Βασικά Οικονομικά: Ο βασικός μισθός

0
3720
ο βασικός μισθός είναι ένα οικονομικό έγκλημα με θύματα κυρίως νέους, μειονότητες, άτομα με αναπηρίες και γυναίκες
ο βασικός μισθός είναι ένα οικονομικό έγκλημα με θύματα κυρίως νέους, μειονότητες, άτομα με αναπηρίες και γυναίκες

Ο βασικός μισθός αρχικά τοποθετεί τους χαμηλότερους σε παραγωγικότητα εργάτες σε μειονεκτική θέση καθώς δεν μπορούν πλέον να ανταγωνιστούν εκείνους που έχουν περισσότερες ικανότητες και εμπειρία και ωφελεί μόνο τους πιο ικανούς, εκείνους που μπορούν να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις για μεγαλύτερη παραγωγικότητα

 

Του Μιχάλη Γκουντή

Οι αντίπαλες απόψεις

Πρόσφατα, η αύξηση του ορίου στον κατώτατο μισθό αποτέλεσε έναυσμα για πολλά οικονομικά και πολιτικά ντιμπέητ στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Δύο πλευρές υπάρχουν σε αυτό το ζήτημα. Μία πλευρά προφανώς υποστηρίζει την ύπαρξη και αύξηση του κατώτατου μισθού με επιχειρήματα που ποικίλουν και αφορούν οικονομικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Για παράδειγμα θεωρούν ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι το αποτελεσματικότερο μέτρο στο να επιτευχθεί ο λεγόμενος «μισθός επιβίωσης» (Living wage) με στόχο την αύξηση των εισοδημάτων των κατώτερων οικονομικών στρωμάτων.

Επίσης, στο κυρίαρχο πνεύμα των κεϋνσιανών και νεο-κεϋνσιανών οικονομικών απόψεων που βρίσκονται σε εφαρμογή σχεδόν αδιαλείπτως από το Αμερικανικό New Deal της δεκαετίας του ’30 και έπειτα, η αύξηση του κατώτατου μισθού θεωρείται ότι θα οδηγήσει σε αύξηση της κατανάλωσης. Αυτή με τη σειρά της θα οδηγήσει σε κίνηση κεφαλαίου, με αποτέλεσμα να φτάσουμε σε απόλυτη ισορροπία προσφοράς και ζήτησης εργασίας και στην πλήρη απασχόληση.

Η δεύτερη πλευρά υποστηρίζει την κατάργηση του βασικού μισθού αμέσως. Δηλαδή καμία μείωση σε πρώτο στάδιο, απευθείας απόσυρση δηλαδή των σχετικών ρυθμίσεων. Σε αυτό το άρθρο θα αναλύσουμε αυτή την πλευρά πρώτα αναλύοντας το πως διαμορφώνεται ο μισθός, δηλαδή την οικονομική πλευρά του ζητήματος και έπειτα αντιπαρατάσσοντας επιχειρήματα απέναντι στην εναλλακτική άποψη.

Ποιος ορίζει το μισθό του εργαζομένου;

Η σημαντικότερη ερώτηση που θα έθετε κανείς σχετική με το ζήτημα είναι η εξής: «Ποιος ορίζει τις αποδοχές των εργαζομένων στην ελεύθερη αγορά»; Η απλοϊκή απάντηση που θα περιμέναμε θα κινούνταν σε γενικές γραμμές γύρω από τον ισχυρισμό ότι οι μισθοί ορίζονται από την εργοδοσία. Η αλήθεια απέχει αρκετά όμως από τον ισχυρισμό αυτό και η παρουσίασή της δεν επαφίεται τόσο στην «κοινή λογική», όπως για παράδειγμα ισχύει για πιο τετριμμένα θέματα.

Ο μισθός είναι αποτέλεσμα δύο παραγόντων οι οποίοι λειτουργούν σε διαφορετικό πλαίσιο ως προς τον ορισμό του.

Ο πρώτος παράγοντας είναι η αξία του παραγόμενου προϊόντος του εργαζομένου (marginal revenue product), με μία λέξη, η παραγωγικότητα. Ας δούμε ένα απλό παράδειγμα (χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη φορολογία και άλλες παραμέτρους που επηρεάζουν τη διαμόρφωση τιμών).

