Βασικά Οικονομικά: Ο νόμος του Gresham

0
591
Gresham
Ο Σερ Thomas Gresham ήταν Άγγλος έμπορος και επενδυτής που δρούσε έναντι του βασιλιά Εδουάρδου του Δ' και των αδερφών του, της βασίλισσας Μαίρης της Α' και της Ελισάβετ της Α'. Γεννήθηκε το 1519 στο Λονδίνο και πέθανε το 1579 από αποπληξία. Το 1565 είχε ιδρύσει το Βασιλικό Χρηματιστήριο (London Royal Exchange) στο Λονδίνο.

Ο νόμος του Gresham ορίζει πως, όταν ένα νόμισμα υπερτιμάται έναντι κάποιου άλλου, τότε το υπερτιμημένο νόμισμα θα «εκτοπίσει» το άλλο (πλέον) υποτιμημένο νόμισμα. Ή, πιο απλά: «το κακό χρήμα θα εκτοπίσει το καλό»

Του Μιχάλη Γκουντή

Thomas Gresham

Ο Σερ Thomas Gresham ήταν Άγγλος έμπορος και επενδυτής που δρούσε έναντι του βασιλιά Εδουάρδου του Δ’ και των αδερφών του, της βασίλισσας Μαίρης της Α’ και της Ελισάβετ της Α’. Γεννήθηκε το 1519 στο Λονδίνο και πέθανε το 1579 από αποπληξία. Το 1565 είχε ιδρύσει το Βασιλικό Χρηματιστήριο (London Royal Exchange) στο Λονδίνο.

Ορισμός

Ο νόμος του Gresham ορίζει πως, όταν ένα νόμισμα υπερτιμάται έναντι κάποιου άλλου, τότε το υπερτιμημένο νόμισμα θα «εκτοπίσει» το άλλο (πλέον) υποτιμημένο νόμισμα. Ή, πιο απλά: «το κακό χρήμα θα εκτοπίσει το καλό».

Ο νόμος του Gresham είναι μια νομισματική αρχή που δηλώνει ότι «το κακό χρήμα θα εκτοπίσει το καλό». Σε μια νομισματική αποτίμηση, ο νόμος του Gresham βασίστηκε αρχικά στην παρατήρηση ότι, αν ένα νέο νόμισμα («κακό χρήμα») έχει την ίδια ονομαστική αξία με ένα παλαιότερο νόμισμα, που περιέχει μεγαλύτερη ποσότητα πολύτιμων μετάλλων («καλό χρήμα»), τότε το νέο το κέρμα θα χρησιμοποιηθεί στην κυκλοφορία ενώ το παλιό νόμισμα θα συσσωρευτεί και θα εξαφανιστεί από την κυκλοφορία.

Ανάλυση

Ο νόμος του Gresham αρχίζει να ισχύει όταν, δια νόμου, επιβάλλεται διαφορετική ισοτιμία μεταξύ νομισμάτων από αυτή που έχει οριστεί στην ελεύθερη αγορά.

Για παράδειγμα, ας πούμε ότι ο νόμος ορίζει την αναλογία: 20 ουγγιές αργύρου για μία ουγκιά χρυσού. Αλλά η τιμή αγοράς του χρυσού είναι μόνο 15 ουγγιές αργύρου. Κάθε σύμβαση ή χρέος σε ασήμι μπορεί τώρα να πληρωθεί σε χρυσό. Έτσι, αντί να δαπανήσει 20 ουγγιές ασήμι, ο οφειλέτης θα αγοράσει μια ουγγιά χρυσού για 15 ουγγιές αργύρου. Ως αποτέλεσμα, κανείς δεν θα είναι πρόθυμος να υπογράψει συμβόλαια που ορίζονται σε ασήμι. Το ασήμι έχει υπερτιμηθεί σε σχέση με το χρυσό και επομένως, αφού αυτή δεν είναι η πραγματική του αξία έναντι του χρυσού, ο χρυσός θα εξαφανιστεί από την οικονομία διότι πλέον οι άνθρωποι θέλουν να προστατέψουν την αξία του έναντι του υπερτιμημένου ασημιού.

Τα υποτιμημένα χρήματα θα εξαφανιστούν από την αγορά, μειώνοντας τις τιμές που αναφέρονται σε αυτά. Όσοι εξακολουθούν να τα χρησιμοποιούν πιθανότατα θα βρεθούν σε δύσκολη θέση, επειδή έκαναν χρέη και επενδύσεις με βάση το παλιό επίπεδο τιμών και ανέμεναν ότι τα εισοδήματά τους θα είναι αντίστοιχα υψηλότερα. Τα «καλά χρήματα» θα αποθηκευτούν από τους χρήστες τους ή θα πωληθούν σε άλλες χώρες, όπου δεν ισχύουν οι τοπικοί νόμοι. Αυτή η αλλαγή νομισμάτων απαιτεί χρόνο, ενώ η προσφορά χρήματος συρρικνώνεται. Αυτό δημιουργεί ένα προσωρινό φαινόμενο αποπληθωρισμού μιας και λιγότερα χρήματα του ενός είδους «κυνηγούν» περισσότερα αγαθά που αποτιμώνται σε αυτό το είδος χρήματος.

Ο νόμος του Gresham είναι μια ειδική περίπτωση των συνηθισμένων αποτελεσμάτων των ελέγχων των τιμών από την κυβέρνηση: στην περίπτωση αυτή, ο τεχνητός τερματισμός της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων νομισμάτων δημιουργεί έλλειψη των τεχνητά υποτιμημένων χρημάτων και πλεόνασμα των υπερτιμημένων χρημάτων.

Περισσότερα παραδείγματα του νόμου του Gresham

Ας δούμε μερικά παραδείγματα ισχύος του νόμου του Gresham.

Επαργύρωση χρυσού και νοθεία

Ένα κλασικό παράδειγμα ισχύος του νόμου του Gresham αφορά και την νοθεία των χρυσών νομισμάτων από τα κρατικά νομισματοκοπεία. Η κοπή και συντήρηση του νομίσματος δεν ήταν πάντα ιδιωτική υπόθεση. Το κράτος σταδιακά άρχισε να μονοπωλεί αυτήν την υπηρεσία. Για του λόγου το αληθές, όταν η κυβέρνηση άρχισε για πρώτη φορά να μονοπωλεί το νόμισμα, τα βασιλικά νομίσματα έφεραν τις εγγυήσεις ιδιωτών τραπεζιτών, τους οποίους το κοινό εμπιστευόταν πολύ περισσότερο, προφανώς, από ότι την κυβέρνηση. Τα ιδιωτικά χρυσά νομίσματα που κυκλοφορούσαν στην Καλιφόρνια κυκλοφορούσαν για παράδειγμα ήδη από το 1848 1

Όταν τα νομίσματα φθείρονταν, έπρεπε να επαργυρωθούν. Αυτό, διότι, με τον καιρό, μειωνόταν το βάρος τους άρα και η περιεκτικότητά τους σε χρυσό. Έπρεπε λοιπόν, αν ο χρήστης επιθυμούσε να διατηρήσει την αγοραστική τους ισχύ, να τα παραδώσει σε κάποιον νομισματοκόπο, ώστε να τα αποκαταστήσει. Υπήρχαν βέβαια και περιπτώσεις, όπου ημι-διατηρημένα νομίσματα κυκλοφορούσαν στην αγορά, αλλά είχαν απαραίτητα μικρότερο βάρος άρα και μικρότερη αξία. Σε κάθε συναλλαγή τα νομίσματα ζυγίζονταν για να διαπιστωθεί το περιεχόμενό τους σε πολύτιμο μέταλλο (χρυσό).

Αν ένας νομισματοκόπος νόθευσε τα νομίσματα, ήτοι, μετά την τήξη τους, αφαιρούσε μέρος του χρυσού και το αντικαθιστούσε με άλλο μέταλλο (συνήθως χαλκό και ασήμι), αυτό διαπιστωνόταν κατά το ζύγισμα των νομισμάτων. Επειδή τα διάφορα νομίσματα έφεραν τη διακριτική σφραγίδα κάθε επαγγελματία νομισματοκόπου, ο εντοπισμός του και η σύλληψή του για νοθεία ήταν σχετικά εύκολη υπόθεση: ήταν εξάλλου και εγκληματίας.

Τα πράγματα άλλαξαν, όταν αποκλειστικότητα στη νομισματοκοπεία ανέλαβε το κράτος. Η συστηματική νοθεία του χρήματος είχε γίνει πλέον κανόνας (χωρίς να μπορεί κάποιος να κατηγορήσει το κράτος ως εγκληματία). Οι πολίτες, έχοντας μετά από κάποιο διάστημα αντιληφθεί ότι «κάτι δεν πάει καλά» με το βάρος των νομισμάτων (δεν σταματούσαν να τα ζυγίζουν). Έτσι, αντί να τα στέλνουν στα νομισματοκοπεία του κράτους, για να προστατέψουν το περιεχόμενο των νομισμάτων σε χρυσό, τα έβγαζαν από τη χώρα, είτε τα έκρυβαν στα σπίτια τους και τα έθαβαν. Σταδιακά λοιπόν, ο χρυσός (ή άλλα νομίσματα που νοθεύονταν) άρχιζαν να εξαφανίζονται από την κυκλοφορία λόγω της επιθυμίας των πολιτών να μην κατέχουν «πλαστά», νοθευμένα νομίσματα. Όσα λοιπόν νοθευμένα νομίσματα υπήρχαν σε κυκλοφορία, εκτόπιζαν, τρόπον τινά, τα «καλά».

Πολιτικό (fiat) χρήμα 

Το σημερινό νομισματικό σύστημα βασισμένο κυρίως σε ελεύθερα κυμαινόμενες ισοτιμίες νομισμάτων τα οποία δεν έχουν αντίκρυσμα σε κάποιο αγαθό (φερ’ ειπείν χρυσό) είναι κλασικό παράδειγμα του νόμου του Gresham ειδικά όσον αφορά τη μετάβαση από τον κανόνα του χρυσού στο φίατ, ακάλυπτο χρήμα. Όταν, ενώ βρισκόμασταν ακόμα στον κανόνα του χρυσού, το κράτος αποφάσιζε να υποτιμήσει το νόμισμά του σε σχέση με το χρυσό, η αγορά (όταν διαπίστωνε ότι υπήρχε πληθωρισμός) έσπευδε να αποσύρει το «καλό» νόμισμα (τον χρυσό δηλαδή) από τα θησαυροφυλάκια των τραπεζών.

Για να αποφύγει το άδειασμα των θησαυροφυλακίων από χρυσό και την έξοδο του μετάλλου από τη χώρα το κράτος πραγματοποίησε δύο ενέργειες: εμπόδιζε τους καταθέτες να εξαργυρώνουν τα χαρτονομίσματά και (αργότερα) διέταξε όλες τις ιδιωτικές τράπεζες να εναποθέσουν τον χρυσό τους στην κεντρική τράπεζα (για τις ΗΠΑ και όχι μόνο, αυτό ήταν το Εθνικό Θησαυροφυλάκειο).  Ο νόμος του Gresham ίσχυσε κανονικά, απλά το κράτος εμπόδισε την έξοδο του «καλού» χρήματος από τη χώρα επιβάλλοντας περαιτέρω περιορισμούς πέραν της νοθείας που είχε επιβάλει εξ αρχής.

Με αυτές τις ενέργειες οδηγηθήκαμε σταδιακά στο Bretton Woods και αργότερα, το 1971, σε έξοδο από τον κανόνα του χρυσού. Στο παρόν σύστημα, ο νόμος του Gresham παρατηρείται όταν μία κυβέρνηση αποφασίσει να «κλειδώσει» την ισοτιμία του νομίσματός με κάποιο άλλο σε υψηλότερο επίπεδο απ’ ότι της αγοράς. Παρατηρείται λοιπόν εντός της χώρας μία συστηματική έλλειψη του άλλου νομίσματος με το οποίο έχει «δεθεί» το υπερτιμημένο νόμισμα της χώρας που πραγματοποίησε κλείδωμα της ισοτιμίας. Έτσι, το μόνο χρήμα που παραμένει σε κυκλοφορία είναι το υπερτιμημένο.

Μερικές παρανοήσεις

Οι πολέμιοι της ελεύθερης αγοράς νομίσματος (δηλαδή της ιδιωτικής κοπής χρήματος ή της χρήσης χρυσού) θεωρούν ότι ο νόμος μπορεί να ισχύει και σε μία ελεύθερη αγορά. Δηλαδή, ότι μία τράπεζα, υπερτιμώντας το νόμισμά της έναντι άλλων, μπορεί να εκτοπίσει τα πιο «καλά» νομίσματα εκτός αγοράς. Αυτό, όπως θα δούμε είναι καθαρή παρερμηνεία του νόμου του Gresham.

Ο νόμος ισχύει (όπως είπαμε) αν και μόνο αν, η χρήση των υπερτιμημένων νομισμάτων επιβάλλεται άνωθεν μέσω της νομοθεσίας (γίνεται δηλαδή legal tender)2. Ούσα λοιπόν η άρνηση αποδοχής του «κακού» χρήματος παράνομη, ο πολίτης, θέλοντας να προστατέψει την αξία του καλύτερου χρήματος, θα σταματήσει να το χρησιμοποιεί και θα στραφεί προς το κακό χρήμα.

Αν δεν υπάρχει νομοθεσία που να υπαγορεύει κάτι τέτοιο όμως, χωρίς περιορισμούς, ο πολίτης δε χρειάζεται καν να χρησιμοποιήσει το «κακό» χρήμα. Δεν είναι αναγκασμένος. Θα χρησιμοποιήσει το χρήμα εκείνο με το οποίο μπορεί να αγοράσει περισσότερα αγαθά ή που δεν έχει υπαχθεί σε νοθεία. Η επιλογή ανάμεσα στα διάφορα νομίσματα είναι ελεύθερη, επομένως δε χρειάζεται να καταφύγει σε ενέργειες απόκρυψης ή αποταμίευσης του «καλού» χρήματος. Απλά αρνείται να χρησιμοποιήσει το υπερτιμημένο χρήμα εξ αρχής. Το «κακό» χρήμα θα γυρίσει τα χέρια της τράπεζας που το εκδίδει και ως εκ τούτου θα εξαφανιστεί από την κυκλοφορία.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1.  Για ιστορικά παραδείγματα ιδιωτικών νομισμάτων, βλ. B.W. Barnard, «The use of Private Tokens for Money in the United States», Quarterly Journal of Economics (1916-17): 617-26, Lysander Spooner, «A Letter to Grover Cleveland» (Boston: B.R. Tucker, 1886), σελ. 79. Σχετικά με τη νομισματοκοπεία, βλέπε επίσης Ludwig von Mises, «Theory of Money and Credit» (1912, 1936), σελ. 65-67.
  2. Σχετικά με την παρεξήγηση που υπάρχει με το νόμο του Gresham βλ. F. A. Hayek «Denationalisation of Money: The Argument Refined» Πρώτη έκδοση Οκτώβριος 1976, Δεύτερη έκδοση, αναθεωρημένη και εμπλουτισμένη, Φεβρουάριος 1978 Τρίτη έκδοση, με νέα εισαγωγή, Οκτώβριος 1990 σελ. 41-43