Βασικά Οικονομικά: Θεωρία Μονοπωλίων και Ολιγοπωλίων

0
1019
Μονοπώλια
Η κλασική φιγούρα του κλασικού πλέον επιτραπέζιου παιχνιδιού "Μονόπολη". Πόσο να έχει συμβάλει άραγε στην διαμόρφωση της κοινής γνώμης για τα μονοπώλια;

Πολλοί επικριτές της ελεύθερης, χωρίς κρατικές παρεμβάσεις αγοράς ισχυρίζονται ότι, εάν η αγορά αφεθεί εντελώς ελεύθερη, λόγω των φυσικών της «τάσεων», θα δημιουργηθούν μεγάλα μονοπώλια. Θεωρείται τόσο ισχυρό αυτό το επιχείρημα, ώστε ακόμα και οι «υπέρμαχοι» της ελεύθερης αγοράς της Σχολής του Σικάγο, στηρίζουν τους εκάστοτε αντιμονοπωλιακούς νόμους.

Του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Πολλοί επικριτές της ελεύθερης, χωρίς κρατικές παρεμβάσεις αγοράς ισχυρίζονται ότι, εάν η αγορά αφεθεί εντελώς ελεύθερη, λόγω των φυσικών της «τάσεων», θα δημιουργηθούν μεγάλα μονοπώλια. Θεωρείται τόσο ισχυρό αυτό το επιχείρημα, ώστε ακόμα και οι «υπέρμαχοι» της ελεύθερης αγοράς της Σχολής του Σικάγο, στηρίζουν τους εκάστοτε αντιμονοπωλιακούς νόμους. Ακόμη και ο ίδιος ο von Mises θεωρούσε, παρότι εξαιρετικά απίθανο, ότι ενδεχομένως θα δημιουργούνταν μονοπώλια σε μία ελεύθερη αγορά.

Σε αυτό το άρθρο θα παρουσιάσουμε τη Ροθμπαρντιανή θεωρία μονοπωλίων 1 αντικρούοντας παράλληλα τα επιχειρήματα των πολεμίων της ελεύθερης αγοράς. Όλα αυτά, διατηρώντας τo κατά δύναμιν, ένα εκλαϊκευτικό επίπεδο, ώστε αυτά που γράφονται από εδώ και στο εξής, να γίνονται κατανοητά από όλους. Να δικαιολογηθεί δηλαδή και ο τίτλος του άρθρου: «βασικά οικονομικά».

Τι είναι το μονοπώλιο: Ορισμός

Σύμφωνα με την επικρατούσα οικονομική άποψη, μονοπώλιο έχουμε όταν ένας και μοναδικός πωλητής/προμηθευτής (εξ ου και η λέξη «μονοπώλιο) εμφανίζεται σε έναν συγκεκριμένο τομέα της αγοράς. Μονοπώλιο έχουμε επίσης όταν εμφανίζεται και ένας μόνο αγοραστής. Αυτή η περίπτωση (αν και αρκετά σπάνια) ονομάζεται μονοψώνιο. Ολιγοπώλιο έχουμε όταν, σε συγκεκριμένη βιομηχανία, έχουμε λίγες επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες. Έχουμε τα εξής είδη μονοπωλίων και ολιγοπωλίων:

Το φυσικό μονοπώλιο/ολιγοπώλιο

Φυσικό μονοπώλιο είναι αυτό που δημιουργείται όταν η είσοδος στον συγκεκριμένο τομέα της αγοράς έχει μεγάλο σταθερό (fixed) κόστος. Τέτοιοι τομείς μπορεί να είναι η ηλεκτροδότηση, οι σιδηρόδρομοι κτλ. Σε αυτό το είδος μονοπωλίου γενικά πιστεύεται ότι, επειδή το κόστος εισόδου είναι πολύ μεγάλο, είναι και πιο «οικονομικό» το να παρέχει τη συγκεκριμένη υπηρεσία μόνο μία ή λίγες επιχειρήσεις. Σε αυτό το άρθρο δε θα αναλύσουμε την περίπτωση του φυσικού μονοπωλίου όμως. Θα είναι αντικείμενο για επόμενο άρθρο.

Το κυβερνητικό μονοπώλιο/ολιγοπώλιο

Όταν μία κυβέρνηση δίνει αποκλειστικά δικαιώματα λειτουργίας σε μία επιχείρηση, τότε λέμε ότι έχει δημιουργηθεί ένα κρατικά επιδοτούμενο μονοπώλιο. Τέτοια μονοπώλια εδώ στην Ελλάδα ήταν ο παλιός ΟΤΕ, η ΔΕΗ, ο ΟΣΕ, ο ΟΑΣΑ και ο ΟΑΣΘ. Στην ουσία το κράτος απαγορεύει εντελώς την είσοδο σε ανταγωνιστικές εν δυνάμει επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, δεν μπορεί κάποιος να ανοίξει δική του εταιρία μεταφορών καθώς τα ΚΤΕΛ κατέχουν το νόμιμο μονοπώλιο αυτής της υπηρεσίας. Η κυβέρνηση επίσης, μπορεί να δημιουργήσει και ολιγοπώλιο περιορίζοντας την είσοδο ανταγωνιστών. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την επιβολή κανονιστικών διατάξεων και ρυθμίσεων. Δηλαδή, κάποιος δεν μπορεί να εισέλθει στην αγορά αν δεν πληρεί συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που ζητούνται από το κράτος.

Για παράδειγμα, ολιγοπώλιο έχουμε στους παρόχους τηλεφωνίας και ίντερνετ καθώς όλοι πρέπει να ζητήσουν άδεια λειτουργίας από τον ΟΤΕ ώστε να χρησιμοποιήσουν τις γραμμές του. Κλασικό κρατικά προστατευμένο ολιγοπώλιο είναι και τα τηλεοπτικά κανάλια (θυμηθείτε τα περσινά γεγονότα με τις κρατικές άδειες λειτουργίας τους).

Ενστάσεις στον παραδοσιακό ορισμό του «μονοπωλίου»

Ο ορισμός αυτός είναι ελλιπής όσον αφορά τον όρο «μονοπώλιο» αλλά και «ολιγοπώλιο». Το πρώτο πρόβλημα είναι η οριοθέτηση του «τομέα της αγοράς» ή «βιομηχανίας» που εμφανίζεται το μονοπώλιο. Για παράδειγμα, αν εμφανιζόταν ή προέκυπτε μόνο ένας πωλητής/κατασκευαστής αυτοκινήτων, σύμφωνα με τον ορισμό, θα είχε μονοπώλιο. Η ένσταση επαφίεται στο ότι δεν υπάρχει σαφήνεια στο «ποιος ανταγωνίζεται ποιον». Ο κατασκευαστής αυτοκινήτων δεν ανταγωνίζεται μόνο άλλους κατασκευαστές αυτοκινήτων. Ανταγωνίζεται τα μέσα μαζικής μεταφοράς, τις αερομεταφορές, τον κατασκευαστή μηχανών και άλλους. Μία εταιρία κατασκευής υπολογιστών ανταγωνίζεται όχι μόνο άλλες όμοιες εταιρίες. Μπορεί να ανταγωνίζεται επιχειρήσεις μουσικών οργάνων, αθλητισμού κ.ο.κ.

Με άλλα λόγια, αν ένα μονοπώλιο αρχίσει να κοστολογεί τα προϊόντα του πάνω από την τιμή που είναι οι πελάτες διατεθειμένοι να πληρώσουν, οι τελευταίοι μπορεί να στραφούν σε υποκατάστατα προϊόντα, ακόμα και αν αυτά ανήκουν σε άλλο «είδος» βιομηχανίας. Στην ουσία λοιπόν, αυτός ο ορισμός «πάσχει» από την άποψη ότι δεν είναι «σαφής». Επίσης, ένα μονοπώλιο μπορεί να ανταγωνίζεται και τον…εαυτό του. Αυτό μπορεί να γίνει με την αγορά μεταχειρισμένων. Ένας μονοπωλητής στην κατασκευή αυτοκινήτων που έχει υπερκοστολογήσει, δίνει κίνητρα σε πελάτες του να του στερούν έσοδα πουλώντας τα αυτοκίνητά τους «δεύτερο χέρι» σε άλλους.