Η εταιρεία MacDonald’s προσλαμβάνει έναν εργαζόμενο για να ψήνει μπιφτέκια στους πάγκους του μαγαζιού. Η εταιρεία, πριν την πρόσληψη του εργαζομένου παρήγαγε (ας πούμε) 100 μπιφτέκια την ώρα από την πώληση των οποίων εισέπραττε 2 ευρώ για το καθένα άρα σύνολο 100×2=200 ευρώ την ώρα. Μετά την πρόσληψη του εργαζομένου η εταιρεία διαπιστώνει ότι πουλάει πλέον 110 μπιφτέκια την ώρα τα οποία τα διαθέτει πάλι για 2 ευρώ, άρα έχει αυξήσει την παραγωγή της κατά 10 μπιφτέκια. Από την πώληση τους εισπράττει 10×2=20 ευρώ παραπάνω σε σχέση με την περίοδο, που ο εν λόγω εργαζόμενος δε δούλευε στο μαγαζί.

Τα έξτρα 10 μπιφτέκια αποτελούν την παραγωγικότητα του εργαζομένου και τα 20 ευρώ την αξία της παραγωγικότητάς του. Ο μισθός του λοιπόν ανά ώρα θα «έπρεπε» ιδανικά να είναι 20 ευρώ.

Ας πούμε όμως ότι η κακιά και μοχθηρή εταιρεία θέλει να εκμεταλλευτεί τους εργάτες της και να κερδοσκοπήσει εις βάρος τους. Άρα επιλέγει αντί για 20 ευρώ/ώρα να πληρώνει τον εργαζόμενο 5 ευρώ/ώρα. Η αξία της παραγωγικότητας του εργαζομένου είναι λοιπόν παραπάνω από το ποσό με το οποίο πληρώνεται. Πώς λοιπόν θα ανέβει ο μισθός του;

H αγορά ανεβάζει τις αποδοχές των εργαζομένων

Τα χρήματα τα οποία λαμβάνει ο συγκεκριμένος εργαζόμενος δεν τον καλύπτουν. Η παραγωγικότητά του δεν φαίνεται να χαίρει εκτίμησης από τον εργοδότη του και ψάχνει για ευκαιρίες σε άλλες εργασίες. Εργασία όμως αναζητούν και άλλοι εργοδότες. Ένας εργαζόμενος με παραγωγικότητα τέτοια, που θα αυξήσει τα έσοδα μίας επιχείρησης, είναι δέλεαρ. Βλέποντας την αναντιστοιχία παραγωγικότητας και μισθού, ένας εργοδότης προσεγγίζει τον υπάλληλό μας και του προσφέρει, (ας πούμε) αντί για 5 ευρώ, έξι ευρώ/ώρα. Ο υπάλληλός μας δέχεται οπότε έχει αυξήσει το μισθό του για την παραγωγικότητά του κατά 1 ευρώ, κάτι που τον φέρνει πιο κοντά στα 20 ευρώ που ήταν η αξία της παραγωγικότητάς του στην άλλη επιχείρηση.

Σε αυτό το σημείο, αυτό που ανεβάζει το μισθό του εργαζομένου, είναι η παραγωγικότητά του σε συνδυασμό με τη ζήτηση, που αυτή προκαλεί για την εργασία του. Με άλλα λόγια ο υπάλληλός μας είναι καλός και εργοδότες τον αναζητούν για να αυξήσουν τα κέρδη τους δελεάζοντας τον με καλύτερη πληρωμή. Έχουμε λοιπόν συνδυάσει την παραγωγικότητα με την προσφορά και ζήτηση εργασίας με τον μισθό και την αύξησή του. Ένας άλλος εργοδότης λοιπόν βλέπει αυτή τη διαφορά μισθού/αξίας παραγωγικότητας και προσφέρει παραπάνω χρήματα κ.ο.κ.

Βλέπουμε, ότι εφόσον υπάρχει ανταγωνισμός και εφόσον η παραγωγικότητα του εργαζομένου μένει ίδια ή αυξάνεται, ο μισθός του τείνει να προσεγγίζει την αξία της παραγωγικότητας του, τα 20 ευρώ. Τώρα, τα 20 ευρώ είναι η τιμή ισορροπίας της αγοράς, το απόλυτο equilibrium που φαντάζονται οι κεϋνσιανοί. Το equilibrium είναι καθαρά θεωρητικό κατασκεύασμα, δεν επιτυγχάνεται ποτέ παρά μόνο προσεγγίζεται ατελώς.

Η επίδραση του βασικού μισθού

Ας υποθέσουμε τώρα, ότι η κυβέρνηση περνάει νομοσχέδιο που ορίζει ότι ο βασικός μισθός θα είναι τα 25 ευρώ ανά ώρα. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Ότι η ελάχιστη αξία της παραγωγικότητας του εργαζομένου δεν μπορεί να τιμολογηθεί κάτω από 25 ευρώ. Όμως, πιο πάνω, είδαμε ότι η παραγωγικότητα του εργαζομένου μας άξιζε «μόνο» 20 ευρώ. Στην ουσία, ο βασικός μισθός, δημιούργησε ένα χαντάκι, το οποίο ο εργαζόμενος μας θα πρέπει να υπερβεί, για να αποκτήσει τα χρήματα αυτά. Σε καμία περίπτωση ο βασικός μισθός δεν αύξησε τις αποδοχές του εργαζόμενου μας.

Ωφελημένοι από αυτή τη συγκυρία βγαίνουν οι εργαζόμενοι που για διάφορους λόγους είχαν παραγωγικότητα από 25 ευρώ και άνω και λάμβαναν λιγότερα χρήματα από την αξία της. Αυτοί οι εργαζόμενοι όμως υπερτερούν του δικού μας σε ικανότητες προφανώς. Ο εργοδότης μπορεί να πληρώσει τους άλλους υπαλλήλους του παραπάνω διότι μπορεί ακόμα να βγάλει (έστω και μειωμένο) κέρδος. Ο δικός μας εργαζόμενος, αν δεν καταφέρει να υπερβεί το «χαντάκι», τότε σίγουρα θα χάσει τη δουλειά του καθώς, η διατήρησή του στο πόστο του «βάζει μέσα» τον εργοδότη του. Το όλο φορτίο για την αύξηση του μισθού δεν το επωμίζεται η εταιρεία ή η επιχείρηση, αλλά πλέον αποτελεί άγχος του εργαζομένου.

Ο βασικός μισθός πλήττει νέους και μειονότητες

Ο βασικός μισθός επομένως αρχικά τοποθετεί τους χαμηλότερους σε παραγωγικότητα εργάτες σε μειονεκτική θέση, καθώς δεν μπορούν πλέον να ανταγωνιστούν εκείνους που έχουν περισσότερες ικανότητες και εμπειρία. Ωφελεί μόνο τους πιο ικανούς, εκείνους που μπορούν να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις για μεγαλύτερη παραγωγικότητα. Άτομα με ειδικές ανάγκες και άλλες μειονότητες βρίσκονται σε ακόμα χειρότερη θέση καθώς η παραγωγικότητά τους, για διάφορους λόγους, είναι χαμηλή.

Σε κοινωνικό επίπεδο, οι μειονότητες θα αρχίσουν να αποκλείονται και να βασίζονται σε προνοιακούς μηχανισμούς για τη συντήρησή τους, κάτι που ενδεχομένως θα ενισχύσει τη γκετοποίηση (η εργασία είναι καλό μέσο κοινωνικοποίησης και διαμόρφωσης κοινωνικών σχέσεων, φίλους, συναδέλφους κ.ο.κ). Επίσης, η έλλειψη εργασίας οδηγεί αναπόφευκτα στο δρόμο της εγκληματικότητας για την αυτοσυντήρηση. Στις Ηνωμένες πολιτείες οι αφροαμερικανοί νέοι μεταξύ 16-25 χρονών (ανάμεσα σε άλλες μειονότητες), αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό ανέργων νέων . Ο βασικός μισθός σε αυτή την περίπτωση είναι συνεπώς ξεκάθαρα ρατσιστικός.

Βασικός μισθός και παραγωγικότητα

Η παραγωγικότητα των εργαζομένων ανεβαίνει με τρεις τρόπους. Με την εμπειρία, με την εκπαίδευση και τον κεφαλαιουχικό εξοπλισμό.  Ο βασικός μισθός αποκλείει λοιπόν νέους και άπειρους εργαζομένους (ειδικά μειονοτήτων) από την απόκτηση εμπειρίας και την απόκτηση εισοδημάτων για την διάθεση τους στην εκπαίδευση, δηλαδή δύο από τους τρεις τρόπους αύξησης της παραγωγικότητάς τους. Αρκετές αλυσίδες αντικαθιστούν σταδιακά τους υπαλλήλους τους με αυτόματους πωλητές, αφήνοντας χωρίς εργασία πλήθος εργαζομένων, καθώς, προφανώς, οι μηχανές δεν υπόκεινται ούτε σε ασφαλιστικές εισφορές ούτε σε κατώτατους μισθούς . Οι εργαζόμενοι αυτοί, ενδεχομένως να μη είχαν αποκτήσει μέχρι τότε τις ικανότητες με την εμπειρία που θα τους επέτρεπαν να κατευθύνουν την εργασία τους σε άλλους τομείς.

Είναι προφανές, ότι από οικονομική άποψη, ο βασικός μισθός δε λειτουργεί αυξητικά ως προς τους μισθούς και ευνοεί άλλους πιο παραγωγικούς εργάτες έναντι λιγότερο παραγωγικών και μη προνομιούχων.

Αφού δε δουλεύει, γιατί εφαρμόζεται το μέτρο;

Αφού λοιπόν ο βασικός μισθός δε δείχνει να αυξάνει το γενικό «καλό», γιατί προωθείται; Ποιοι έχουν κίνητρο στο να ασκούν πολιτική πίεση, τόσο ισχυρή ώστε να λαμβάνονται τέτοια μέτρα;

Καταρχάς να ξεκαθαρίσουμε ότι το κράτος (ή η πολιτεία στην περίπτωση των ΗΠΑ) καθορίζει τον κατώτατο μισθό. Το κράτος, το οποίο εκπροσωπεί η εκάστοτε κυβέρνηση, έχει κίνητρο, για να διατηρηθεί στην εξουσία, να πραγματοποιεί «χάρες» σε ειδικές ομάδες πίεσης.

Μία λοιπόν ομάδα που ευνοείται από τον βασικό μισθό είναι τα εργατικά συνδικάτα. Συνήθως, τα εργατικά συνδικάτα και οι διάφοροι συνδικαλισμοί, κλείνουν σε μαζικό επίπεδο συμφωνίες για την κατώτατη αμοιβή των μελών τους, η οποία συνήθως εφαρμόζεται και σε νομικό επίπεδο (συλλογικές συμβάσεις). Ο βασικός μισθός και η αύξηση του είναι ένα καλό μέσο στο να αποκλείεται φτηνότερο (λόγω χαμηλής παραγωγικότητας) εργατικό δυναμικό από την αγορά εργασίας. Ο βασικός μισθός δηλαδή επιτρέπει σε μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων να μονοπωλούν λόγω ικανοτήτων την αγορά εργασίας καθώς για παράδειγμα, οι μετανάστες δεν μπορούν να φτάσουν στα επίπεδα ικανότητάς τους για να διεκδικήσουν το βασικό μισθό.

Στην ίδια πλεονεκτική θέση φαίνεται να βρίσκονται εργαζόμενοι άνω των 25, που έχουν προλάβει να αποκτήσουν κάποια εμπειρία, ώστε να αποκλείουν νέους υποψήφιους χωρίς εμπειρία από τον ανταγωνισμό.

Η δεύτερη μεγάλη ομάδα που φαίνεται να επωφελείται, είναι οι μεγάλες επιχειρήσεις. Αυτές διαθέτουν τον κεφαλαιουχικό εξοπλισμό για να αυξήσουν την παραγωγικότητα των εργαζομένων τους εις βάρος των μικρότερων επιχειρήσεων οι οποίες δε διαθέτουν, λόγω μεγέθους, τους ανάλογους παραγωγικούς συντελεστές. Στην ουσία μειώνεται ο ανταγωνισμός και αυξάνεται το κόστος εισόδου σε μικροεπιχειρηματίες (ως προς το κόστος εργασίας) στην αγορά.

Φαίνεται αρκετά παράδοξο, το ότι η αύξηση του βασικού μισθού ευνοεί μεγάλες εταιρείες, μιας και εφαρμόζεται θεωρητικά ώστε να καταπολεμηθεί η «αισχροκέρδεια» τους. Όσο παράξενο και να φαίνεται όμως, λογικά, τεκμηριώνεται εύκολα.

Αντεπιχειρήματα προς τους θιασώτες του βασικού μισθού

Τα επιχειρήματα της αντίπαλης θέσης ποικίλουν οπότε ας δούμε και ας απαντήσουμε σε μερικά.

Ένα επιχείρημα είναι, όπως αναφέραμε παραπάνω, ότι ο βασικός μισθός θα αυξήσει τα εισοδήματα των εργαζομένων. Η αύξηση των εισοδημάτων των εργαζομένων όμως δε γίνεται όπως είδαμε με τεχνητούς ελέγχους τιμών (διότι τι άλλο θα μπορούσε να είναι ο βασικός μισθός, αν όχι ένα πλαφόν τιμής εργασίας;). Το πρόβλημα με αυτή τη θέση είναι ότι θεωρεί, ότι η εργασία δεν υπάγεται στον απαράβατο νόμο προσφοράς και ζήτησης. Αν η τιμή της εργασίας λοιπόν τεθεί πάνω από την τιμή αγοράς, τότε θα έχουμε πλεόνασμα εργασίας (ανεργία). Συνήθως, ο βασικός μισθός τείνει να ορίζει τιμή εργασίας πάνω από την τιμή της αγοράς, διότι αυτό συνάδει και με τις θεωρητικές προθέσεις του νομοθέτη.

Ένα δεύτερο επιχείρημα είναι το ότι ο ανταγωνισμός πολλές φορές δεν επαρκεί ώστε ο μισθός να ταυτιστεί με την αξία της παραγωγικότητας.

Αυτή η θέση είναι προβληματική, διότι προϋποθέτει πρώτον, ότι η ταύτιση είναι επιτεύξιμη (ο εργάτης μας να παράγει προιόν αξίας 20 ευρώ και να αμείβεται 20 ευρώ) και δεύτερον, ότι η διαφορά αυτή στην αξία παραγωγικότητας και μισθού δεν εξυπηρετεί τίποτα παραπάνω από την κερδοσκοπία των εργοδοτών. Θεωρούν ότι τα κέρδη είναι apriori κάτι ηθικά μεμπτό.

Πρώτον, όπως εξηγήσαμε, η απόλυτη ισορροπία είναι ένα κεϋνσιανό όνειρο λόγω της αβεβαιότητας, από την οποία διέπεται ο κόσμος μας (ποτέ δεν είμαστε σίγουροι αν μία αγορά ή επένδυση θα είναι επωφελής σε μήκος χρόνου) και δεύτερον, η διαφορά παραγωγικότητας και μισθού εξυπηρετεί την ανάγκη της αγοράς να κατευθύνει πόρους (όπως το εργατικό δυναμικό) σε πόστα και λειτουργίες που είναι πιο πολύτιμες για τους καταναλωτές. Ο εργαζόμενος μας από τα 5 ευρώ μετακινήθηκε σε εργασία των 6 ευρώ ανά ώρα διότι ο ίδιος και ο εργοδότης του φαίνεται να εκτιμούν περισσότερο το παραγόμενο προϊόν και η αγορά πιο πρόθυμη να το προμηθευτεί σε αυτήν την τιμή.

Η παραγωγικότητα του εργαζομένου ως όπλο για βελτίωση αποδοχών

Επιπλέον, ακόμα και αν δώσουμε όσα δίκια μπορούμε στην παραπάνω θέση και αναγνωρίσουμε ότι ο ανταγωνισμός δεν είναι επαρκής για να ανεβάσει τις αποδοχές του εργαζομένου πιο κοντά στην αξία της παραγωγικότητάς του, δε σημαίνει ότι ο εργαζόμενος δεν έχει κανένα μέσο για να «εκβιάσει» για καλύτερο μισθό.

Ένας εργαζόμενος θα μπορούσε να εκβιάσει με παραίτηση, αν δεν πάρει αύξηση. Ο εργοδότης θα πρέπει να σκεφτεί δύο φορές πριν πραγματοποιήσει απόλυση καθώς το κόστος συναλλαγής (transaction cost) μπορεί να είναι μεγαλύτερο από την αύξηση που του ζητείται. Αυτό αφορά το κόστος του να εκπαιδεύσει κάποιον άλλον από την αρχή (χάνοντας για το χρόνο αυτό το κέρδος από την παραγωγικότητα του εργαζόμενου και ρισκάροντας επίσης το να καταλήξει εν τέλει με λιγότερο παραγωγικό εργάτη).

Δηλαδή, ο εργαζόμενος, ακόμα και σε περιόδους χαμηλού ανταγωνισμού και μεγάλης ανεργίας, δεν έχει χάσει εντελώς τη μάχη για τη διεκδίκηση καλύτερου μισθού.

Επιπροσθέτως, ισχυρίζονται, ότι από την αύξηση του βασικού μισθού κανένας δεν έχασε αμέσως τη δουλειά του. Εδώ φυσικά έχουν δίκιο. Κανένας δεν πρόκειται να χάσει τη δουλειά του το επόμενο λεπτό της εφαρμογής του μέτρου. Ξεχνούν ότι πρέπει πρώτα να περάσει μία περίοδος προσαρμογής μέχρι να πραγματοποιηθούν οι ισολογισμοί των επιχειρήσεων, να υπολογιστούν δηλαδή τα κόστη λειτουργίας, τα κέρδη και φυσικά, να εξετάσει ο εργοδότης αν το περιθώριο κέρδους που (λογικά) θα έχει στενέψει, αξίζει ώστε να διατηρήσει τον εργαζόμενο στο πόστο του ή ακόμα και να διατηρήσει την επιχείρησή του.

Διαπροσωπική ωφελιμότητα (interpersonal utility)

Αυτές οι οριζόντιες παρεμβάσεις στην αγορά αγνοούν εντελώς τη διαπροσωπική ωφελιμότητα (interpersonal utility) , θεωρούν ότι όλοι θα αντιδράσουν το ίδιο ως προς την παρέμβαση. Η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική όμως. Αν ένας εργοδότης θεωρεί ότι η αύξηση του βασικού δε του αφήνει περιθώρια να δουλέψει με το κέρδος εκείνο που ο ίδιος θεωρεί ότι αξίζει να διακινδυνεύσει επιχειρηματικά, μπορεί κάλλιστα να κλείσει ολόκληρη την επιχείρηση του απευθείας. Τέλος, όπως είπαμε, μας ενδιαφέρει εξίσου και η δυνατότητα εισόδου στην αγορά εργασίας.

Ένα φιλοσοφικό επιχείρημα το οποίο μπορούμε να φέρουμε εναντίον του βασικού μισθού είναι το εξής. Γιατί να ανεβάσουμε το βασικό μισθό στα 25 ευρώ για παράδειγμα και όχι στα 1000; Η απάντηση των υπερασπιστών του βασικού μισθού είναι ότι «είναι υπερβολικά υψηλός». Εμμέσως πλην σαφώς δηλαδή οι ίδιοι παραδέχονται ότι όντως υπάρχει «ταβάνι» στις τιμές εργασίας. Aλλά ποτέ δεν μας εξηγούν πώς προκύπτει το εκάστοτε ποσό του βασικού μισθού. Θα έλεγε κανείς ότι διαθέτουν πληροφορίες που η αγορά (καταναλωτές, επιχειρηματίες, επενδυτές κοκ) δεν μπορεί να έχει η ίδια.

Σε αυτό μπορούμε να προσθέσουμε την «ύποπτη» θα έλεγε κανείς διαφοροποίηση βασικών μισθών από πολιτεία σε πολιτεία. Υπάρχει μία τάση στις πολιτείες με δημοκρατικό (democrat) κυβερνήτη να έχουν πραγματοποιηθεί οι πιο γενναιόδωρες αυξήσεις .

Βασικός μισθός και διακρίσεις στα φύλα

Ακόμα μία θέση των υπερασπιστών του βασικού μισθού είναι ότι θα αντιμετωπίσει και τις σεξιστικές διακρίσεις σε θέματα αμοιβών. Ισχυρίζονται ότι, αφού ο εργοδότης θα είναι αναγκασμένος να δίνει τον ίδιο βασικό σε άνδρες και γυναίκες υπαλλήλους του, τότε δε θα μπορεί να διακρίνει ανάμεσα στα φύλα.

Αυτή η τοποθέτηση είναι λανθασμένη σε δύο επίπεδα. Δεν λαμβάνει υπόψη τις όποιες διαφορές στην παραγωγικότητα κάθε εργαζόμενου του ενός φύλου σε σύγκριση με το άλλο. Σε δεύτερο επίπεδο, δε λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις στην αγορά εργασίας (δηλαδή την αναζήτηση εργασίας πριν την πρόσληψη).

Βασικός μισθός και σεξισμός

Ας πάρουμε για παράδειγμα έναν σεξιστή εργοδότη που προτιμά άνδρες έναντι γυναικών για να εργαστούν στην επιχείρησή του επειδή (ας υποθέσουμε) τις θεωρεί κατώτερες ως όντα.

Έστω ότι ο βασικός μισθός ισχύει και ο εργοδότης αυτός είναι αναγκασμένος να πληρώσει το ίδιο είτε προσλάβει άνδρα, είτε γυναίκα  (υποθέτουμε ίση παραγωγικότητα και στα δύο φύλα). Αφού λοιπόν ο εργοδότης μας είναι σεξιστής, θα προσλάβει τον άνδρα χωρίς κανένα επιπλέον κόστος.

Στο ίδιο παράδειγμα, χωρίς τον βασικό μισθό σε εφαρμογή, η γυναίκα, αν ήθελε να δουλέψει για αυτόν τον εργοδότη , θα μπορούσε, για να ανταγωνιστεί τον άντρα υποψήφιο υπάλληλο αλλά και το σεξισμό του εργοδότη, να προσφέρει την εργασία της για λιγότερα χρήματα (αφού δε θα υπήρχε κατώτατο όριο αμοιβής).

Αν λοιπόν ο εργοδότης επέλεγε τον άντρα, το «κόστος ευκαιρίας» (opportunity cost) θα ήταν ένας εργαζόμενος το ίδιο καλός σε χαμηλότερη τιμή (η γυναίκα δηλαδή), άρα στην πραγματικότητα θα πλήρωνε το σεξισμό του από την τσέπη του. Κατά συνέπεια, ο βασικός μισθός θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας σεξιστικός νόμος.

Κλείνοντας…

Εν κατακλείδι λοιπόν, ο βασικός μισθός είναι ένα οικονομικό έγκλημα με θύματα κυρίως νέους, μειονότητες, άτομα με αναπηρίες και γυναίκες (σε περίπτωση σεξισμού). Δε φαίνεται να καταπολεμά τις πραγματικές αιτίες που ρίχνουν τους μισθούς (ελλιπής ανταγωνισμός, μικρή παραγωγικότητα, μεγάλη φορολογία), τουναντίον, φαίνεται να δημιουργεί περισσότερα προβλήματα, έχει αρνητικές κοινωνικές προεκτάσεις, οι οποίες μπορεί να αποτελέσουν αφορμή για περισσότερα «κοινωνικά προγράμματα  διάσωσης«. Οποιοσδήποτε ισχυρίζεται ότι το μέτρο προωθεί το κοινό καλό και ότι βελτιώνει τη θέση των αδυνάτων, καλό θα ήταν να το ξανασκεφτεί. Οι συμβάσεις εργασίας ανάμεσα σε εργοδότη και εργαζόμενο πρέπει να απελευθερωθούν, χθες. Ο κατώτατος μισθός οφείλει να καταργηθεί.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα: