Φιλελευθερισμός: To δικαίωμα του «συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι»

0
1044
συνεταιρίζεσθαι

Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι αποτελεί και αρνητικό δικαίωμα ως προϊόν του εξίσου αρνητικού δικαιώματος της αυτοκτησίας. Οι άνθρωποι, ως ιδιοκτήτες των σωμάτων τους, επιλέγουν να συναντηθούν με άλλους ανθρώπους που έχουν κάνει το ίδιο ως προς έναν σκοπό

του Μιχάλη Γκουντή

Εισαγωγή

Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι (association) γενικά προστατεύεται από τα περισσότερα κρατικά συντάγματα στον Δυτικό κόσμο. Σαφώς, τοποθετούν μερικές δικλείδες ασφαλείας για την προφύλαξη των δικαιωμάτων τρίτων ανθρώπων. Δεν επιτρέπεται για παράδειγμα η συνάθροιση ατόμων που θα επιτεθούν σε περιουσίες άλλων. Ας δούμε λοιπόν  πώς βλέπει ο Λιμπερταριανισμός το θέμα, επεκτείνοντας τον ορίζοντα εξέτασής του και στις προσωπικές συναλλαγές των ατόμων.

Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι

Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι αποτελεί και αρνητικό δικαίωμα ως προϊόν του εξίσου αρνητικού δικαιώματος της αυτοκτησίας και αυτοδιάθεσης του ατόμου. Οι άνθρωποι, ως ιδιοκτήτες των σωμάτων τους, επιλέγουν να συναντηθούν με άλλους ανθρώπους που έχουν κάνει το ίδιο ως προς έναν σκοπό. Εφόσον η όλη συνάθροιση πραγματοποιήθηκε άνευ εξαναγκασμού, τότε δεν έχουμε δικαίωμα να ασκήσουμε επιθετική βία για να την αποτρέψουμε. Σε περίπτωση ύπαρξης εξαναγκασμού, δηλαδή, αν κάποιο άτομο εξαναγκάζεται να παραβρεθεί σε μία συγκέντρωση άνευ δικής του θέλησης, τότε έχουμε παραβίαση του αρνητικού δικαιώματος της αυτοκτησίας του. Σε αυτήν την περίπτωση δηλαδή έχουμε δικαίωμα να ασκήσουμε επιθετική βία στους υπεύθυνους για να το απελευθερώσουμε. Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι αφορά και περισσότερες κοινότοπες δραστηριότητες τις οποίες θα δούμε τώρα.

Συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας

Οι συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας αποτελούν και αρνητικό δικαίωμα των συμμετεχόντων σε αυτές. Εφόσον είναι ειρηνικές και δεν παραβιάζουν τα αρνητικά δικαιώματα των γύρω ανθρώπων, τότε μπορούμε να πούμε ότι είναι και συμβατές με τη Λιμπερταριανή θεωρία των αρνητικών δικαιωμάτων. Αν παραβιαστεί ο κανόνας αυτός, τότε η παρέμβαση για τη διάλυσή τους κρίνεται αποδεκτή, καθώς συνιστά και παραβίαση της Αρχής μη Επίθεσης. Σε περίπτωση ειρηνικής διαμαρτυρίας, την οποία σταματάει κάποιος με τη βία (π.χ. η αστυνομία) τότε η παραβίαση της Αρχής μη Επίθεσης «χρεώνεται» στο εκάστοτε όργανο (στην περίπτωσή μας, στην αστυνομία).

Υπάρχει ένα σημαντικό πρόβλημα όμως. Τι γίνεται με τις συγκεντρώσεις σε δημόσιους χώρους; Αφενός το δικαίωμα της συνάθροισης υφίσταται, αλλά ταυτόχρονα υφίσταται και το δικαίωμα διέλευσης από έναν κατειλημμένο δρόμο. Εδώ έχουμε στην ουσία μία σύγκρουση δικαιωμάτων. Σε έναν δημόσιο δρόμο, όλοι έχουμε δικαίωμα να κυκλοφορούμε αλλά ταυτόχρονα έχουμε και δικαίωμα να διοργανώσουμε διαμαρτυρία. Ποιο από τα δύο δικαιώματα υπερισχύει;

Ένας δημόσιος δρόμος ελέγχεται από το Κράτος. Το κράτος εδώ μπορεί, για να συμβιβάσει τις δύο πλευρές, να αφήσει τη διαμαρτυρία να εξελιχθεί στο όριο εκείνο που δεν εμποδίζεται η διέλευση των άλλων ανθρώπων. Παρόλα αυτά, έτσι, παραβιάζεται το αρνητικό δικαίωμα της αυτοκτησίας των ανθρώπων που υπερβαίνουν τον επιτρεπόμενο αριθμό, μιας και δεν τους επιτρέπεται να συμμετέχουν στη διαδήλωση. Επίσης, μιας και οι δύο αντικρουόμενες ομάδες πληρώνουν τη συντήρηση του δρόμου δια φόρου, τότε αυτομάτως υπάρχει και αγεφύρωτη σύγκρουση μεταξύ τους. Ποια από τις δύο θα αποφασίσει τι θα συμβεί στον δρόμο; Πώς μπορεί το κράτος να αποφασίσει τι θα κάνει χωρίς να δημιουργήσει περαιτέρω σύγκρουση;

Η ιδιοκτησία ως κανονιστικό πλαίσιο

Για να συμβιβαστούν οι δύο πλευρές, πρέπει η ιδιοκτησία του δρόμου να περάσει σε κάποιο άτομο και όχι στο κράτος. Ως ιδιοκτήτης του δρόμου, τον οποίο εκείνος και μόνο αποκλειστικά φροντίζει, διατηρεί και επισκευάζει, μπορεί να αποφασίσει ποια ομάδα θα ευνοήσει. Μπορεί επίσης να αποφασίσει τον μέγιστο αριθμό διαδηλωτών και διάρκεια της πορείας. Ως απόλυτος ιδιοκτήτης λοιπόν, έχει και τον τελευταίο λόγο ως προς τη διάθεση του δρόμου. Επίσης, δεν παραβιάζει κανενός το δικαίωμα, καθώς το δικό του δικαίωμα στην ιδιοκτησία προϋπάρχει του δικαιώματος του συνέρχεσθαι των διαδηλωτών. Γιατί; Γιατί πρώτα κάποιος πρέπει να εισέλθει στην ιδιοκτησία κάποιου κατόπιν άδειας και μετά να διαδηλώσει.

Όπως και να έχει οποιαδήποτε και να είναι η απόφαση του ιδιοκτήτη, δεν υπάρχει τρόπος να την αμφισβητήσουμε καθώς η ιδιοκτησία είναι γενικά ένα κριτήριο που εύκολα περνάει το κριτήριο της οικουμενικότητας (universality). Με άλλα λόγια, μπορεί να εφαρμοστεί παντού και σε κάθε περίπτωση χωρίς να δημιουργεί αντιφάσεις και συγκρούσεις ανάμεσα στα άτομα.

Εργατικά συνδικάτα και ενώσεις

Η συμμετοχή σε εργατικές ενώσεις, συνδικαλισμούς και όλες τις παρόμοιες ομάδες (ποδοσφαιρικά σωματεία για παράδειγμα) αποτελεί και αρνητικό πάλι δικαίωμα των συμμετεχόντων, πλην των περιπτώσεων όπου υπάρχει εξαναγκασμός, όπως αναλύσαμε και παραπάνω. Παρόλα αυτά, τα φαινόμενα που παρατηρούνται στις μέρες μας σε περίπτωση απεργίας, με τους τραμπουκισμούς από τους συνδικαλιστές, την κατάληψη ιδιωτικών επιχειρήσεων ή την άσκηση επιθετικής βίας εναντίον άλλων εργαζομένων ή επιχειρηματιών, παραβιάζουν την Αρχή μη Επίθεσης. Το αρνητικό δικαίωμα στην απεργία δεν επεκτείνεται και σε θετική υποχρέωση του ιδιοκτήτη να παραχωρήσει την επιχείρησή του στους απεργούς. Φυσικά, αν το επιθυμεί, μπορεί να το κάνει. Αν όχι, τότε, ως απόλυτος ιδιοκτήτης της μπορεί να πράξει, όπως θεωρεί σοφό ο ίδιος. Μπορεί να απαγορεύσει την είσοδο στους απεργούς ή ακόμα και να τους απολύσει ή να επικοινωνήσει με τις αρχές για να τους απομακρύνουν δια της βίας από τον ιδιωτικό του χώρο.

Όπως έχουμε πει και άλλες φορές, ο Λιμπερταριανισμός είναι μία ιδεολογία που δίνει μεγάλη βάση στην ατομική ευθύνη. Κάθε αγώνας λοιπόν, έχει και τα ρίσκα του. Το ότι κάποιοι επιλέγουν να αντιδράσουν απεργώντας, δεν υποχρεώνει και τον εργοδότη τους ούτε στο να αποδεχτεί τις απαιτήσεις τους, αλλά ούτε και να υποστεί την επιθετική τους βία. Αν οι απαιτήσεις τους είναι τέτοιες που εν τέλει πείσουν τον εργοδότη, τότε όλα βαίνουν καλώς, οπότε αναθεωρείται η εθελούσια σύμβαση που έχουν και οι δύο υπογράψει. Αν όχι, τότε είτε θα πρέπει να επιστρέψουν στις δουλειές τους, είτε να αποχωρήσουν από αυτές. Δεν υπάρχει κάποια άλλη εναλλακτική. Η προσφυγή στο Κράτος, με σκοπό την νομοθέτηση υπέρ των απεργών παραβιάζει την Αρχή μη Επίθεσης, καθώς η παρέμβαση του κράτους είναι πάντα εξαναγκαστική.

Φοιτητικές και σχολικές καταλήψεις

Η συμμετοχή σε φοιτητικές παρατάξεις και μαθητικές οργανώσεις υπάγεται στην ίδια ανάλυση. Οι καταλήψεις μπορούν και αυτές να ειδωθούν με τα κριτήρια που δώσαμε παραπάνω σχετικά με τις πορείες διαμαρτυρίας σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους. Δε χρειάζεται να ειπωθεί κάτι περεταίρω.

Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι

Παραπάνω αγγίξαμε το θέμα του συνεταιρίζεσθαι, όταν αναφέραμε ότι η συμμετοχή σε σωματεία, οργανώσεις κ.ο.κ. αποτελεί και αρνητικό δικαίωμα του ατόμου. Η πλευρά του «συνέρχεσθαι» αφορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση μόνο τη διοργάνωση εκδηλώσεων μέσω αυτών των σωματείων. Ας δούμε τώρα και μερικές ακόμα περιπτώσεις που αφορούν αυτό το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, ορισμένο σε γενικές γραμμές ως «το δικαίωμα στην συνεργασία, συντονισμένη δράση, συναλλαγή και γενικότερα στη σύναψη συμφωνίας».

Παροχές και υπηρεσίες

Ένας ιδιοκτήτης μαγαζιού ή γενικότερα ελεύθερος επαγγελματίας έχει το δικαίωμα να συνεργαστεί με όποιον επιθυμεί αλλά και να επιλέξει τους πελάτες του, με όποιο κριτήριο διαλέξει ο ίδιος. Έτσι λοιπόν, αν ένας ζαχαροπλάστης δεν επιθυμεί (λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων) να ψήσει μία γαμήλια τούρτα για ομοφυλόφιλους, έχουμε εκδήλωση πράξης αυτοκτησίας, αλλά ταυτόχρονα και ιδιοκτησίας μιας και επιλέγει να χρησιμοποιήσει μέσα και χώρο που του ανήκουν, όπως επιθυμεί εκείνος. Δεύτερον, ο πελάτης (στην περίπτωσή μας ομοφυλόφιλος) δεν έχει θετικό δικαίωμα πάνω στην εργασία (δηλαδή στο σώμα) του ζαχαροπλάστη. Αυτό θα σήμαινε και ύπαρξη εξαναγκασμού μιας και τα θετικά δικαιώματα δημιουργούν και θετικές υποχρεώσεις, στην ουσία σχέσεις εξουσίας άνευ εθελοντικών συμφωνιών ανάμεσα στα άτομα μίας κοινωνίας.

Η άρνηση παροχής υπηρεσιών αποτελεί και αρνητικό δικαίωμα εκ της αυτοκτησίας των ατόμων. Το ίδιο ισχύει για την παροχή υγείας, εκπαίδευσης και άλλων υπηρεσιών. Πιο συγκεκριμένα, κάποιος μπορεί να δεχτεί ή να μη δεχτεί όποιον επιθυμεί στην ιδιοκτησία του, αλλά και να απομακρύνει κάποιον που έχει ήδη εισέλθει σε αυτή είτε με απλή αναγγελία ή (αν χρειαστεί) με τη βία. Πιο γενικά, κάποιος μπορεί να είναι όσο ρατσιστής, ομοφοβικός, μισογύνης κ.ο.κ. στα πλαίσια της ιδιοκτησίας του. Ως εκ τούτου, οι νόμοι κατά των διακρίσεων αποτελούν και παραβίαση της Αρχής μη Επίθεσης από το κράτος. Βάλλουν κατά της αυτοκτησίας των ατόμων και κατά της ιδιοκτησίας τους

Σε κανέναν βέβαια δεν απαγορεύεται να μποϊκοτάρει τον εκάστοτε επαγγελματία, να κινήσει προπαγάνδα εναντίον του ή γενικότερα να πείσει τους συμπολίτες του να μην τον προτιμούν πλέον. Η αυτοκτησία δεν περιορίζεται μόνο στους επιχειρηματίες. Είναι δικαίωμα όλων μας.

Εργασιακές σχέσεις

Το ίδιο ισχύει και για τις εργασιακές σχέσεις. Μία θέση εργασίας δεν ανήκει στον εργαζόμενο που την καταλαμβάνει, καθώς αυτή είναι δημιούργημα του εργοδότη του. Επομένως, εκείνος θα είναι και ο τελικός κριτής του ποιος θα την κατέχει. Ένας εργοδότης έχει το δικαίωμα να απολύσει κάποιον εργαζόμενο του για οποιονδήποτε λόγο επιθυμεί, εκτός και αν ρήτρες του συμβολαίου που έχει υπογραφεί μεταξύ τους υποδεικνύουν κάτι διαφορετικό. Οπότε έχουμε ακριβώς τα ίδια με παραπάνω. Ένας εργοδότης μπορεί να είναι όσο μισογύνης, ρατσιστής και ομοφοβικός επιθυμεί. Οι θέσεις εργασίας είναι δικές του, αποτελούν ιδιοκτησία του και μπορεί να τις διαθέσει σε όποιον επιθυμεί 1.

Συνεπώς, νόμοι που ορίζουν τα ποσοστά απασχόλησης ανά φύλο σε επιχειρήσεις, ή που ορίζουν τις συνθήκες απόλυσης κάποιου εργαζομένου, εκτός των όρων του συμβολαίου που υπογράφτηκε ανάμεσα σε εργοδότη-εργαζόμενο, αποτελούν και παραβίαση της αυτοκτησίας των ατόμων. Ως εκ τούτου, παραβιάζουν και την Αρχή μη Επίθεσης.

Η αντίφαση των νόμων κατά των διακρίσεων

Αν κάποιοι από εμάς βγαίναμε με την παρέα μας και κάναμε την εξής δήλωση: «Δε συμπαθούμε τις γυναίκες/Εβραίους/μαύρους/Αλβανούς, οπότε δε θα πάμε σε μαγαζιά στα οποία ιδιοκτήτες ή εργαζόμενοι ανήκουν στις παραπάνω ομάδες», σύμφωνα με τους νόμους κατά των διακρίσεων, είμαστε νόμιμοι. Από την άλλη, αν ανήκαμε σε κάποια από τις παραπάνω ομάδες και δε γινόμασταν δεκτοί σε κάποιο μαγαζί λόγω του ότι ακριβώς ανήκουμε σε αυτές, τότε το μαγαζί, πάλι σύμφωνα με τους νόμους κατά των διακρίσεων, είναι παράνομο. Κάντε την ίδια αντιπαραβολή για το θέμα πρόσληψης/αποδοχής σε θέση εργασίας. Κάποιος θα ισχυριζόταν εδώ ότι οι νόμοι κατά των διακρίσεων προστατεύουν μειονότητες από τον αποκλεισμό από την αγορά. Αγορά όμως δεν είναι μόνο ο πελάτης, αλλά και ο επιχειρηματίας. Όταν αποκλείεται ο επιχειρηματίας λόγω εθνικότητος, τότε ο νόμος δεν ισχύει.

Είναι αυτή η φιλοσοφική και ιδεολογική αντίφαση του «κοινωνικού φιλελευθερισμού» που διέπει όλο το φάσμα του. Αν εφαρμοζόταν ο νόμος ακόμα και στους πελάτες που κάνουν διακρίσεις, τότε θα μιλούσαμε καθαρά για φασισμό. Αλλά όταν η εφαρμογή του νόμου είναι επιλεκτική και ασυνεπής, τότε μιλάμε για «φιλελευθερισμό». Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι η Ελευθερία, εκτός από το δικαίωμα του να συναναστρεφόμαστε με όποιον επιθυμούμε, περιέχει και το δικαίωμα της μη-συναναστροφής. Μερικοί «φιλελεύθεροι» το ξεχνούν αυτό.

Καρτέλ

Η δημιουργία καρτέλ, δηλαδή στην ουσία η συγχώνευση δύο ή και περισσότερων επιχειρήσεων σε μία ή η συμφωνία εταιρειών για τον ορισμό τιμών στα προϊόντα τους δεν παραβιάζει την Λιμπερταριανή δεοντολογία. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε την εθελοντική σύμπραξη ατόμων, τα οποία ενώνουν τα περιουσιακά τους στοιχεία κάτω από κοινή διαχείριση ή κάτω από μία συμφωνία. Ένα καρτέλ και μία συγχώνευση σε οικονομικό επίπεδο δεν παρουσιάζουν ουσιαστικές διαφορές. Το πρόβλημα με τα καρτέλ αφορά κυρίως τον τρόπο δημιουργίας τους 2.

Αν ένα καρτέλ δημιουργηθεί, ούτως ώστε να μην επιτρέπεται η είσοδος σε ανταγωνιστές στην αγορά, τότε έχουμε στην ουσία παραβίαση της Αρχής μη Επίθεσης. Ακυρώνεται η αυτοκτησία των ατόμων που επιθυμούν να εισέλθουν στην αγορά για να χτυπήσουν το καρτέλ. Η προστασία ενός καρτέλ μπορεί να γίνει από το ίδιο με την άσκηση επιθετικής βίας σε κάθε επίδοξο ανταγωνιστή. Στην περίπτωση αυτή τότε οι συμμετέχοντες σε αυτό αποτελούν και εγκληματίες και μπορούμε να ασκήσουμε επιθετική βία, ώστε να διαλύσουμε το καρτέλ ή τουλάχιστον να σταματήσουμε τη συγκεκριμένη του δράση.

Συνηθέστερη περίπτωση, όμως, αποτελεί και η κρατική προστασία του καρτέλ. Και σε αυτήν την περίπτωση έχουμε παραβίαση της Αρχής μη Επίθεσης. Είμαστε ηθικά δικαιολογημένοι να ασκήσουμε επιθετική βία στο Κράτος για να σταματήσει αυτή η πρακτική 3.

Κομμούνες και κοινωνίες δια συμβολαίου (covenants)

Σε μία ελεύθερη κοινωνία η δημιουργία μίας κομμουνιστικά οργανωμένης παραγωγικής μονάδας ή κοινότητας δεν αποτελεί και παραβίαση της Αρχής μη Επίθεσης, αν και μόνο αν τα μέλη της δεν ασκήσουν επιθετική βία στους υπόλοιπους ιδιοκτήτες περιουσιών. Αν τα μέλη της επιλέξουν να οργανωθούν με αυτόν τον τρόπο, τότε έχουν κάθε δικαίωμα να το πράξουν, ακόμα και αν εν τέλει η κοινότητα καταλήξει να καταρρεύσει οικονομικά και ανθρωπιστικά. Ο Λιμπερταριανισμός δεν θεωρεί ότι κάποιο άτομο δικαιούται προστασία από την ανοησία που κουβαλάει μέσα του. Επομένως, αν κομμουνιστές θέλουν να οργανωθούν με αυτόν τον τρόπο, μπορούν. Ας αγοράσουν ή ας οικειοποιηθούν μία άκτητη έκταση γης και ας ζήσουν εν ειρήνη.

Με παρόμοιο τρόπο μπορούν να δημιουργηθούν και κοινότητες, τα μέλη των οποίων μπορούν δια συμβολαίων να συμφωνήσουν στους κανόνες που θα διέπουν τα μέλη τους. Αυτές οι κοινωνίες ονομάζονται και covenants και έχουν περιγραφεί από τον Hans-Herman Hoppe στο έργο του «Democracy: The God that Failed». To εύρος εφαρμογής των κανόνων αυτών μπορεί να επεκτείνεται μέχρι εκεί όπου συμφωνήσουν τα μέλη της κοινότητας, ακόμα και μέσα στα ίδια τους τα σπίτια. Εφόσον όλη η διαδικασία είναι εθελοντική, τότε δεν παραβιάζεται και η Λιμπερταριανή δεοντολογία. Η παραβίαση των κανόνων από κάποιο μέλος μπορεί να επιφέρει και την φυσική του απομάκρυνση (physical removal) από την κοινότητα. Αυτόν τον κανόνα τον είχε δεχτεί με την συμφωνία του να εισέλθει σε αυτήν την κοινότητα εξ αρχής. Όλα αυτά αποτελούν πράξεις αυτοκτησίας και ατομικής ευθύνης.

Κλείνοντας: Λοιπά είδη συναναστροφών

Η παραπάνω ανάλυση εφαρμόζεται και σε κάθε προσωπική μας σχέση. Είτε είναι φιλική, γαμήλια ή συγγενική. Είμαστε ελεύθεροι να απορρίψουμε κάποιον για οποιονδήποτε λόγο επιθυμούμε, είτε φίλο είτε συγγενή. Είναι καθαρό αρνητικό μας δικαίωμα ως αυτόκτητοι άνθρωποι. Οποιαδήποτε παρέμβαση επιθετικής φύσης ενάντια στις επιλογές μας αυτές αποτελεί και παραβίαση της Λιμπερταριανής δεοντολογίας. Έχουμε λοιπόν κάθε δικαίωμα να αμυνθούμε εναντίον οποιασδήποτε τέτοιας επίθεσης στην αυτοδιάθεση και αυτοκτησία μας. Η παραβίαση τους συνιστά και την έκπτωση του ανθρώπου σε καθεστώς δουλείας. Αν δεν μπορούμε να απεμπλακούμε από σχέσεις και συνεργασίες που πλέον δεν επιθυμούμε, ή εξαναγκαζόμαστε να εισέλθουμε σε ανεπιθύμητες σχέσεις, τότε σε τι διαφέρουμε από έναν δούλο;

***

Βρίσκετε ενδιαφέροντα τα άρθρα στην «Ελεύθερη Αγορά»; Εκτιμάτε την προσπάθεια μας; Κάντε τώρα μια δωρεά 5 ευρώ και ενισχύστε μας.





 Διαβάστε περισσότερα:

  1. Κάποιος εδώ θα ισχυριστεί ότι αυτό θα οδηγούσε ομοφυλόφιλους, γυναίκες και μειονότητες εκτός εργασίας ή σε χαμηλές αποδοχές. Αυτό είναι εσφαλμένη οικονομικά σκέψη. Η αμοιβή ενός εργαζομένου εξαρτάται από την παραγωγικότητά του. Η απόλυση ενός παραγωγικού εργαζόμενου λόγω σεξουαλικότητας θα ζημιώσει τον εργοδότη περισσότερο τηρουμένων των αναλογιών. Έτσι συμβαίνει γενικά στον καπιταλισμό. Το κέρδος και ο φόβος της ζημίας πειθαρχούν όλους τους εργοδότες.
  2. Murray N. Rothbard, Man, Economy, And State, 1962, σελ. 643
  3. Φυσικά μπορεί να είμαστε και αυτοκτονικοί στο να πράξουμε κάτι τέτοιο. Μπορεί ηθικά να είμαστε δικαιολογημένοι, αλλά πρακτικά δεν έχει κάποιο νόημα, ούτε το προτείνουμε.