Ενστάσεις στον ορισμό του «ολιγοπωλίου»

Ξανά, ο όρος «ολιγοπώλιο» έχει τα ίδια προβλήματα. Δεν ορίζει επ’ ακριβώς το πόσες επιχειρήσεις πρέπει να υφίστανται, ώστε ο εκάστοτε τομέας της αγοράς να μη χαρακτηρίζεται «ολογοπωλιακός». Επίσης, έχουμε τα ίδια προβλήματα που είχαμε και στον ορισμό του μονοπωλίου. Ποιος ανταγωνίζεται ποιον; Ποιο είναι το εύρος ορισμού της «βιομηχανίας» ή «τομέα της αγοράς»;

Νεοκλασικοί οικονομολόγοι και βαθμός «συγκεντρωτικότητας»

Μερικοί νεοκλασικοί οικονομολόγοι έχουν προσπαθήσει να απαντήσουν στο ερώτημα περί «ιδανικού» αριθμού επιχειρήσεων ανά τομέα. O πιο διαδεδομένος μαθηματικός τύπος που απαντάει στο πόσο «συγκεντρωτική» (concentrated) είναι μία αγορά είναι ο τύπος του Herfidahl:

HHI = s1^2 + s2^2 + s3^2 + … + sn^2

HHI= o βαθμός συγκέντρωσης, s = το μερίδιο (share) της αγοράς που κατέχει κάθε επιχείρηση.

Για παράδειγμα, στην περίπτωση μονοπωλίου το μερίδιο της αγοράς θα ήταν:

ΗΗΙ= 100%^2=10.000 βαθμός συγκεντρωτικότητας της αγοράς. 100% διότι ο μονοπωλητής κατέχει ολόκληρο το μερίδιο της αγοράς. Άρα βαθμός συγκεντρωτικότητας 10.000 αφορά πάντα το μονοπώλιο.

Σε μία αγορά με τέσσερις επιχειρήσεις που κατέχουν ίσο μερίδιο της αγοράς (δηλαδή 100/4=25% η καθεμία) έχουμε:

ΗΗΙ= 25^2+25^2+25^2_25^=2500 βαθμό συγκεντρωτικότητας.

Σε μία αγορά με τέσσερις επιχειρήσεις με την μία να κατέχει 70% της αγοράς και τις άλλες τρεις από 10% έχουμε:

ΗΗΙ=70^2+10^2+10^+10^2=5200

Στη δεύτερη περίπτωση, η αγορά είναι πιο συγκεντρωτική, προσεγγίζει δηλαδή τον βαθμό συγκεντρωτικότητας του μονοπωλίου (10.000 δηλαδή). Το πρόβλημα όμως είναι το εξής. Δεν ορίζονται τα όρια της αγοράς. Ποιος ανταγωνίζεται ποιον; Η εταιρία υπολογιστών την εταιρία μουσικών οργάνων; Οι κατασκευαστές αυτοκινήτων τους σιδηρόδρομους; Με ποια κριτήρια παίρνουν τις εταιρίες που θα συμπληρώσουν τον μαθηματικό τύπο; Παρόλο που η προσέγγιση αυτή φαίνεται «επιστημονική» στην ουσία δείχνει ότι και αυτοί…δεν ξέρουν τι κάνουν. Αυθαιρετούν.

Ο «πραγματικός» ορισμός του μονοπωλίου

Είδαμε ότι ο ορισμός του μονοπωλίου είναι στην καλύτερη περίπτωση…θολός. Μάλιστα, θα λέγαμε, δεδομένης της ασάφειάς του, ότι ακόμα και αν όντως εμφανιζόταν ένας μόνο πωλητής/προμηθευτής στην αγορά, δεν θα μπορούσαμε να ταυτοποιήσουμε την αγορά ως «μονοπωλιακή». Στην ουσία, η προσέγγιση και ο τρόπος με τον οποίο ορίζεται το μονοπώλιο (και το ολιγοπώλιο) βρίθει επιστημολογικών σφαλμάτων.

Υπάρχει και ένας άλλος ορισμός του μονοπωλίου. Μονοπώλιο έχουμε όταν η εκάστοτε αρχή, δίδει πρώτον, αποκλειστικά δικαιώματα εργασίας σε έναν προμηθευτή. Στην φεουδαρχική εποχή ο βασιλιάς έδινε εκμεταλλευτικά προνόμια σε έναν βαρόνο ή φεουδάρχη, φερ’ ειπείν της καλλιέργειας ζαχαρότευτλων. Λαμβάνοντας την μονοπωλιακή θέση, ο φεουδάρχης είχε το δικαίωμα είτε να ασκήσει επιθετική βία σε οποιονδήποτε ανταγωνιστή εμφανιζόταν ή ακόμα και να επιβάλει δικούς του δασμούς σε όσους ανταγωνιστές επέτρεπε να εισέλθουν. Δηλαδή, θα λέγαμε ότι μονοπωλητής είναι κάποιος που όχι μόνο έχει αποκλειστικότητα σε μία βιομηχανία, αλλά μπορεί να απωθήσει «νόμιμα» κάποιους από το να εισέλθουν στην συγκεκριμένη αγορά.

Ο μόνος τρόπος για να πραγματοποιηθεί αυτό σε μία κρατιστική οικονομία (στην οποία υπάρχει κράτος) είναι ακριβώς το κράτος να δώσει αυτό το δικαίωμα σε μία επιχείρηση. Επομένως, πραγματικό μονοπώλιο είναι το κρατικό ή κρατικά επιδοτούμενο μονοπώλιο. Κλασικό κρατικό μονοπώλιο είναι και η έκδοση και κυκλοφορία χρήματος.

Πώς δημιουργούνται μονοπώλια και ολιγοπώλια;

Ας δούμε πως δημιουργούνται μονοπώλια (σύμφωνα και με τους δύο ορισμούς που δώσαμε) στην αγορά.

Γραφειοκρατικά

Ένα μονοπώλιο μπορεί να δημιουργηθεί με απευθείας γραφειοκρατικό προστατευτισμό μία επιχείρησης (δημόσιας ή ιδιωτικής) από τον ανταγωνισμό. Αυτό μπορεί να συμβεί με απευθείας απαγόρευση εισόδου σε ανταγωνιστές, με επιβολή κριτηρίων εισόδου. Επίσης, η πολυνομία αλλά και η κακονομία αποτελούν τροχοπέδη. Αυξάνουν τον χρόνο και τα λειτουργικά έξοδα εισόδου αλλά και διατήρησης μία επιχείρησης στην αγορά. Πιο απλά, αν μία (μικρή) επιχείρηση χρειάζεται συνεχώς να πληρώνει δικηγόρους και λογιστές ώστε να παραμείνει σε λειτουργία, λογικό είναι να υποθέσουμε ότι εταιρίες με περισσότερο κεφάλαιο προς διάθεση για αυτόν τον σκοπό θα επικρατήσουν. Συνήθως, τέτοιες εταιρίες είναι όσες προϋπήρχαν πριν την εφαρμογή των νόμων αυτών ή έχουν πελατειακές διασυνδέσεις.

Δηλαδή, όταν η παραμονή μίας επιχείρησης στην αγορά εξαρτάται από το πόσο αποτελεσματικά «χειρίζεται» τη νομοθεσία και όχι από το πόσο αποτελεσματικά εξυπηρετεί τους πελάτες της, τότε μιλάμε για παράκαμψη του αξιολογικού μηχανισμού της αγοράς. Ο ανταγωνισμός έχει αντικατασταθεί από τον κρατισμό.

Φορολογία

Η φορολογία αυξάνει το επενδυτικό κόστος και μειώνει το ποσοστό των κερδών άρα και το κίνητρο για είσοδο στην αγορά. Μία χώρα με υψηλή φορολογία στην ουσία διώχνει ή εμποδίζει την είσοδο στους «οριακούς επιχειρηματίες» (marginal enterpreneurs) καθώς δεν είναι διατεθειμένοι να υποστούν αυτά τα κόστη στις επιχειρηματικές τους κινήσεις. Αντίθετα, επιχειρηματίες που ξεκινούν με μεγαλύτερο διαθέσιμο κεφάλαιο, έχουν καλύτερη μοίρα. Επίσης η αύξηση των φόρων, οδηγεί πολλές επιχειρήσεις εκτός της αγοράς. Άρα όσες μένουν αποκτούν και μεγαλύτερο μερίδιο της.

(μία σημείωση εδώ: ο ΦΠΑ ως φόρος προστιθέμενης αξίας δίνει κίνητρο για συγχωνεύσεις μεγάλης κλίμακας. Επειδή ο ΦΠΑ ως φόρος καταβάλλεται σε κάθε στάδιο παραγωγής, για να αποφευχθεί, μπορούν εταιρίες να συγχωνευθούν οριζοντίως και καθέτως για να τοποθετήσουν τα στάδια αυτά κάτω από ένα φορολογικό μητρώο. Δηλαδή ο ΦΠΑ δίνει κίνητρα για συγχωνεύσεις μεγάλων εταιριών, συνένωση των μεριδίων αγοράς τους. Θα αναλύσουμε παρακάτω τα είδη των συγχωνεύσεων και τα προβλήματά τους).

Φυσικά, μέσω της αγοράς

Υπάρχει και αρκετά απίθανη περίπτωση, οι καταναλωτικές συνήθειες και οι χρηματικές ψήφοι των καταναλωτών να συμβάλλουν στο να εκκαθαριστεί η αγορά τόσο, ώστε να παραμείνει μία μόνο επιχείρηση σε κάποιον βιομηχανικό τομέα. Αυτό όμως δεν είναι απαραίτητα κακό. Διότι συνέβη επειδή (υποθέτοντας εντελώς ελεύθερη αγορά) η συγκεκριμένη επιχείρηση μπόρεσε, παρέχοντας το καλύτερο προϊόν στην χαμηλότερη τιμή, να διώξει τους ανταγωνιστές από την αγορά. Είναι αυτό «κακό» από μόνο του; Μάλλον όχι. Δεν υπάρχει κάποιος καλύτερος πωλητής. Οι καταναλωτές αποφάσισαν έτσι. Βέβαια, η συγκεκριμένη επιχείρηση θα πρέπει συνεχώς να είναι σε επιφυλακή, καθώς όπως είδαμε, δεν ανταγωνίζεται κάποιον συγκεκριμένα. Εφόσον υπάρχουν και υποκατάστατα προϊόντα, πάντα ο ανταγωνισμός είναι υπαρκτός. Το σύστημα απώλειας-κέρδους του καπιταλισμού συνεχώς βρίσκεται σε λειτουργία.

Ένα τέτοιο είδος μονοπωλίου ήταν η περίπτωση του Ροκφέλερ στις αρχές του 20ού αιώνα. Κατάφερε όχι μόνο να κατακτήσει την αγορά αλλά να το κάνει προσφέροντας πετρέλαιο κορυφαίας ποιότητας και τιμής για την εποχή. Βέβαια, ο γιος και διάδοχός του κατασπατάλησε την περιουσία του πατέρα του, σε σημείο που να χρειάζεται η εταιρία του να βασίζεται σε κρατικές επιδοτήσεις.

«Αθέμιτος» ανταγωνισμός

Το τι αποτελεί «αθέμιτο» ανταγωνισμό, είναι τουλάχιστον ασαφές. Αυτό που μπορούμε να πούμε σίγουρα, είναι ότι η χρήση επιθετικής βίας είναι εγκληματική ενέργεια και σε μία ελεύθερη αγορά θα τιμωρούταν αμέσως. Αθέμιτο ανταγωνισμό οι παρεμβατιστές θεωρούν για παράδειγμα το να πληρώσει μία επιχείρηση μερικά μαγαζιά ώστε να τοποθετούν τα προϊόντα της στα μπροστινά ράφια, ή να αγοράζουν αποκλειστικά από αυτή.

Αυτό μετά βίας θα μπορούσε να θεωρηθεί αθέμιτο από τη λιμπερταριανή άποψη. Είναι μία εθελοντική συμφωνία μεταξύ δύο μερών. Η συμφωνία, για να συμβεί, και τα δύο μέλη βρίσκουν κάποιο όφελος από αυτή. Και φυσικά ενέχει το ρίσκο που ενέχει κάθε επιχειρηματική κίνηση. Αν το κοινό δεν επιθυμεί αυτό το προϊόν, θα αναζητήσει εναλλακτικούς προμηθευτές. Αν ζητάει κάποιο άλλο προϊόν το οποίο ο εκάστοτε μαγαζάτορας έχει αποκλείσει λόγω της συμφωνίας, αυτό ζημιώνει τον μαγαζάτορα και μόνο.

Υπάρχουν και άλλες πρακτικές πιο σχεδιασμένες και «ύπουλες» αλλά δεν μας φτάνει ένα άρθρο για να τις αναλύσουμε. Αρκεί να κατανοήσουμε ότι πέραν της χρήσης βίας και απάτης, ο χαρακτηρισμός «αθέμιτος» είναι κενός νοήματος και πολύ σχετικός αναφορικά με τις υπόλοιπες περιπτώσεις.

Συγχωνεύσεις

Ένας άλλος τρόπος ώστε να δημιουργηθούν ολιγοπώλια και μονοπώλια είναι οι συγχωνεύσεις επιχειρήσεων. Αν αναγνωρίσουμε ότι ο ορισμός του μονοπωλίου είναι «θολός», τουλάχιστον ας κάνουμε λόγο για προσπάθεια αύξησης του μεριδίου της αγοράς από τις επιχειρήσεις. Έχουμε δύο είδη συγχωνεύσεων:

Οριζόντιες

Η οριζόντια συγχώνευση στην ουσία αφορά τη συνένωση των περιουσιακών στοιχείων εταιριών σε «οριζόντιο» επίπεδο, δηλαδή ίδιου αντικειμένου. Για παράδειγμα, μία συγχώνευση της Apple και της Microsoft θα αποτελούσε οριζόντια συγχώνευση καθώς και οι δύο εταιρίες έχουν ίδιο αντικείμενο (λογισμικό και τεχνολογία).

Σε μία οριζόντια συγχώνευση, δύο ή περισσότερες εταιρίες ενώνουν, θα λέγαμε, τα περιουσιακά τους στοιχεία κάτω υπό διαφορετικό φορολογικό μητρώο. Κατά τη διαδικασία αυτή και ανάλογα με τη συμφωνία, κάθε εταιρία ενδέχεται να «θυσιάσει» διάφορα επιχειρηματικά σχέδια, καθώς το να υλοποιήσει τα πάντα ενδεχομένως να ανεβάσει τα λειτουργικά κόστη της νέας εταιρίας. Αυτό μπορεί να έχει ως συνέπεια τη δημιουργία κενών στην αγορά προς εκμετάλλευση από άλλους επιχειρηματίες.

Κάθετες

Κάθετη είναι η συγχώνευση που αφορά τη συνένωση των περιουσιακών στοιχείων μία εταιρίας, του προμηθευτή της και γενικά όλης της γραμμής παραγωγής. Έτσι λοιπόν για παράδειγμα η Microsoft θα έχει κάνει κάθετη συγχώνευση όταν συνενωθεί αυτή, η εταιρία που προσλαμβάνει για τις μεταφορές της, ο κατασκευαστής του υλικού της, ο προμηθευτής της κ.ο.κ.

Αυτή η συγχώνευση είναι ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη καθώς η εταιρία, μιας και πλέον της ανήκουν όλα τα παραγωγικά μέσα, πέφτει θύμα του προβλήματος οικονομικού υπολογισμού. Εάν σε κάποιον ανήκουν τα πάντα σε μία γραμμή παραγωγής, τότε στην ουσία έχει καταργήσει την «αγορά» σε αυτά τα μέσα. Δεν μπορεί πλέον να υπολογίσει σωστά το κόστος της. Όσες περισσότερες πτυχές της παραγωγής ελέγχει, τόσο το πρόβλημα οικονομικού υπολογισμού γίνεται εντονότερο. Θα είναι σαν να υπάρχει…σοσιαλισμός. Γι’αυτό, αν παρατηρήσετε, τέτοιες επιχειρησιακές δομές είναι πολύ σπάνιες και περιορισμένες. Για παράδειγμα, τέτοια δομή έχουν αρκετοί έμποροι στις λαϊκές αγορές. Κατέχουν το χωράφι αλλά και το μέρος πώλησης, αλλά μόνο μέχρι εκεί.

Γενικά εδώ κάποιος μπορεί να αναφέρει και το Ρικαρντιανό «συγκριτικό πλεονέκτημα». Δεν μπορεί δηλαδή μία εταιρία να είναι το ίδιο καλή σε όλα τα στάδια παραγωγής. Συμφέρει καλύτερα να τα παραδώσει σε ικανότερους επιχειρηματίες για να επικεντρωθεί σε αυτά που η ίδια είναι καλύτερη.

Μονοπωλιακή τιμή

Το ουσιαστικό πρόβλημα με τα μονοπώλια δεν είναι η ενδεχόμενη ύπαρξή τους αλλά το αν μπορούν εν τέλει να ορίσουν μονοπωλιακή τιμή ή τιμή μονοπωλίου στα προϊόντα τους. Ένα μονοπώλιο που δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο, είναι…ανύπαρκτο, ακίνδυνο αν θέλετε.

Ένα μονοπώλιο μπορεί να ορίσει και μονοπωλιακή τιμή αν και μόνο αν η ζήτηση για το προϊόν του είναι ανελαστική. Ανελαστική είναι η ζήτηση όταν, παρά την αύξηση ή μείωση της τιμής του προϊόντος, οι καταναλωτές αγοράζουν ίδια ποσότητα από αυτό παρόλα αυτά. Τέτοια προϊόντα είναι τα καύσιμα, το νερό και άλλα.

Υπάρχει ένα θεμελιώδες πρόβλημα εδώ, εφόσον υπάρχουν υποκατάστατα η ζήτηση θα είναι ελαστική. Επίσης, τελείως ανελαστική ζήτηση δεν υφίσταται, καθώς ο καταναλωτές μπορούν να προσαρμόσουν τις δαπάνες τους με άλλους τρόπους. Μπορεί να κάνουν μικρότερες αποστάσεις με τα αυτοκίνητα τους (στην περίπτωση της βενζίνης), να χρησιμοποιούν τα ΜΜΜ κ.ο.κ. Σίγουρα, σε κάθε περίπτωση, μονοπωλιακή τιμή μπορεί να επιτευχθεί όταν το μονοπώλιο είναι κρατικό ή κρατικά προστατευμένο. Δείτε ως παράδειγμα τη ΔΕΗ. Αυτό διότι δεν υπάρχει κίνδυνος ανταγωνισμού.

Σοσιαλισμός και μονοπώλια

Η ένσταση των σοσιαλιστών και γενικά των κρατιστών, είναι ότι το κράτος χρειάζεται να επεμβαίνει ώστε να σπάει τα μονοπώλια. Αυτό είναι μία εξαιρετικά προβληματική θέση. Όπως δείξαμε παραπάνω, θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε τη δημιουργία μονοπωλίων στις διάφορες κρατικές παρεμβάσεις στην οικονομία. Το σφάλμα στη συλλογιστική βρίσκεται στο ότι εξάγεται η αιτία δημιουργίας του μονοπωλίου εκ της απομονωμένης μελέτης μία χρονικής στιγμής. Δηλαδή ο κρατιστής βλέπει μόνο ένα «καρέ» (όπως θα έλεγε ο Schumpeter) και όχι όλη την «ταινία». Δεν βλέπει την πορεία που οδήγησε στο μονοπώλιο ή ολιγοπώλιο παρά μόνο τη χρονική στιγμή της δημιουργίας του.

Φυσικά, οι συνεπείς σοσιαλιστές θεωρούν τα μονοπώλια «αποτυχία της αγοράς» αλλά ταυτόχρονα διατηρούν την πεποίθηση ότι τα πάντα πρέπει να ελέγχονται από το κρατικό μονοπώλιο. Αυτό προφανώς είναι ένα διπλό στάνταρ. Κατά κάποιον τρόπο τα μονοπώλια της αγοράς είναι επικίνδυνα αλλά το κρατικό μονοπώλιο είναι καλύτερη επιλογή. Δύο μέτρα και δύο σταθμά λοιπόν από τους σοσιαλιστές.

Συνοψίζοντας

Σε αυτό το άρθρο προσπαθήσαμε να αναλύσουμε τη Ροθμπαρντιανή θεωρία μονοπωλίων/ολιγοπωλίων. Εσκεμμένα αφήσαμε έξω ένα μεγάλο κεφάλαιο που αφορά τους αντι-μονοπωλιακούς νόμους και τα μαθηματικά που τους διέπουν, προσπαθώντας να διατηρήσουμε τo επίπεδο κοντά στα «Βασικά Οικονομικά». Επίσης, αφήσαμε εκτός το φυσικό μονοπώλιο, καθώς αποτελεί δική του κατηγορία από μόνο του.

Επιγραμματικά είδαμε τα εξής: 1) το τι εστί μονοπώλιο και ολιγοπώλιο, είναι ασαφές, 2) οι κρατικές παρεμβάσεις δημιουργούν τις συνθήκες για την ανάδειξη μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και 3) ότι ακόμα και αν εμφανιστεί κάποιο μονοπώλιο (όπως και να το ορίζει κανείς), δε σημαίνει ότι θα μπορέσει και να πετύχει μονοπωλιακή τιμή ή ότι θα είναι αποτελεσματική δραστηριότητα σε οικονομικό επίπεδο. Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι μονοπώλια στην ελεύθερη αγορά είναι πρακτικά απίθανο να δημιουργηθούν για όλους τους παραπάνω λόγους.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1. Murray N. Rothbard, Man, Economy and State (1962), κεφάλαιο 10ο