί μόνο μέσω εθελοντικής και απρόσκοπτης συναλλαγής. Οπότε οι φόροι, a priori, πραξεολογικά δεν μπορούν να είναι ανταποδοτικοί.

Ενστάσεις

Υπάρχει η ένσταση εδώ, ότι κάποιοι εκ των φορολογουμένων μπορεί να θεωρούν ότι λαμβάνουν υπηρεσίας ίσης και μεγαλύτερης αξίας από τα χρήματα που δίνουν. Παρόλα αυτά, για να αποδειχθεί κάτι τέτοιο θα έπρεπε να μας παρασχεθεί και ένα αντιπαράδειγμα εθελοντικών εισφορών για να αντιπαραβάλουμε τις επιλογές ενός πληθυσμού. Έστω και ένας φορολογούμενος να υπάρχει που να θεωρεί ότι οι φόροι του δεν είναι ανταποδοτικοί ώστε να τους παρέχει εθελοντικά στο κράτος, τότε, θα πρέπει να δεχτούμε ότι οι φόροι δεν είναι ανταποδοτικοί.

Δεύτερη ένσταση είναι ότι η ανταποδοτικότητα είναι πραγματική διότι το κράτος παρέχει αγαθά που είναι οικουμενικά και αναγκαία. Δημόσια έργα, άμυνα, υγεία και παιδεία. Αυτό το επιχείρημα όμως είναι ένα non sequitur, δεν μπορεί να αποδειχθεί από τις προκείμενες του. Διότι, το ότι κάποια αγαθά θεωρούνται «αναγκαία», δεν αποδεικνύει ούτε ότι το κράτος θα έπρεπε να τα παρέχει, αλλά ούτε και ότι αυτό καταδεικνύει την όποια ανταποδοτικότητα. Αν τα αγαθά ήταν αναγκαία, ακόμα και από το απόλυτο σύνολο των πολιτών ενός κράτους, δεν υπάρχει κανένας λόγος ώστε να μην παρέχονται από την ελεύθερη αγορά μέσω των εθελοντικών συναλλαγών των ατόμων. Ναι μεν, από τη μία πλευρά τα αγαθά θεωρούνται αναγκαία, αλλά όχι τόσο ώστε να μην αποκτηθούν εθελοντικά από τα άτομα. Το επιχείρημα δηλαδή αποτελεί και μία μεγάλη αντίφαση.

Τέλος, εφόσον η φορολογικές εισφορές αφορούν ποσοστά επί του εισοδήματος, αν δεχτούμε την «χρηματική αξία» ως ορισμό της ανταποδοτικότητας τότε η ανταποδοτικότητα είναι και μαθηματικά αδύνατη. Διότι κάποιος που πληρώνει φόρο χίλια ευρώ έχει πρόσβαση στις ίδιες υπηρεσίες (τόσο σε ποσότητα όσο και ποιότητα) με κάποιον που δεν φορολογείται. Ακόμα και αν κάναμε λογιστικό υπολογισμό της ανταποδοτικότητας, θα σφάλαμε!

Το άτομο μπορεί να σφάλει στην εκ των προτέρων εκτίμηση της ωφέλειας

Μία συμπληρωματική ένσταση είναι επίσης ότι το άτομο μπορεί και να κάνει λάθος στο αν τελικά θα εισπράξει μεγαλύτερο όφελος από το κόστος των επιλογών του. Δηλαδή, το άτομο μπορεί ex post (εκ των υστέρων) να διαπιστώσει ότι έσφαλε στην εκτίμησή του, άρα και ότι μία συναλλαγή να προκύψει ως μη ωφέλιμη εν τέλει.

Παρόλο που αυτό όντως είναι αληθές και τα άτομα σφάλλουν στις εκτιμήσεις τους, το σύστημα της αγοράς είναι ευέλικτο. Την επόμενη φορά θα προσαρμόσουν κατά πάσα πιθανότητα τις επιλογές τους, ώστε να προσεγγίσουν τη μεγιστοποίηση του οφέλους από τις συναλλαγές τους. Με τις κρατικές υπηρεσίες μία τέτοια δυνατότητα δεν υπάρχει. Η ευελιξία της αγοράς απουσιάζει από τους μηχανισμούς του κράτους. Αν ένα άτομο δε θεωρεί ότι οι εισφορές του παρέχουν το όφελος που επιθυμεί, ούτε μπορεί να τις δώσει αλλού, ούτε να ζητήσει αλλαγή των υπηρεσιών.

Θα μπορούσε η…εθελοντική φορολογία να είναι ανταποδοτική;

Ας παραβλέψουμε τον ισχυρισμό ότι η φορολογία μπορεί να είναι εθελοντική (στην πραγματικότητα είναι ένα οξύμωρο σχήμα) και ας δούμε αν θα υφίστατο ανταποδοτικότητα. Αν το κράτος έχει μονοπώλιο στις υπηρεσίες που παρέχει με εθελοντική φορολογία, τότε, λόγω της ανελαστικότητας στη ζήτηση τους, θα μπορέσει και να πετύχει μονοπωλιακή τιμή. Παρόλα αυτά, ο φόρος σε αυτήν την περίπτωση θα ήταν ανταποδοτικός μόνο αν κάτι τέτοιο το εξάγουμε βάσει της δράσης των ατόμων.

Παρόλα, μιας και κάποιοι θα τείνουν να δίνουν εισφορές αλλά κάποιοι όχι, σημαίνει ότι, αν το κράτος δεν κάνει διακρίσεις, κάποιοι θα λαμβάνουν υπηρεσίες που δεν έχουν πληρώσει μέσω φόρων άλλων. Άρα, αν επικαλεστούμε τον κρατιστικό ορισμό της ανταποδοτικότητας (περί «χρηματικής αξίας») τότε, το επιχείρημα θα μετατρεπόταν σε μία αντίφαση. Με άλλα λόγια, μία εθελοντική φορολογία, θα ήταν ενδεχομένως ανταποδοτική βάσει του πραξεολογικού ορισμού της ανταποδοτικότητας, αλλά όχι βάσει του κρατιστικού.

Βέβαια εδώ προκύπτει το ερώτημα του αν ένα κράτος θα μπορούσε να διατηρήσει και μονοπώλιο παροχής των υπηρεσιών αυτών και να έχει ταυτόχρονα και εθελοντική φορολογία. Θα δώσουμε την άποψή μας σε άλλα άρθρα.

Γιατί οι πολιτικοί επιμένουν στην ανταποδοτικότητα των φόρων;

Εφόσον καταδείξαμε ότι η ανταποδοτικότητα δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της φορολογίας, εύλογα θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί γιατί επιμένουν τόσο έντονα σε αυτό το ζήτημα. Οι απαντήσεις μπορούν αν περιλαμβάνουν δύο (κατά τη γνώμη μου) εκδοχές.

Αρχικά, η επιμονή μπορεί να είναι και απόρροια οικονομικού αναλφαβητισμού. Όλη μας η ανάλυση δεν ξεφεύγει από τα απολύτως βασικά οικονομικά και τα θεμελιώδη αξιώματά τους. Δε χρειάζεται κάποιος να είναι υποστηρικτής της Αυστριακής Σχολής ώστε να γνωρίζει ότι η ωφέλεια, η αξία και η ανταποδοτικότητα είναι καθαρά υποκειμενικές εκτιμήσεις του ατόμου. Επίσης δε χρειάζεται κάποιος να γνωρίζει εξειδικευμένα μικρο-οικονομικά ώστε να μπορεί να επιχειρηματολογήσει υπέρ του προβλήματος επίγνωσης του κεντρικού κρατικού σχεδιασμού όσον αφορά τις προσωπικές προτιμήσεις των ατόμων. Οι υποστηρικτές τις ανταποδοτικότητας μπορεί να είναι οικονομικά ανενημέρωτοι.

Κατά δεύτερον και πιθανότερο είναι ότι βασίζονται ακριβώς στον οικονομικό αναλφαβητισμό του κοινού ώστε να λαϊκίσουν πάνω στις ελπίδες του για ένα «οικονομικότερο και ανταποδοτικότερο κράτος». Με άλλα λόγια, η επιμονή στην ανταποδοτικότητα φόρων είναι δείγμα πολιτικού τυχοδιωκτισμού. Αν ένας κρατιστής πολιτικός ήθελε να είναι ειλικρινής, τουλάχιστον θα υποστήριζε την φορολογία ως «αναγκαίο κακό» και ως μη ανταποδοτική αλλά τουλάχιστον «χρήσιμη» έως ένα βαθμό. Δυστυχώς, αυτή η εκδοχή κατά τη γνώμη μου είναι και η πιο πιθανή. Αυτό διότι την παρατηρώ και σε κόμματα του «φιλελεύθερου» χώρου, όπου υποτίθεται ότι συμμετέχουν και άτομα που γνωρίζουν βασικά οικονομικά.

Συνοψίζοντας

Η ανταποδοτικότητα φόρων είναι ένας διαδεδομένος μύθος. Η χρήση της λέξης αυτή για να περιγράψει την κλοπή μέρος των εισοδημάτων των ατόμων είναι μία παραδοξότητα εξ ορισμού. Δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε την ανταποδοτικότητα ούτε πραξεολογικά ούτε μαθηματικά. Ο ισχυρισμός αυτός αναγκαστικά οφείλει να λάβει τη θέση που του αξίζει δίπλα σε άλλες εκφράσεις όπως «τετράγωνος κύκλος» και «φιλελεύθερος μαρξιστής». Είναι προϊόν λαϊκιστικής προπαγάνδας και οικονομικού αναλφαβητισμού.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα