Βασικά Οικονομικά: Τι είναι το «ντάμπινγκ» (dumping) και γιατί αξίζει να ασχοληθούμε με αυτό;

0
1656
Ντάμπινγκ
Η Κινεζική βιομηχανία έχει πολεμηθεί άγρια από την Ευρωπαϊκή αλλά και την Αμερικάνικη πολιτική σκηνή. Η κατηγορία για "ντάμπινγκ" είναι η κοινότερη που δικαιολογεί τους δασμούς προς την Κίνα.

Το «ντάμπινγκ» είναι αυτό που είναι: μία επιχειρηματική κίνηση σαν όλες τις άλλες. Ενέχει το ρίσκο της όπως όλες. Δεν υφίσταται μακροπρόθεσμα κάποιος λόγος ανησυχίας. Αντιθέτως, ως καταναλωτές, θα έπρεπε να ευλογούμε οποιοδήποτε κράτος ή εταιρεία κατέφευγε σε αυτήν την πρακτική

του Μιχάλη Γκουντή

Ορισμός

Θα έχετε ακούσει πολλές φορές στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ότι εταιρίες ή και ολόκληρες χώρες κάνουν αυτό που αποκαλούμε στα οικονομικά «ντάμπινγκ» (dumping). Τι είναι στην ουσία αυτό; Μία εταιρεία ή χώρα εισάγει τα αγαθά της σε μία άλλη χώρα πουλώντας τα κάτω από γενικό επίπεδο των τιμών που επικρατεί στη χώρα εισαγωγής για αυτά τα προϊόντα. Αν αυτή η πρακτική ακολουθείται από εταιρίες, πολλές φορές αυτές λαμβάνουν και επιδότηση εξαγωγών από το κράτος προέλευσης, ώστε να ενισχύσουν της εξαγωγές. Αυτό μπορεί να συμβεί είτε πριμοδοτώντας την παραγωγή τους, είτε πληρώνοντας τους δασμούς εκ μέρους της εταιρείας αλλά και με άλλους τρόπους.

Ένας άλλος τρόπος, είναι και η πώληση αγαθών «κάτω του κόστους» από μία εταιρεία. Αυτό έχει σαν σκοπό να αναγκάσει άλλες εταιρίες σε έξοδο από την αγορά. Μόλις πραγματοποιηθεί αυτό, η εταιρεία που κάνει ντάμπινγκ, μπορεί, λόγω έλλειψης ανταγωνισμού πλέον, να εκτινάξει στις τιμές της εφόσον τώρα κατέχει μονοπωλιακό ή ολιγοπωλιακό πλεονέκτημα. Κατά τη διάρκεια που η εταιρεία ασκεί ντάμπινγκ, μπορεί να αυξήσει τις τιμές της σε άλλα παραρτήματά της και να καλύπτει έτσι τις ζημίες λόγω της πώλησης κάτω του κόστους.

Ντάμπινγκ και ανταγωνισμός

Το ντάμπινγκ θεωρείται πρακτική αθέμιτου ανταγωνισμού. Η εταιρεία θεωρείται ότι κάπως «κλέβει» και χρησιμοποιεί πρακτικές που δεν είναι δίκαιες για άλλες εταιρείες. Έτσι λοιπόν, απαιτείται η επέμβαση του κράτος και των επιτροπών ανταγωνισμού του. Επιβάλλουν πρόστιμα στην εταιρεία ή απαγορεύουν την λειτουργία της εντελώς. Γενικά, κάθε παρέμβαση της επιτροπής ανταγωνισμού έχει ωφελιμιστικά κίνητρα: με άλλα λόγια, οι πρακτικές αυτές, θεωρούν οι πολέμιοι της ελεύθερης αγοράς, μειώνουν το γενικό όφελος για την κοινωνία. Αλλά, πώς το ξέρουν αυτό;

Αναλύοντας την πρακτική από τη μεριά των καταναλωτών

Ο νους μας πάντα θα πρέπει να είναι στον καταναλωτή. Μία εταιρεία αρχίζει και επιδοτείται από κάποιο κράτος για να πουλάει σε τιμές κάτω από τον ανταγωνισμό ή πουλάει από μόνη της κάτω του κόστους. Θα έπρεπε να τρομάξουμε; Όχι φυσικά! Αποτελεί κλασική περίπτωση «αφεντικού που τρελάθηκε». Ξαφνικά, από το πουθενά έχουμε, ως καταναλωτές φτηνότερα προϊόντα. Επιδοτείται συνεπώς η καταναλωτική μας δραστηριότητα. Τι δεν θα μπορούσε να αρέσει σε κάποιον εδώ. Επιδοτείστε μας και άλλο! Πουλήστε σε μηδενικές τιμές! Αν ένα κράτος επιδοτεί με αυτόν τον τρόπο την κατανάλωση ενός άλλου έθνους, τότε το τελευταίο δε θα έπρεπε να διαμαρτύρεται καθόλου. Θα έπρεπε να τρέξει να προλάβει! Στην ουσία, οι καταναλωτές εκείνη την στιγμή λαμβάνουν ένα δώρο. Που το κακό λοιπόν; Περίοδος εκπτώσεων είναι.

Οι καταναλωτές μπορεί να έχουν οποιοδήποτε κίνητρο για την πραγματοποίηση των αγορών τους σε εγχώρια προϊόντα. Δεν μας αφορά αυτό, κάθε καταναλωτής μπορεί να κινητοποιείται για πολλούς λόγους προς την εγχώρια αγορά, ακόμα και για «εθνικούς».1

Αυτό δε σημαίνει όμως ότι οι υπόλοιποι καταναλωτές θα ζημιωθούν από την επιδότηση της κατανάλωσις τους. Το ζητούμενο είναι η μη βίαιη επιβολή καταναλωτικών προτιμήσεων και επιλογών, κάτι το οποίο πραγματοποιείται με τους διάφορους δασμούς και φόρους ή με την παρέμβαση της επιτροπής ανταγωνισμού.

Αναλύοντας την πρακτική από τη μεριά των επιχειρήσεων

Οι επιτροπές ανταγωνισμού έχουν ακόμα ένα μεγάλο κακό. Θεωρούν ότι οι άλλες επιχειρήσεις είναι ηλίθιες. Τι εννοούμε; Υπάρχουν τρόποι να αντιδράσει μία επιχείρηση, όταν βλέπει την πρακτική του ντάμπινγκ από μία άλλη. Θα μπορούσε να σταματήσει εντελώς τη λειτουργίας της. Να περιμένει να κοπάσει το φαινόμενο. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να διατηρηθεί για πολύ. Η εταιρεία που κάνει ντάμπινγκ δεν έχει άπειρη αντοχή στις ζημίες, η κρατική επιδότηση θα σταματήσει όταν θεωρηθεί ότι η αγορά έχει εκκαθαριστεί και, φυσικά, η εταιρεία που έχει ανεβάσει τις τιμές της σε άλλα παραρτήματά της για να αντισταθμίζει τις απώλειες στον τόπο που εφαρμόζει ντάμπινγκ, θα αρχίσει να χάνει πελατεία από ανταγωνιστές σε εκείνες τις περιοχές. Έτσι λοιπόν, οι λοιπές εταιρίες θα μπορούσαν να κάνουν αυτό: απλά να περιμένουν.

Όταν λοιπόν η ντάμπινγκ εταιρεία μείνει μόνη της και αρχίσει να αυξάνει τις τιμές σε επίπεδα μονοπωλίου, οι λοιπές εταιρίες μπορούν να επανέλθουν σε λειτουργία με το προηγούμενο επίπεδο τιμών. Το σημείο ισορροπίας που είχαμε πριν, θα επανέλθει γρήγορα. Όχι μόνο αυτό, αλλά η εταιρεία που έκανε ντάμπινγκ θα βρεθεί, μακροπρόθεσμα (ανάλογα με το πόσο καιρό διατηρήθηκε σε μονοπωλιακή θέση) ζημιωμένη καθώς μπορεί να μην έχει προλάβει να αποσβέσει τις ζημίες. Το ντάμπινγκ, ακόμα και με κρατικές «πλάτες» είναι εξαιρετικά ριψοκίνδυνη κίνηση.

Είναι δυνατόν να διαπιστώσουμε πότε υφίσταται «ντάμπινγκ»;

Αρκεί μία εταιρεία απλά να ρίξει τις τιμές της κάτω του ανταγωνισμού για να ισχυριστούμε ότι κάνει ντάμπινγκ; Όχι, διότι μπορεί να έχει διαφορετικά (χαμηλότερα) κόστη λειτουργίας από άλλες ή απλά να είναι πιο αποδοτική. Η επέμβαση της επιτροπής ανταγωνισμού, με βάση μόνο αυτό το κριτήριο θα ζημίωνε την αγορά, καθώς θα της στερούσε μία αποτελεσματική επιχείρηση. Οι καταναλωτές θα ζημιώνονταν και το συνολικό κοινωνικό όφελος επίσης.

Το ίδιο ισχύει και με το αν μία εταιρεία πουλάει κάτω του κόστους. Η νεοκλασική προσέγγιση εδώ θα στηριχτεί στα χρηματικά κόστη για να αποφανθεί για κάτι τέτοιο. Παρόλα αυτά, αυτό αποτελεί (ακόμα και κατά τη νεοκλασική σχολή) επιστημολογικό σφάλμα. Τα κόστη είναι υποκειμενικά, καθώς δεν μας ενδιαφέρει το χρήμα καθεαυτό, αλλά οι εναλλακτικές χρήσεις του χρήματος αυτού. Εκτός του ότι δεν είναι εύκολη η πρόσβαση στα τιμολόγια μίας εταιρείας, αλλά και η αποτύπωση του κόστους γενικότερα (διότι συνεχώς μεταβάλλεται), δεν μπορεί να γνωρίζει τι εναλλακτικές χρήσεις θα είχε το χρήμα από την εταιρεία ή τι αυτή θυσιάζει κάθε δεδομένη στιγμή κατά την παραγωγική της διαδικασία. Το κράτος ψάχνει ψύλλους στα άχυρα.

Οι επιδοτήσεις από το κράτος είναι ορατές, αλλά αυτές, είτε με τη μία μορφή είτε με την άλλη, υπάρχουν με πολλούς τρόπους. Επιδότηση δεν αποτελεί μόνο η απευθείας χρηματοδότηση μίας εταιρείας. Επιδοτήσεις στην ουσία αποτελούν και οι δασμοί σε εισαγόμενα, εξαγωγές και άλλες κανονιστικές ρυθμίσεις που εμποδίζουν τον ανταγωνισμό στην αγορά. Θα λέγαμε, ότι, με το παρόν σύστημα, είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε ποιος επιδοτείται με τον έναν ή άλλον τρόπο, εμμέσως από το κράτος. Η επιτροπή ανταγωνισμού δηλαδή, αν ήθελε όντως να προστατεύσει τον ανταγωνισμό, καλό θα ήταν να το κάνει μηνύοντας το κράτος για παρεμπόδισή του.

Τι θα έπρεπε να γίνει σε περίπτωση «ντάμπινγκ»;

Δεδομένης της παραπάνω ανάλυσης, το κράτος δεν θα έπρεπε να παρέμβει σε καμία περίπτωση. Από τη μία θα στερούσε την καταναλωτική επιδότηση προς τους υπηκόους του από κάποιο άλλο κράτος. Θα ήταν πραγματικά μία αστεία κίνηση. Τον καταναλωτή οφείλουμε να έχουμε συνεχώς στο νου μας. Γιατί; Γιατί όλοι είμαστε καταναλωτές, ακόμα και τα ενδεχόμενα «θύματα» του ντάμπινγκ. Γιατί να στερηθεί αυτήν την ανέλπιστη γενναιοδωρία από κάποιο άλλο κράτος; Επομένως, δασμοί και γενικά κρατικοί παρεμβατισμοί και οικονομικός πόλεμος ενάντια στο αντίπαλο δέος, θα έκαναν τα πράγματα χειρότερα.

Κλείνοντας

Το «ντάμπινγκ» είναι αυτό που είναι: μία επιχειρηματική κίνηση σαν όλες τις άλλες. Ενέχει το ρίσκο της όπως όλες. Δεν υφίσταται μακροπρόθεσμα κάποιος λόγος ανησυχίας. Αντιθέτως, ως καταναλωτές, θα έπρεπε να ευλογούμε οποιοδήποτε κράτος ή εταιρεία κατέφευγε σε αυτήν την πρακτική.

Για δεκαετίες όντως οι αντίπαλοι της ελεύθερης αγοράς ισχυρίστηκαν ότι πολλές επιχειρήσεις απέκτησαν το ισχυρό τους καθεστώς στην αγορά με το λεγόμενο «αθέμιτο ανταγωνισμό τιμών», δηλαδή οδηγώντας τους μικρότερους ανταγωνιστές τους σε πτώχευση πωλώντας τα αγαθά τους κάτω του κόστους και στη συνέχεια αποκομίζοντας την ανταμοιβή των αθέμιτων μεθόδων τους αυξάνοντας τις τιμές τους και επιτυγχάνοντας έτσι «μονοπωλιακές τιμές» στους καταναλωτές. Ο ισχυρισμός είναι ότι, ενώ οι καταναλωτές μπορούν να κερδίσουν βραχυπρόθεσμα πόλεμοι τιμών, «ντάμπινγκ» και πωλήσεις κάτω από το κόστος, χάνουν μακροπρόθεσμα από το φερόμενο μονοπώλιο. Όμως, όπως είδαμε, η οικονομική θεωρία δείχνει ότι αυτό θα ήταν ένα τυχερό παιχνίδι, θα ζημιώσει τις επιχειρήσεις «ντάμπινγκ» και ποτέ δεν θα πετύχει πραγματικά μονοπωλιακή τιμή. Και βέβαια, η ιστορική έρευνα δεν κατέδειξε ούτε μία περίπτωση όπου η επιθετική τιμολόγηση, όταν δοκιμάστηκε, ήταν επιτυχής και υπάρχουν πραγματικά πολύ λίγες περιπτώσεις όπου έχει δοκιμαστεί εξ αρχής 2.

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





Διαβάστε περισσότερα:

  1. Για τους μελετητές βασισμένους στην πραξεολογική παράδοση του von Mises, αυτό είναι προφανές. Δεν εξετάζουμε τα ψυχολογικά κίνητρα που ενδεχομένως εμπλέκονται σε μία οικονομική συναλλαγή. Εφόσον ο δρώντας επιλέγει εθελοντικά τη συναλλαγή, αυτή καθίσταται μια «έγκυρη» οικονομική πράξη.
  2. Murray N. Rothbard, «Making Economic Sense» (1995), σελ. 363